• .

Περί γένους: Ιθαγένεια και υπηκοότητα

Ενημερώθηκε: Νοε 11

11.11.2020

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Ιθαγενής είναι ο καταγόμενος εξ αυτής ταύτης της χώρας στην οποία κατοικεί. Ο αυτόχθων, ο εντόπιος. Αντίθετα έποικος, πρόσφυγας”.

Υπηκοότητα σημαίνει το να είναι κάποιος υπάκουος (εν προκειμένω στους νόμους του κράτους που διαμένει). Επίσης υπηκοότητα είναι η ιδιότητα του υπηκόου”.

(Μέγα Λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, Δημητρίου Δημητράκου)


Στο ελληνικό Δίκαιο, οι έννοιες της ιθαγένειας και της υπηκοότητας δεν είναι (κακώς, κάκιστα!) ορθά ερμηνευμένες και, ως εκ τούτου, διαχωρισμένες. Αντιθέτως, υπάρχει μία ασάφεια ως προς τις -σημαντικές- διαφορές τους και οι δυο όροι συγχέονται. Έτσι, επικρατεί η “λογική”, ότι τόσο η ιθαγένεια όσο και η υπηκοότητα έχουν την ίδια ακριβώς σημασία, αφού αμφότεροι οι όροι δηλώνουν τη σχέση του ατόμου με την Πολιτεία στην οποία ανήκει, συνεπώς προσδιορίζουν την έννοια του πολίτη. Ιθαγένεια και υπηκοότητα αντιμετωπίζονται, ως εκ τούτου, ως λέξεις συνώνυμες.

Δεν είναι όμως έτσι! Διότι ετυμολογικά οι δύο ανωτέρω βασικές για τον νομικό μας πολιτισμό έννοιες καθόλου δεν σχετίζονται μεταξύ τους. Η λέξη “ιθαγένεια” είναι σύνθετη από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις “ιθύς” (“ισχύς”) και “γένος”. Παραπέμπει, κατά συνέπεια, στη βιολογική πραγματικότητα του ατόμου, στον δεσμό του αίματος, εφ' όσον το γένος σχετίζεται με τη φυλετική καταγωγή του ατόμου. Αντίθετα, η λέξη “υπηκοότητα” σχηματίζεται από τις λέξεις “υπό” και “ακοή”, δηλαδή φανερώνει την υπακοή του ατόμου-πολίτη στις κρατικές Αρχές. Άρα, ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ είναι κάτι το απολύτως φυσικό, το οποίο αποκτά κάποιος αποκλειστικά και μόνο με τη γέννησή του (κάτι που δεν δίδεται), ενώ ΥΠΗΚΟΟΤΗΤΑ είναι κάτι επίκτητο, που δεν κληρονομείται, ιδιότητα που μπορεί να αποκτηθεί εκ των υστέρων.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι έχουμε δύο ξεχωριστές ιδιότητες, που δύνανται να συνυπάρξουν στο άτομο, το οποίο μπορεί να έχει ταυτόχρονα την ίδια ιθαγένεια και την ίδια υπηκοότητα. Π.χ. στην Ελλάδα, ο γηγενής (αυτόχθων) Έλληνας είναι εκ προοιμίου ιθαγενής, κατάγεται δηλαδή από το γένος και τη χώρα στην οποία γεννήθηκε και κατοικεί, αλλά παράλληλα έχει και την ελληνική υπηκοότητα, είναι υπήκοος του ελληνικού κράτους, υποκείμενος συνεπώς στην εξουσία του. Όμως την ελληνική ιθαγένεια, που δύναται να έχει μόνο ο Έλληνας στο γένος, μπορούν να έχουν και υπήκοοι ξένων χωρών, όπως για παράδειγμα υπήκοοι των ΗΠΑ (Ελληνοαμερικανοί) πρώτης, δεύτερης, τρίτης κτλ. γενιάς, οι οποίοι ναι μεν είναι Αμερικανοί πολίτες-υπήκοοι, αλλά το γενεαλογικό τους δέντρο είναι ελληνικό. Αντίστοιχα, την ελληνική υπηκοότητα μπορούν να λάβουν ξένοι που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα, όπως φερ' ειπείν οι Αλβανοί μετανάστες, οι οποίοι όμως δεν είναι Έλληνες ιθαγενείς, δεν ανήκουν δηλαδή στο ελληνικό γένος-έθνος.

Ακόμη και στη μετάφραση αυτών των εννοιών, π.χ. στην αγγλική γλώσσα, είναι εμφανής η τεράστια μεταξύ τους διαφορά. Στα αγγλικά η ελληνική λέξη “ιθαγένεια” αποδίδεται ως “nationality”, ενώ αντίθετα η λέξη “υπηκοότητα” ως “citizenship”. Πώς είναι λοιπόν το ίδιο; Άλλο η λέξη “nationality”, η οποία παράγεται εκ του “nation” (“έθνος”), συνεπώς σημαίνει την εθνικότητα του ατόμου, και εντελώς άλλο η λέξη “citizenship”, που προέρχεται από τον όρο “citizen” (“πολίτης”) και, επομένως, αφορά τον νομικό δεσμό του ατόμου με το κράτος.

Με δυο λόγια... Η ιθαγένεια δεν γίνεται ποτέ να αφαιρεθεί, διότι το γένος αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ψυχής, του αίματος και του πνεύματος του ανθρώπου! Ενώ, αντιθέτως, η υπηκοότητα, ως καθαρά νομικός και πολιτειακός όρος, δύναται ανά πάσα στιγμή να αφαιρεθεί... Καταλαβαίνει τώρα ο αναγνώστης την τεράστια διαφορά ανάμεσα στους δύο αυτούς θεμελιώδους σημασίας όρους; Επιπροσθέτως, η ιθαγένεια σε πολλές χώρες ερμηνεύεται όχι μόνο ως δίκαιο αίματος, αλλά και ως δίκαιο εδάφους. Η γη, δηλαδή, το χώμα, βλέπεται ως σάρκα, η οποία εμπεριέχει μέσα της το αίμα του λαού που την κατοικεί, γεγονός που πηγαίνει βαθύτατα μέσα στο ιστορικό παρελθόν του ανθρώπου. Είναι δυνατόν να ταυτίζεται η ιθαγένεια με την υπηκοότητα, που είναι προσωρινού χαρακτήρα και καθορίζεται αποκλειστικά από το εσωτερικό δίκαιο του κράτους, το οποίο μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή; Η ιθαγένεια, λοιπόν, υφίσταται αέναα, ως πανίσχυρος δεσμός σάρκας και αίματος, λαού και πατρίδας, ενώ αντίστροφα η υπηκοότητα αφορά την -πρόσκαιρη- κυριαρχία ενός κράτους ως προς το να αποφασίζει ποιος είναι και ποιος δεν είναι πολίτης μιας χώρας.

Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, η Αριστερά στην Ελλάδα -με την αμέριστη στήριξη και της ψευτοδεξιάς Νέας Δημοκρατίας- άνοιξε τους “ασκούς του Αιόλου”, τροποποιώντας τον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, ακριβώς πάνω στη “λογική” της ταύτισης των εννοιών ιθαγένειας-υπηκοότητας· κάτι το ολέθριο, με τρομερά επικίνδυνες παρενέργειες για το μέλλον του ελληνισμού... Σχέδιο νόμου, όμως, που απονέμει αδιάκριτα την ελληνική ιθαγένεια σε αλλοδαπούς μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως νομοσχέδιο-“Ηρώδης” για το ελληνικό έθνος, το οποίο εξοντώνει τους νέους Έλληνες, μην αφήνοντάς τους να γεννηθούν, ενώ την ίδια ώρα ανοίγει διάπλατα την “Κερκόπορτα” για να την διαβούν εκατομμύρια αλλογενείς και αλλόθρησκοι τριτοκοσμικοί λαθρομετανάστες.

Όλοι αυτοί οι Ασιάτες και Αφρικανοί διευκολύνονται να πολιτογραφηθούν ως “Έλληνες”, με το νεοεποχίτικο επιχείρημα ότι κατ' αυτό τον τρόπο “μπολιάζεται και εμπλουτίζεται ο πολιτισμός μας”. Με τη “λογική” των ανοιχτών συνόρων η Ελλάδα αποδίδει στον κάθε λαθρομετανάστη την ελληνική ιθαγένεια και υπηκοότητα, αγνοώντας την τόσο νευραλγική γεωπολιτικά θέση της χώρας μας στον χάρτη. Και συνιστά, πραγματικά, μεγάλη ειρωνεία ένα έθνος, όπως είναι το ελληνικό, που ενώ έμεινε επί χιλιετίες ολόκληρες συμπαγές και ομοιογενές, μέσα από ξένες κατοχές αιώνων, μέσα από πολυετείς και αιματηρούς πολέμους, μέσα από χίλιες δυο συμφορές της μοίρας, να χαρίζει σήμερα την ελληνικότητα στον οποιονδήποτε αλλοδαπό.

Αφήνουμε εδώ στην άκρη τον ακραίο παραλογισμό, να αποδίδεται δηλαδή η ιθαγένεια-υπηκοότητα σε ανθρώπους που μπήκαν παράνομα στην Ελλάδα, δηλαδή σε παράτυπους μετανάστες, οι οποίοι κανονικά -και βάσει των εγχώριων και διεθνών νόμων- θα έπρεπε πάραυτα να απελαθούν από τη χώρα. Τι είδους “λογική” είναι αυτή, να μπαίνει κάποιος στη χώρα με μη νόμιμα μέσα και ύστερα από καιρό να μπορεί όχι μόνο να πολιτογραφηθεί Έλληνας πολίτης, αλλά να πάρει και την ελληνική ιθαγένεια; Όλη αυτή η ασχήμια γίνεται βάσει της (παράλογης) “λογικής” του περίφημου πολυπολιτισμού και της παγκοσμιοποίησης, που θέλει να τα ισοπεδώσει όλα και να εξαφανίσει τα έθνη από τον χάρτη...

Ιδού η “λογική” αυτή των αριστεριστών υπέρμαχων της ανοιχτής (πολυπολιτισμικής) κοινωνίας... Στο κείμενο “Ιθαγένεια και Υπηκοότητα: Το ίδιο πράγμα” της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου διαβάζουμε:

“Με αφορμή τη συζήτηση που ξεκίνησε με την καμπάνια της Ένωσής μας “Τα παιδιά των μεταναστών που έχουν φέρει τη ζωή τους εδώ έχουν δικαίωμα στην ελληνική ιθαγένεια” ήλθε ξανά στην επικαιρότητα κυρίως μέσω του διαδικτύου μια μόνιμη σύγχυση που είναι προφανής ήδη από το 2010 που συζητάμε για τα σχετικά ζητήματα. Πρόκειται για τη σύγχυση που υπαγορεύει πως μεταξύ “ιθαγένειας” και “υπηκοότητας” υπάρχουν διαφορές. Η σύγχυση δεν είναι μόνο προϊόν κακόπιστης κριτικής, αλλά και καλόβουλης ερώτησης.

Ωστόσο: Η ιθαγένεια και η υπηκόοτητα είναι το ίδιο πράγμα. Και οι δύο δηλούν τη σχέση του ανθρώπου με το κράτος στο λαό του οποίου αυτός ανήκει, είναι δηλαδή πολίτης. Στα ελληνικά λοιπόν, ιδιότητα του Έλληνα πολίτη, ιθαγένεια και υπηκόοτητα είναι συνώνυμα.

Η σύγχυση ωστόσο περί της δήθεν διαφοράς δεν είναι αθώα. Λέγεται πως “η ιθαγένεια δεν δίνεται, την έχεις” ενώ “η υπηκοότητα μπορεί να δοθεί”. Στο γένος λοιπόν ανήκεις (ιθύς + γένος) ενώ στο λαό μπορεί να εισέλθει κανείς. Λένε κάποιοι λοιπόν ότι «οι μετανάστες μπορούν να πάρουν την υπηκοότητα όχι όμως την ιθαγένεια». Λάθος: το νομικό περιεχόμενο των όρων δεν ακολουθεί την ετυμολογία τους. Άλλες οι λέξεις “ύδωρ” και “νερό”, “οίνος” και “κρασί”, πλην όμως ίδιου νοήματος. Ίδιες οι λέξεις “άλογο” και “άλογο” πλην όμως η μια αποδίδει το μη λογικό ον και η άλλη το γνωστό μας άλογο, τετράποδο θηλαστικό και μάλιστα λογικότατο.

Ας τελειώνουμε: υπηκοότητα λέγαμε πιο παλιά όταν, επί βασιλείας, χρησιμοποιούσαμε τον όρο “υπήκοος” και όχι “πολίτης”. Στη νομική και διοικητική γλώσσα της Ελλάδας, το “ιθαγένεια” καλύπτει αυτήν τη σχέση: το να είναι κάποιος πολίτης ενός κράτους. Την ιθαγένεια την αποκτάς, όπως την υπηκοότητα, με τη γέννηση, με δήλωση, με πολιτογράφηση κλπ. Ακόμη πιο απλά: αν ένας αλλοδαπός πολιτογραφηθεί θα αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, δηλαδή την ελληνική υπηκοότητα”.

Επίσης, σε άρθρο του στην εφημερίδα “Η Καθημερινή” (9 Ιουλίου 2018), ο τέως υπουργός Επικρατείας και καθηγητής ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, Χάρης Παμπούκης, αναφέρει τα εξής:

“Ιθαγένεια είναι ο νομικός δεσμός του κάθε κράτους με τους πολίτες του. Κάθε κράτος έχει κατ’ αρχήν ελεύθερα το δικαίωμα να ορίζει τους πολίτες του. Συνώνυμος στην ελληνική γλώσσα του όρου «ιθαγένεια» είναι η υπηκοότητα. Επομένως, εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος ότι ο όρος «ιθαγένεια» ταυτίζεται με το κράτος και μόνο. Δεν αφορά σε έθνος ούτε και θα μπορούσε, γιατί το έθνος δεν είναι υποκείμενο του διεθνούς δικαίου.

Επίσης, είναι χρήσιμο να λεχθεί ότι ο όρος «ιθαγένεια-υπηκοότητα» τόσο στην αγγλική όσο και στη γαλλική αντιστοιχεί στους όρους nationality-citizenship και nationalité. Και στην αγγλική ο όρος διαφέρει σαφώς από τον όρο ethnicity (ο οποίος πράγματι αντιστοιχεί στον όρο «εθνότητα») –και γαλλικά αντίστοιχα ethnicité– και σημαίνει ανήκειν σε εθνοτικό κοινωνικό σύνολο όχι με νομικό δεσμό αλλά πολιτισμικά. [...] Παρά τις διάφορες ατέλειες που πάντα έχει μία μετάφραση, εν προκειμένω ορθά αποδίδεται στα ελληνικά ο όρος nationality-citizenship με τον όρο «ιθαγένεια» (υπηκοότητα). [...]

Το έθνος ορίζεται με βάση ορισμένα στοιχεία, κυρίως τη γλώσσα, τη θρησκεία (ομόθρησκο), τις κοινές παραδόσεις, την κοινή ιστορική καταγωγή (το ομόμαιμο) και υποδηλώνει τον δεσμό με ορισμένη ομάδα ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά. Δεν ταυτίζεται με το κράτος, το οποίο αποτελείται από έδαφος, λαό και κυβέρνηση και μόνο μπορεί να είναι υποκείμενο του διεθνούς δικαίου. Ας σημειωθεί επίσης ότι υπάρχουν έντονες διαφωνίες και ως προς τον ίδιο τον ορισμό του έθνους, π.χ. άλλοι περιλαμβάνουν και το ομόθρησκο –γνώμη με την οποία συμφωνώ– άλλοι όχι. Σημαντικό είναι εν προκειμένω να λεχθεί ότι το έθνος και το κράτος διαφέρουν και επομένως η ιθαγένεια-υπηκοότητα με την εθνότητα. Η ιθαγένεια είναι η ιδιότητα, ο νομικός δεσμός με το κράτος και η εθνότητα είναι ο δεσμός με ένα έθνος. Η διεθνής κοινωνία βασίζεται στα κράτη, μετά τη Συνθήκη των Βετσφαλιών (1648), τα οποία είναι υποκείμενα του διεθνούς δικαίου και όχι στα έθνη τα οποία δεν είναι.

Να το παραστήσουμε όσο απλά γίνεται: σε ένα κράτος μπορεί να υπάρχουν πολλά έθνη (και στο πλαίσιο αυτό των μειονοτήτων τίθεται και το θέμα αναγνώρισης εθνοτήτων, δηλαδή εντός του κράτους και για την προστασία τους, όχι όμως ταυτιζόμενο με το κράτος) και ένα έθνος μπορεί να υπάρχει σε πολλά κράτη (η Ελλάδα είναι περίτρανο τέτοιο παράδειγμα). Το έθνος δεν είναι υποκείμενο διεθνούς δικαίου. Το τελευταίο ασχολείται μαζί του μόνο σε σχέση με την προστασία των μειονοτήτων. Επίσης, στο εσωτερικό δίκαιο η έννοια έθνος χρησιμοποιείται περιορισμένα. Συνδέεται κατά υπάλληλο τρόπο με το δίκαιο της ιθαγένειας (και λαμβάνεται υπόψη ως προς την ελάφρυνση όρων κτήσης ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση προκειμένου περί ομογενών)”.

Αντίθετα από τις παραπάνω απόψεις, τις οποίες παραθέσαμε στο πνεύμα του ειλικρινούς διαλόγου, ο Κωνσταντίνος Πλεύρης, γνωστός νομικός και πανεπιστημιακός καθηγητής, σε κείμενό του με τίτλο “Ιθαγένεια-υπηκοότης και γραικύλοι”, γράφει ανάμεσα σε άλλα τα ακόλουθα:

“Ιθαγένεια και υπηκοότης είναι δύο λέξεις με τελείως διαφορετικόν νόημα. Άλλη η σημασία της εννοίας ιθαγένεια και άλλη η σημασία της εννοίας υπηκοότης. Ατυχώς στους νομικούς και πολιτικούς κύκλους εταυτίσθη η μία έννοια με την άλλην, ώστε με την λέξιν ιθαγένεια να εννοήται η υπηκοότης και αντιστρόφως. Βεβαίως πολλοί επιστήμονες επικρίνουν αυτήν την ταύτισιν, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην γλωσσικήν πραγματικότητα. [...]

Ας έλθωμεν τώρα στην έννοιαν Ιθαγένεια, που είναι η ιδιότης του ιθαγενούς. Η λέξις ιθαγενής και ιθαιγενής (Όμηρος: «Οδύσεια» Ξ 203) προέρχεται από το ιθύς, που σημαίνει «κατ' ευθείαν» (Ε. Κοφινιώτη «Λεξικόν ομηρικόν» σελ. 157, Ν. Δασκαλάκη: «Λεξικόν ετυμολογικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης» σελ. 209, J Hofmann: «Ετυμολογικόν Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής» σελ. 140 κ.α) και από το «γένος», που σημαίνει την φυλήν. Έχομεν λοιπόν σύνθεσιν των ιθύς + γένος και ιθαγενής καλείται ο έχων κατ' ευθείαν σχέσιν με γένος. Στην Αρχαίαν Ελληνικήν Γλώσσαν ιθαγενής ονομάζεται ο γνήσιος προς συγκεκριμένον γένος. Κατά συνέπειαν το περιεχόμενον της ιθαγενείας είναι φυσικόν γεγονός (όχι επίκτητον) και ειδικώτερον φυλετικόν. [...]

Η υπηκοότης είναι αποκλειστική νομική πράξις. Κάποιος, ο οποιοσδήποτε δύναται να αποκτήση την υπηκοότητα οποιουδήποτε κράτους, εφόσον πληροί τας προϋποθέσεις, που προβλέπει η νομοθεσία εκείνου του κράτους. Η υπηκοότης δεν επιδρά επί της ιθαγενείας και αντιστρόφως. Εάν ένας Έλλην μεταβή στην Κίνα και δια ποικίλους λόγους του δοθή η κινεζική υπηκοότης ασφαλώς δεν έγινε Κινέζος. Η υπηκοότης αυταποδείκτως δεν μεταβάλλει την φυλετικήν υπόστασιν των ανθρώπων. [...]

Να προσθέσωμεν και τα εξής. Η υπηκοότης ως νομικόν κατασκεύασμα (νομοθέτημα) αλλάζει κατά την κρίσιν των νομοθετών. Σήμερον, δια να αναγνωρισθή ένας μετανάστης υπήκοος της Ελλάδος οφείλει να έχη κάποιους όρους, προϋποθέσεις. Αύριο η νομοθεσία αλλάζει τους όρους, προϋποθέσεις και δια να λάβη ο μετανάστης την Ελληνικήν υπηκοότητα υποχρεούται να συμμορφωθή, προς τας νέας διατάξεις, δια την χορήγησιν της υπηκόοτητος.

Απεναντίας στην ιθαγένειαν απουσιάζουν παντελώς νομικαί προϋποθέσεις ή όροι. Διότι εδώ τον μοναδικόν λόγον έχει η φύσις. Η ιθαγένεια ως βιολογική κατάστασις είναι αμετάβλητος και δεν υπόκειται εις ανθρωπίνους τεχνητάς, ρυθμίσεις. [...] Επίσης η υπηκοότης δι' ωρισμένους λόγους αφαιρείται με μία νομική πράξι. Ενώ η ιθαγένεια δεν αφαιρείται ποτέ. Ακολουθεί το άτομο μέχρι του θανάτου του. Ουδεμία διοικητική αρχή και ουδένα δικαστήριον μπορεί να αποφασίση να αφαιρεθή η ιθαγένεια κάποιου. [...] Η ιθαγένεια ως φυσική-βιολογική κατάστασις δεν εξαρτάται από νομοθεσίας ή την βούλησιν προσώπων, κρατών κ.τ.λ. Προέρχεται μόνον από την φύσιν. Ο ιθαγενής ανήκει στην φυλή (γένος) όπου τον έταξε η μοίρα. [...]

Οι γραικύλοι παρέσυραν τους νομικούς (όχι όλους) να ταυτίσουν την ιθαγένεια με την υπηκοότητα. Ταυτίζουν δηλαδή ένα βιολογικό γεγονός με μία διοικητική πράξι. Αν είναι δυνατόν! [...] Στα πλαίσια της εθνοδιαλυτικής πολιτικής των γραικύλων εντάσσεται και η χορήγησις της Ελληνικής «ιθαγενείας» (;) στους μετανάστας, που εισέβαλαν μαζικώς στην Πατρίδα μας.

Η Ελληνική υπηκοότης μπορεί υπό όρους, προϋποθέσεις να δοθή εις ξένους. Ποτέ η ιθαγένεια. Τούτο φυσικώς είναι αδύνατον. [...] Η πολιτογράφησις ξένων επιτρέπεται μόνον εις ειδικάς περιπτώσεις κι' όχι γενικώς. Επιτρέπεται μόνον εφόσον προσφέρουν εξεχούσας υπηρεσίας στην Ελλάδα, διότι μόνον έτσι αποδεικνύεται, ότι αγαπούν την Πατρίδα μας. Εξ άλλου στην έννοιαν του Έλληνος κυριαρχεί το συναισθηματικόν στοιχείον. Όταν ο Έλλην βλέπει την Ελληνική Σημαία ή ακούει τον Εθνικόν μας Ύμνον αισθάνεται συγκίνησιν. Μήπως ανάλογον συγκίνησιν θα αισθανθή ο Πακιστανός, που ένα μπακαλόχαρτο στην τσέπη τον γράφει, ότι είναι Έλλην;”.


110 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates