• .

Η ακροτελεύτια διάταξη (Άρθρο 120) του Συντάγματος της Ελλάδας

Ενημερώθηκε: Μαι 12

11.5.2020

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη

Η ακροτελεύτια -δηλ. η τελευταία- διάταξη του Συντάγματος της Ελλάδας (του 1975, αναθεωρημένο το 1986, το 2001 και το 2008), δεν είναι παρά το περίφημο άρθρο 120, το οποίο αποτελείται από τέσσερις παραγράφους. Το άρθρο αυτό αναφέρει επακριβώς τα εξής: “1. Το Σύνταγμα αυτό που ψηφίστηκε από την Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, υπογράφεται από τον Πρόεδρό της, δημοσιεύεται από τον προσωρινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με διάταγμα που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και αρχίζει να ισχύει από τις ένδεκα Ιουνίου 1975. 2. Ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων. 3. Ο σφετερισμός, με οποιονδήποτε τρόπο, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή διώκεται μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία, οπότε αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος. 4. Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία”. Αυτά αναφέρονται, λοιπόν, στο άρθρο 120 του ισχύοντος Συντάγματος της Ελλάδας. Στην πραγματικότητα, το εν λόγω άρθρο δεν είναι παρά το άρθρο 114 του προηγούμενου ισχύοντος Συντάγματος, δηλαδή του Συντάγματος του 1952, το οποίο απέκτησε ιδιαίτερη δημοφιλία την περίοδο 1961-63 (στον “ανένδοτο αγώνα” του Γεωργίου Παπανδρέου και της Ένωσης Κέντρου κατά της τότε κυβέρνησης της Δεξιάς), αλλά και την περίοδο 1965-67, δηλαδή αμέσως μετά την “αποστασία” και τα γεγονότα των Ιουλιανών και έως την επέμβαση των τανκς της 21ης Απριλίου. Τι είχε συμβεί τότε; Στις 29 Οκτωβρίου 1961 η ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή (πρωθυπουργού από το 1955) πέτυχε μία κατά πολλούς απρόσμενη νίκη στις βουλευτικές εκλογές, εξασφαλίζοντας πάνω από το 50% των ψήφων. Συγκεκριμένα, η ΕΡΕ αύξησε κατά 10% τη δύναμή της εν σχέσει με τις προηγούμενες εκλογές (του 1958), ενώ η αριστερή ΕΔΑ -που το 1958 είχε κάνει την έκπληξη, παίρνοντας ποσοστό 25% και τη δεύτερη θέση- έχασε αντίστοιχα το 10% των ψήφων της. Η δύναμη του Κέντρου έμεινε στάσιμη ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις. Συμπέρασμα: μεταξύ του 1958 και του 1961 ένα 10% του εκλογικού σώματος μετακινήθηκε από την άκρα Αριστερά στην άκρα Δεξιά, ενώ το Κέντρο δεν κέρδισε ούτε μία ψήφο! Αμέσως, τόσο η Ένωση Κέντρου υπό τον “Γέρο της Δημοκρατίας” Γεώργιο Παπανδρέου, όσο και η ΕΔΑ κατήγγειλαν το αποτέλεσμα των εκλογών ως “προϊόν βίας και νοθείας”. Κεντρώοι και αριστεροί επικαλέστηκαν το ακροτελεύτιο άρθρο του τότε Συντάγματος (άρθρο 114) και ξεκίνησαν τον “ανένδοτο αγώνα” για να ρίξουν τη Δεξιά από την εξουσία. Τελικά, το 1963 ο πρωθυπουργός Καραμανλής συγκρούστηκε με τον Βασιλέα και αποπέμφθηκε από την εξουσία. Στις πρόωρες εκλογές του 1963 και τις επαναληπτικές του 1964 η ΕΡΕ υπέστη δεινή ήττα και ο Παπανδρέου έγινε πρωθυπουργός με το 53% των ψήφων. Όμως η Ένωση Κέντρου δεν άντεξε για πολύ στην κυβέρνηση. Η έλλειψη εσωτερικής συνοχής και η αναποτελεσματικότητά της στην εξουσία οδήγησαν αφενός στη σύγκρουση Παπανδρέου-Βασιλέως (15 Ιουλίου 1965) και αφετέρου στη διάσπαση του κόμματος. Ο “Γέρος της Δημοκρατίας” έπεσε από την εξουσία και -συνεπικουρούμενος από την άκρα Αριστερά- άρχισε έναν νέο “ανένδοτο αγώνα”, επικαλούμενος πάλι το άρθρο 114 του Συντάγματος. Τελικό αποτέλεσμα της πολιτικής ανωμαλίας: το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 και όλα όσα επακολούθησαν... Στη μελέτη “Το Σύνταγμα της Ελλάδας” (εκδόσεις “Το Ποντίκι”, 2001), σε σχόλια του πολιτικού αναλυτή Γρηγόρη Τζιοβάρα, διαβάζουμε σχετικά τα εξής ενδιαφέροντα: “Η ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος του 1975/1986/2001 είναι αντίστοιχη με το περίφημο άρθρο 114 του Συντάγματος του 1952, που έγινε σύμβολο αγώνων μιας ολόκληρης γενιάς. Στη ρύθμιση αυτή θεμελιώνεται δικαίωμα αλλά και υποχρέωση αντίστασης των Ελλήνων πολιτών κατά οποιουδήποτε επιχειρήσει βίαιη κατάλυση του Συντάγματος. Πρόκειται για την έσχατη και πιο αποτελεσματική εγγύηση της Λαϊκής Κυριαρχίας που αμύνεται έτσι εναντίον όσων την καταλύουν. Η αντίσταση σε κάποιο πραξικόπημα μπορεί να πάρει νόμιμα τη μορφή γενικής απεργίας, διαδηλώσεων, αλλά και άλλων πράξεων που είναι όμως παράνομες με τη στενή έννοια του όρου και γίνονται από τον λαό. Επιπλέον το άρθρο 120 παρ. 3 διευκρινίζει ότι η κατάλυση της λαϊκής κυριαρχίας διώκεται ποινικά, μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία και χωρίς να υπάρχει κίνδυνος παραγραφής. Πρόκειται για μια “διαπαιδαγωγική” διάταξη, που ψηφίστηκε μετά τα νομικά προβλήματα που δημιούργησε η δίωξη των “πρωταιτίων” της δικτατορίας του 1967-74”. Ακόμη, ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αντώνης Παντελής, στο βιβλίο του με τίτλο «Εγχειρίδιο συνταγματικού δικαίου» (εκδόσεις «Λιβάνη», 2007), αναφέρει ότι: «…το νέο Σύνταγμα διατυπώνει ρητά δικαίωμα αντιστάσεως και μάλιστα προσθέτει αντίστοιχη υποχρέωση». Τέλος, ο καθηγητής-συνταγματολόγος, πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και υπουργός, Ευάγγελος Βενιζέλος, αναγράφει στο βιβλίο του «Μαθήματα συνταγματικού δικαίου» (εκδόσεις «Σάκκουλα», 2008), τα εξής: «Η αντίσταση μπορεί να ασκείται με κάθε μέσο∙ στο πεδίο, επομένως, του άρθρου 120 παρ. 4 εμπίπτει τόσο η παθητική (με τη μορφή της ανυπακοής) όσο και η ενεργητική αντίσταση: αυτό σημαίνει ότι αίρεται από το ίδιο το Σύνταγμα ο παράνομος χαρακτήρας των πράξεων ή των παραλείψεων που είναι αναγκαίες για την εκδήλωση της αντίστασης αυτής. […] Η κατάλυση του Συντάγματος προϋποθέτει την παρεμπόδιση ή τη διακοπή της λειτουργίας των άμεσων οργάνων του κράτους και κυρίως της Βουλής, της Κυβέρνησης και του Προέδρου της Δημοκρατίας». Το παλιό άρθρο 114 (που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 120, στο νέο Σύνταγμα του 1975) προσπάθησαν να επικαλεστούν ορισμένοι κύκλοι, αμέσως με το που ξεκίνησε για τη χώρα η οκταετής περίοδος των Μνημονίων (2010-18). Οι εν λόγω κύκλοι ισχυρίστηκαν ότι το Σύνταγμα της Ελλάδας καταλύθηκε με την ψήφιση του πρώτου Μνημονίου (2010), το οποίο κατά τη γνώμη τους υπήρξε παράνομο και αντισυνταγματικό, συνεπώς συνιστούσε ιερό καθήκον και δικαίωμα των Ελλήνων να προασπιστούν τον ανώτατο Νόμο με κάθε δυνατό τρόπο, ακόμα και με τη χρήση βίας. Ο ισχυρισμός ότι το Μνημόνιο-1 παραβίαζε το ελληνικό Σύνταγμα βασίστηκε πάνω στην υπόθεση ότι την προσφυγή της χώρας στην Τρόικα την ψήφισαν στη Βουλή μόνο 173 βουλευτές, και όχι 180 όπως προβλέπει το Σύνταγμα σε περίπτωση εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας. Στο άρθρο 28, παράγραφος 2 του Συντάγματος διαβάζουμε χαρακτηριστικά: “Για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον και να προαχθεί η συνεργασία με άλλα κράτη, μπορεί να αναγνωρισθούν, με συνθήκη ή συμφωνία, σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Για την ψήφιση νόμου που κυρώνει αυτή τη συνθήκη ή συμφωνία απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών”. Άρα -λένε οι αμφισβητίες της νομιμότητας του Μνημονίου-1-, επειδή οι 173 βουλευτές είναι λιγότεροι από τα 3/5 του συνόλου των βουλευτών (δηλαδή τουλάχιστον 180 στους 300), συνεπάγεται ότι η απώλεια εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας προς όφελος της Τρόικας (Ευρωπαϊκή Ένωση, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) είναι νομικά άκυρη. Κατά πόσο όμως το πρώτο Μνημόνιο εκχώρησε πράγματι εθνική κυριαρχία σε διεθνείς οργανισμούς ή σε άλλα κράτη, για να είναι παράνομη η ψήφισή του; Η δανειακή σύμβαση που συνάφθηκε τον Μάιο του 2010 ανάμεσα στην Ελλάδα και τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης (ύψους 80 δις ευρώ), με την αρωγή του ΔΝΤ (άλλα 30 δις ευρώ), αφορούσε την παροχή δανείου 110 δις ευρώ στη χώρα μας. Επρόκειτο όμως για “μνημόνιο κατανόησης”, εμπίπτει δηλαδή στην κατηγορία των συμφωνιών που δεν αποτελούν διεθνείς συμβάσεις κατά το διεθνές δίκαιο. Με απλά λόγια, τα “μνημόνια κατανόησης” συνιστούν μια ήπια μορφή δικαίου, που αδυνατούν να επιβάλλουν περιορισμούς στην εθνική κυριαρχία ούτε και έχουν τη δυνατότητα να μεταβιβάζουν σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Κατά συνέπεια, το Μνημόνιο-1 δεν μεταβίβασε μέρος έστω της ελληνικής κυριαρχίας σε ξένες δυνάμεις. Μύθος, λοιπόν, ότι το άρθρο 120 του Συντάγματος θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση αυτή, αφού στην πραγματικότητα ουδέποτε αυτό καταλύθηκε. Άλλο παράδειγμα που χρησιμοποίησαν μερικοί για να καταγγείλουν την “αντισυνταγματικότητα” μιας συμφωνίας, υπήρξε η περιβόητη Συμφωνία των Πρεσπών (Ιούνιος 2018), η οποία και παρέδιδε το όνομα της Μακεδονίας στο κράτος των Σκοπίων. Ψηφίστηκε στη Βουλή από 153 βουλευτές. Άρα, θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι παραβιάζεται και πάλι το άρθρο 28, παρ. 2 του Συντάγματος, που προβλέπει την ψήφιση μιας τέτοιου είδους διεθνούς συμφωνίας από τα 3/5 του συνόλου των βουλευτών (180 τουλάχιστον βουλευτές). Επίσης, η Συμφωνία των Πρεσπών ακύρωσε στην πράξη την απόφαση των τριών συμβουλίων των αρχηγών των κομμάτων, υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (1992), που ομόφωνα -πλην του ΚΚΕ- είχαν αποφασίσει να μην αναγνωρίσει η Ελλάδα το κράτος των Σκοπίων, εάν στην ονομασία του περιλαμβάνεται ο όρος «Μακεδονία». Από τα παραπάνω, θα μπορούσε κάποιος να επικαλεστεί το άρθρο 120, παρ. 4 του Συντάγματος και να καλέσει τον λαό σε γενική ανυπακοή και αντίστασή του απέναντι στην παραβίαση του Συντάγματος από την κυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα. Αυτό δεν συνέβη ποτέ. Τέλος, η απαγόρευση συναθροίσεων πέραν των 10 ατόμων, εξαιτίας της πανδημίας του κοροναϊού (Μάρτιος 2020), εξετάστηκε κι αυτή από κάποιους ως “αντισυνταγματική”, στον βαθμό που ακυρώνει το άρθρο 11, παράγραφος 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο: «Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα». Πουθενά στο Σύνταγμα δεν γίνεται αναφορά για απαγόρευση ειρηνικών συναθροίσεων ή ακόμη και δημοσίων (πολιτικών κτλ.) μαζικών συγκεντρώσεων για λόγους δημόσιας υγείας. Συνεπώς, η απόφαση της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη δεν θεμελιώνεται -λένε οι επικριτές της- επί του Συντάγματος, άρα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το Σύνταγμα. Στην περίπτωση αυτή θα ήταν δυνατόν, θεωρητικά, να επικαλεστεί κάποιος το άρθρο 120, παρ. 4 του Συντάγματος. Ούτε όμως αυτό έγινε ποτέ, και ο λόγος είναι απλός: διότι καμία έννομη τάξη -με το πνεύμα και το γράμμα της ισχύουσας νομοθεσίας- στην πραγματικότητα δεν καταλύθηκε... Εν τέλει, από το άρθ. 120, παρ. 4 του Συντάγματος της Ελλάδας, καθώς και από τους σχολιασμούς ειδικών που παρατέθηκαν πιο πριν, από πουθενά δεν προκύπτει ότι ο ελληνικός λαός νομιμοποιείται να αντισταθεί είτε στη συρρίκνωση του βιοτικού του επιπέδου που συνέβη με τα οικονομικά μέτρα των Μνημονίων, είτε ακόμη και σε «ξεπούλημα» στα εθνικά μας θέματα (π.χ. στο Μακεδονικό, με τη Συμφωνία των Πρεσπών) είτε, τέλος, στους περιορισμούς κυκλοφορίας που επιβλήθηκαν το 2020 εξαιτίας της έξαρσης του κοροναϊού. Όλα αυτά, που αναπαράγονται από διάφορους κύκλους, αποτελούν μυθεύματα και δεν ισχύουν. Μπορούμε να πούμε, αντίθετα, ότι το άρθρο 120, παράγραφος 4 του Συντάγματος είναι «κομμένο και ραμμένο» στα μέτρα της εκάστοτε εξουσίας ειδικότερα και, εν γένει, του πολιτικού συστήματος, αφού προβλέπει ρητά την υπεράσπιση των κορυφαίων θεσμών της Πολιτείας: τη Βουλή των Ελλήνων, την Κυβέρνηση και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

615 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates