• .

Τουρκία: Μετά τον Ερντογάν, τι;

3.11.2020

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Φτάνει άραγε η κυριαρχία του Ερντογάν στην τουρκική πολιτική σκηνή, στο τέλος της; Είναι αλήθεια ότι ο Τούρκος ηγέτης έχει αλλάξει, από το 2002 και μετά, στη χώρα του πάρα πολλά. Πριν από περίπου 20 χρόνια η Τουρκία ήταν έτοιμη να καταρρεύσει οικονομικά· ο Ερντογάν ανέστησε την τουρκική οικονομία. Επίσης, κοντά δυο δεκαετίες πριν, η τουρκική εξωτερική πολιτική δεν έμοιαζε και τόσο φιλόδοξη· σήμερα, η Τουρκία μέρα με την μέρα καθίσταται τοπική υπερδύναμη. Τέλος, όταν αναλάμβανε ο Ερντογάν, η Τουρκία ήταν μία κοσμική χώρα, συνδεδεμένη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και, γενικά, με τη Δύση· τώρα πλέον έχει απομακρυνθεί για τα καλά από τον δυτικό κόσμο, έχει καταστεί εν μέρει μία ισλαμική (θεοκρατική) κοινωνία...

Όλα όμως έχουν αρχή και τέλος. Και είναι εμφανές ότι η πολιτική κυριαρχία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πλησιάζει προς το τέλος της. Τα μεγάλα ανοίγματα και οι τολμηρές κινήσεις που αυτός πραγματοποίησε σε κάθε μέτωπο τείνουν να γίνουν πλέον μπούμερανγκ και να στραφούν εναντίον του. Ήδη η οικονομία της Τουρκίας δεν πάει καθόλου καλά· μετά την “υπερθέρμανσή” της των τελευταίων ετών, τώρα υφίσταται καθίζηση. Αλλά και στα εθνικά θέματα της Τουρκίας, η επέκτασή της προς τους ζωτικούς χώρους των γειτόνων της (Ελλάδα, Κύπρος, Μέση Ανατολή, Υπερκαυκασία) την καθιστά όλο και πιο ευάλωτη. Όσο για την ήπια ισλαμοποίηση της τουρκικής κοινωνίας που επιχειρεί πλαγίως ο Ερντογάν, το ισλαμιστικό φίδι γιγαντώνεται πια τόσο πολύ, ώστε στο τέλος θα καταπιεί κι αυτόν τον ίδιο!

Δεν είναι συνεπώς τυχαίο που οι διεθνείς αναλυτές αναρωτιούνται ποια θα είναι η διάδοχη κατάσταση στην Τουρκία, η μετα-Ερντογάν εποχή. Θα έχουμε πισωγύρισμα στην προηγούμενη κατάσταση; Θα έχουμε άραγε έξαρση του ισλαμοτζιχαντιστικού άκρου; Ή μήπως θα προκύψουν εντελώς νέα πρόσωπα-έκπληξη, που θα αλλάξουν κυριολεκτικά τα πάντα; Όλα τα ενδεχόμενα μοιάζουν σήμερα ανοιχτά. Υπάρχουν εν τούτοις δύο πολιτικοί, οι οποίοι φαίνεται να έχουν υπό τις παρούσες συνθήκες το προβάδισμα: η Μεράλ Ακσενέρ και ο Εκρέμ Ιμάμογλου.

Η Μεράλ Ακσενέρ, ηγέτιδα του “Καλού Κόμματος” (“İYİ Parti”), είναι αρκετά πιθανό να είναι η επόμενη ισχυρή κυβερνήτις της Τουρκίας, κάτι σαν νέα Τανσού Τσιλέρ. Γεννημένη το 1956 στο Ίζμιτ (Νικομήδεια), έλκει την καταγωγή της -τόσο από τον πατέρα όσο και από τη μητέρα της- από τη Θεσσαλονίκη· οι γονείς της ήταν πρόσφυγες της πληθυσμιακής ανταλλαγής που πραγματοποιήθηκε το 1923 μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας. Επί χρόνια υπήρξε καθηγήτρια πανεπιστημίου, έως ότου το 1995 μπήκε στην ενεργό πολιτική, ως μέλος του Κόμματος Αληθινού Μονοπατιού. Από το φθινόπωρο του 1996 έως το καλοκαίρι του 1997 ήταν υπουργός εσωτερικών, αντικαθιστώντας τον Μεχμέτ Αγάρ, ο οποίος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω της συμμετοχής του στο περιβόητο σκάνδαλο Σουσουρλούκ.

Έκτοτε, υπηρέτησε επί χρόνια ως βουλευτής, αρχικά της επαρχίας Κοτζαελί και αργότερα της επαρχίας Κωνσταντινούπολης, και μάλιστα έγινε και αντιπρόεδρος της τουρκικής Βουλής. Μετά τις πολιτικές ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα στην Τουρκία, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Ακσενέρ ανήκε στο ΜΗΡ (Κόμμα Εθνικιστικής Κίνησης). Όμως το 2016 διαφώνησε δημόσια με τον ηγέτη του κόμματος, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, έως ότου τον Οκτώβριο του 2017 ίδρυσε καινούρια πολιτική κίνηση: το “Καλό Κόμμα”. “Καλώ το κίνημα των γενναίων!”, ήταν τα πρώτα της λόγια στην ηγεσία του νέου πολιτικού κόμματος...

Το “Καλό Κόμμα” ανήκει σε μια νέα πολιτική εποχή. Αντανακλά πλήρως τις απόψεις της αρχηγού του, μία μείξη πιστού ισλαμικού προσανατολισμού και πρωτόγονων τουρκικών αξιών από την εποχή των Χαν της κεντρικής Ασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι σύμβολο του “Καλού Κόμματος” είναι ο ήλιος (ο ηλιακός θεός Τανρί των αρχαίων Τούρκων νομάδων), ενώ και τα γράμματα İYİ από την ονομασία του κόμματος παραπέμπουν στον πανάρχαιο τουρανικό ρούνο του Τανρί! Η Ακσενέρ εμφανίζεται ως μεταρρυθμίστρια του τουρκικού πολιτικού συστήματος, πιστεύοντας ότι η δημοκρατία στη χώρα βρίσκεται υπό απειλή· συχνά καταγγέλει τον Ερντογάν, ότι ασκεί απαράδεκτες πιέσεις στα ΜΜΕ και το δικαστικό σύστημα, ενώ είναι υπέρμαχος μιας “ελεύθερης κοινωνίας”. Πάντως, στις προεδρικές εκλογές του 2018 έλαβε μόλις το 7,29% των ψήφων...

Ο Εκρέμ Ιμάμογλου, ποντιακής καταγωγής, γεννήθηκε το 1970 στο Ακτσααμπάτ (Πλάτανα) της επαρχίας Τραπεζούντας, της Μαύρης Θάλασσας. Αφού αποφοίτησε από το λύκειο της πόλης του, πήγε για σπουδές στην Κωνσταντινούπολη, όπου και διαμένει έκτοτε. Σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων, με μεταπτυχιακό στη διαχείριση ανθρώπινων πόρων, και αργότερα έγινε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της οικογενειακής του επιχείρησης. Παράλληλα, απέκτησε δημοφιλία ασχολούμενος με τον αθλητισμό (ποδόσφαιρο και μπάσκετ).

Μέλος του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) από το 2008, άρχισε τη μεγάλη του καριέρα το 2014, όταν εξελέγη δήμαρχος του Μπεϊλίκντουζου, περιοχής στα ευρωπαϊκά προάστια της Κωνσταντινούπολης. Αυτό θεωρήθηκε μεγάλη επιτυχία, κι έτσι αργότερα έλαβε το χρίσμα του υποψηφίου δημάρχου Κωνσταντινούπολης -περιοχής που παραδοσιακά στηρίζει τις δυνάμεις του κόμματος του Ερντογάν- για τις δημοτικές εκλογές του 2019. Το στοίχημα ήταν μεγάλο, τόσο για τον ίδιο τον Ιμάμογλου όσο και για το κόμμα του, αλλά και για τον ίδιο τον Ερντογάν προσωπικά.

Στις 31 Μαρτίου 2019 ο Ιμάμογλου κατάφερε, με μικρή διαφορά, να νικήσει τον πρώην πρωθυπουργό και υποψήφιο του κυβερνώντος κόμματος, Μπιναλί Γιλντιρίμ, για τη θέση του δημάρχου Κωνσταντινούπολης! Ήταν μία τεράστια επιτυχία, παρά την οριακή του νίκη, με δεδομένη την ισχύ του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚ Parti) του Ερντογάν στην Πόλη, αλλά και τον δυνατό αντίπαλό του. Όμως το ερντογανικό κόμμα έκανε ένσταση, για επανακαταμέτρηση ψήφων, ώσπου το ανώτατο εκλογικό συμβούλιο της χώρας αποφάσισε επανάληψη των εκλογών...

Στις 23 Ιουνίου 2019 τα ψέματα τελείωσαν. Το αντιπολιτευόμενο CHP κατηγόρησε προεκλογικά τον Ερντογάν για “ξεκάθαρη δικτατορία”, εστιάζοντας στην ακύρωση του αποτελέσματος των εκλογών του Μαρτίου, και τελικά ο Ιμάμογλου πέτυχε μεγάλη νίκη: πήρε 54,03%, με 777.000 ψήφους διαφορά από τον Γιλντιρίμ, και έγινε τελικά δήμαρχος Κωνσταντινούπολης! Ήταν ένα αποτέλεσμα που προβλημάτισε βαθύτατα τον Ερντογάν, ο οποίος είδε στον ανερχόμενο νέο πολιτικό έναν σαφή κίνδυνο για το μέλλον, έναν άνθρωπο που πιθανότατα θα απειλήσει σύντομα την κυριαρχία του...

Βεβαίως, πέραν της Ακσενέρ και του Ιμάμογλου, υπάρχουν και άλλα πρόσωπα που διεκδικούν για τον εαυτό τους τη θέση του κυβερνήτη της Τουρκίας, όταν πια ανατείλει η νέα εποχή μετά τον Ερντογάν. Πρόσωπα, όπως ο πρώην πρωθυπουργός και υπουργός εξωτερικών της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, αλλά και ο Αλί Μπαμπατζάν, πρώην πανίσχυρος υπουργός οικονομίας, οι οποίοι αμφότεροι αποχώρησαν από το κόμμα του Ερντογάν που σταδιακά αποδυναμώνεται. Ο Ερντογάν πάντως έχει ως στόχο την επανεκλογή του στις προεδρικές εκλογές του 2023, οι οποίες θα συμπίπτουν με τα 100 χρόνια από τη Συνθήκη της Λωζάννης. Ο ίδιος υπόσχεται μια “νέα Συνθήκη”, που θα σηματοδοτεί μια νέα, μεγαλύτερη Τουρκία σε βάρος των γειτόνων της, και βασικά της Ελλάδας και της Κύπρου. Είναι λοιπόν φανερό ότι μέχρι το 2023 οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά και στα ελληνοτουρκικά, θα είναι ραγδαίες και δραματικές.

85 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates