• .

Περί πολιτικής ευθύνης

6.10.2020

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Ήταν τρεις μόλις ημέρες πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου 2015... Μιλώντας σε ζωντανή ραδιοφωνική εκπομπή (στον ραδιοσταθμό Real FM και τον δημοσιογράφο Νίκο Χατζηνικολάου), στις 17 Σεπτεμβρίου 2015, ο αρχηγός της Χρυσής Αυγής, Νίκος Μιχαλολιάκος ανέφερε τα ακόλουθα: “Σε ό,τι αφορά την πολιτική ευθύνη για τη δολοφονία Φύσσα στο Κερατσίνι, την αναλαμβάνουμε”.

Τα παραπάνω λεγόμενα του Μιχαλολιάκου προκάλεσαν “μούδιασμα” στα στελέχη και τους οπαδούς της νεοναζιστικής οργάνωσης. Ενώ υπολείπονταν μόνο τρεις ημέρες για την εκλογική μάχη, ο αρχηγός τους υπονόμευε κάθε αγώνα που έδωσαν για να ανεβάσουν το κίνημά τους σε υψηλά ποσοστά, καταξιώνοντάς το εκλογικά και πολιτικά... Αποτέλεσμα: στις 20 Σεπτεμβρίου 2015 η Χρυσή Αυγή έμεινε εντελώς στάσιμη, χωρίς να κερδίσει ούτε 0,1% σε σχέση με το 2012. Έκτοτε, επί σειρά ετών, οι χρυσαυγίτες αναρωτιόντουσαν: γιατί άραγε ο Μιχαλολιάκος έκανε αυτή την εκ πρώτης όψεως εξωφρενική και παράλογη δήλωση, που τόσο ζημίωσε εκλογικά τη Χ.Α.;

Τι σημαίνει όμως “πολιτική ευθύνη”; Σε άρθρο του στην εφημερίδα “Τα Νέα” (15 Σεπτεμβρίου 2004), ο καθηγητής συνταγματικού δικαίου και πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος, αναλύει διεξοδικά το ζήτημα. Για τον λόγο αυτό, αναδημοσιεύουμε στο παρόν ορισμένα βασικά σημεία της ανάλυσής του:

“H πολιτική ευθύνη διακρίνεται κατά βάση από την ποινική, πειθαρχική και αστική ευθύνη. [...] H πολιτική ευθύνη διακρίνεται εσωτερικά σε αντικειμενική και υποκειμενική. H αντικειμενική πολιτική ευθύνη συνδέεται με το γεγονός πως κάποιος ασκεί την συγκεκριμένη πολιτική αρμοδιότητα και έχει εξ ορισμού και ανεξαρτήτως των τυχόν πράξεων ή παραλείψεών του εξ αντικειμένου ευθύνη για ό,τι συμβαίνει στον τομέα της πολιτικής του αρμοδιότητας, όπως απολαμβάνει και το πολιτικό όφελος από τα θετικά πράγματα που συμβαίνουν στον ίδιο τομέα. H υποκειμενική πολιτική ευθύνη συνάπτεται με πράξεις ή παραλείψεις του φορέα μιας πολιτικής αρμοδιότητας και άρα αυτή είναι η κατά κυριολεξία πολιτική ευθύνη για την οποία γίνεται συνήθως λόγος. H υποκειμενική πολιτική ευθύνη που αφορά είτε ένα πρόσωπο το οποίο κατέχει πολιτικό αξίωμα, είτε ένα συλλογικό υποκείμενο (π.χ. ένα κόμμα ή μια κυβέρνηση συνολικά) διακρίνεται με τη σειρά της σε τυποποιημένη πολιτική ευθύνη που συνεπάγεται θεσμικού χαρακτήρα επιπτώσεις και σε άτυπη ή διάχυτη πολιτική ευθύνη.

H τυποποιημένη πολιτική ευθύνη είναι συνταγματικά ρυθμισμένη και είναι είτε κοινοβουλευτική είτε εκλογική. H κοινοβουλευτική ευθύνη αφορά είτε τον Πρωθυπουργό και την κυβέρνηση συνολικά, είτε κάποιον υπουργό ή υφυπουργό ατομικά και συνεπάγεται είτε την παραίτηση είτε την άρση εμπιστοσύνης της Βουλής είτε την άρση της εμπιστοσύνης του Πρωθυπουργού προς υπουργό ή υφυπουργό. H εκλογική ευθύνη καταλογίζεται μέσω του εκλογικού αποτελέσματος και είναι το επίπεδο εκείνο στο οποίο συνδέεται η τυποποιημένη με την άτυπη και διάχυτη πολιτική ευθύνη που καταγράφεται στη συνείδηση της κοινής γνώμης και τη στάση του εκλογικού σώματος. Ανάλογα φαινόμενα ισχύουν, φυσικά, στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης, των συνδικαλιστικών οργανώσεων κ.ο.κ. [...]

H συνηθέστερη πάντως μορφή πολιτικής ευθύνης είναι η άτυπη και διάχυτη πολιτική ευθύνη που, ανεξάρτητα από την ρητή ή έμμεση ανάληψή της, καταγράφεται στην κοινή γνώμη και επηρεάζει την στάση του εκλογικού σώματος τόσο για πρόσωπα όσο και για κόμματα ή άλλες πολιτικές οντότητες (κυβερνήσεις, κόμματα, παρατάξεις κ.ο.κ.). Το γεγονός ότι αυτή η μορφή πολιτικής ευθύνης δεν οδηγεί σε άμεσες και ορατές πολιτικές συνέπειες (εκτός και αν μετασχηματιστεί σχετικά γρήγορα σε συγκεκριμένη εκλογική ευθύνη), δημιουργεί την αίσθηση ότι η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης μπορεί να έχει απλώς και μόνο ρητορικό και ηθικό χαρακτήρα. Αυτό όμως σε τελική ανάλυση δεν αληθεύει, γιατί η πολιτική ευθύνη, έστω σωρευτικά και συμψηφιστικά, οδηγεί πάντα σε εκλογικού χαρακτήρα επιπτώσεις. Από την άποψη αυτή η άτυπη και διάχυτη πολιτική ευθύνη ταυτίζεται με το λεγόμενο πολιτικό κόστος [...] Σε αντίθεση συνεπώς με την επικρατούσα στο δημόσιο λόγο αντίληψη ότι η πολιτική ευθύνη είναι κάτι αόριστο, σχεδόν μία υπεκφυγή σε σχέση με άλλες μορφές - νομικής - ευθύνης, η πολιτική ευθύνη είναι κάτι πολύ πιο απτό και συγκροτημένο, τόσο ως διαδικασία καταλογισμού όσο και ως σύστημα συνεπειών”...

Έτσι, δύο χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα στο Κερατσίνι, η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης για το στυγερό έγκλημα από τον επικεφαλής της Χρυσής Αυγής ερμηνεύθηκε από πολλούς ως αποδοχή από μέρους του της κατηγορίας περί “διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης” που τον βάρυνε από την πρώτη στιγμή. Μάλιστα, κάποιοι προχώρησαν ακόμη περισσότερο και υπέθεσαν ότι η δήλωση Μιχαλολιάκου συνεπάγεται και ποινικές ευθύνες· σε ακραία, δε, περίπτωση δύναται να ερμηνευθεί και ως ηθική αυτουργία στη δολοφονία Φύσσα! Είναι, πράγματι, πρωτοφανές αρχηγός πολιτικού κόμματος, σε προεκλογική μάλιστα περίοδο, να αναλαμβάνει κατ' ουσίαν, με δημόσια ομολογία του, μέρος ευθύνης σε τέλεση φόνου...

Κι όμως, η απίθανη αυτή δήλωση έχει το ιστορικό της αντίστοιχο... Μερικά χρόνια νωρίτερα, συγκεκριμένα στη διάρκεια της δίκης για την υπόθεση της επαναστατικής οργάνωσης “17 Νοέμβρη”, ο Δημήτρης Κουφοντίνας ανέλαβε ενώπιον των δικαστών την πολιτική ευθύνη για τη δράση της. Η δήλωσή του αυτή, του στοίχισε μερικές φορές επιπρόσθετα ισόβια... Το ίδιο έπραξε και ο σύντροφός του, Σάββας Ξηρός, ο οποίος μάλιστα το 2014 εξέδωσε βιβλίο με την ίδια ονομασία (“Πολιτική Ευθύνη”, που αποτελεί έρευνα των Πανεπιστημίων της Λευκωσίας και του Sheffield, βασισμένη πάνω σε συνεντεύξεις του Ξηρού).

Ο Κουφοντίνας είχε αναλάβει την πολιτική ευθύνη και λίγο καιρό νωρίτερα, όταν στις 5 Σεπτεμβρίου 2002 παραδόθηκε στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής (ΓΑΔΑ), έπειτα από ένα δίμηνο στο οποίο ήταν καταζητούμενος. Σύμφωνα με όσα δήλωσε την ίδια ημέρα η συνήγορός του, Γιάννα Κούρτοβικ, ο Κουφοντίνας “αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη για όσες ενέργειες ανέλαβε η 17Ν. Αρνείται την ενοχή του για τις πράξεις που του αποδίδονται, σύμφωνα με τον τρόπο που αυτές περιγράφονται στο κατηγορητήριο. Η αξία που καθόρισε την προσωπική του πορεία ήταν η πίστη στην οικοδόμηση ενός επαναστατικού κινήματος και το όραμά του για μια σοσιαλιστική κοινωνία”.

Για την Ιστορία, δύο Έλληνες πρωθυπουργοί ανέλαβαν κατά καιρούς την πολιτική ευθύνη για σκάνδαλα ή παραλείψεις των κυβερνήσεών τους. Ο πρώτος ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος στις αρχές του 1989 -και ενώ η Ελλάδα ζούσε στον “αστερισμό” του σκανδάλου Κοσκωτά- δήλωσε ότι αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη του σκανδάλου. Λίγο καιρό αργότερα (18 Ιουνίου 1989) έχασε τις εκλογές και την πρωθυπουργία, έπειτα από μία οκταετία στο πρωθυπουργικό αξίωμα. Πολλά χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 2018, ο Αλέξης Τσίπρας αναγκάστηκε να αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι Αττικής, με τους 100 νεκρούς, υπό την ασφυκτική πίεση της κοινής γνώμης και την έντονη κριτική των πολιτικών του αντιπάλων. Και διέχυσε τις ευθύνες της καταστροφής σε παράγοντες όπως ο εμπρησμός, οι δύσκολες καιρικές συνθήκες, τα αυθαίρετα κτίσματα κτλ....

Ειδικά για την πολιτική ευθύνη πρωθυπουργού, αυτή προκύπτει ως νομική υποχρέωση από το άρθρο 85 του Συντάγματος που ορίζει ότι: “Tα μέλη του Yπουργικού Συμβουλίου, καθώς και οι Yφυπουργοί είναι συλλογικώς υπεύθυνοι για τη γενική πολιτική της Kυβέρνησης και καθένας από αυτούς για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων για την ευθύνη των Yπουργών. Σε καμία περίπτωση η έγγραφη ή προφορική εντολή του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν απαλλάσσει τους Yπουργούς και τους Yφυπουργούς από την ευθύνη τους”. Σύμφωνα με την ερμηνεία του αείμνηστου συνταγματολόγου Δημήτρη Τσάτσου, “ο καταλογισμός πολιτικής ευθύνης σε μέλος της Κυβέρνησης ή στην κυβέρνηση συλλογικά, είτε η ομολογία πολιτικής ευθύνης, συνεπάγεται την πτώση, την παραίτηση της κυβέρνησης, όπως ως νομική υποχρέωση προκύπτει από το άρθρο 85 του Συντάγματος”... Κάτι που -προσθέτουμε- ενεργοποιείται με το άρθρο 84 του Συντάγματος, δηλαδή την κοινοβουλευτική διαδικασία παροχής ή μη ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση.

Πολιτική ευθύνη, λοιπόν, για τους πρωθυπουργούς σημαίνει βασικά ένα πράγμα: καταδίκη τους στις εκλογές, αλλά και στη συνείδηση του λαού, καθώς και στην Ιστορία. Όσο για τις περιπτώσεις πολιτικών δικών, όπως της τρομοκρατικής ομάδας “17 Νοέμβρη” και της νεοναζιστικής οργάνωσης “Χρυσή Αυγή”, η ομολογία πολιτικής ευθύνης από τους ηγέτες τους σε εγκλήματα που διεπράχθησαν σημαίνει καταδίκη τους σε βαρύτατα ισόβια δεσμά -έστω κι αν το έγκλημα, αλλά και οι διώξεις τους έχουν πολιτικό υπόβαθρο- και κήρυξη των οργανώσεών τους εκτός Νόμου με τον χαρακτηρισμό τους ως “εγκληματική οργάνωση”.


128 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates