• .

Τα μεγάλα μυστικά του Μανόλη Ανδρόνικου

25.1.2018

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Η μοίρα το έφερε έτσι, ώστε ο εκ των μεγίστων Ελλήνων αρχαιολόγων Μανόλης Ανδρόνικος να «φύγει» απ’ τη ζωή τις μέρες ακριβώς εκείνες που είχε ξεσπάσει το νεώτερο «Μακεδονικό ζήτημα», με τις τελείως ανιστόρητες διεκδικήσεις του κρατιδίου των Σκοπίων επί της αρχαίας ελληνικής ιστορίας… Ο Ανδρόνικος πέθανε, σε ηλικία 73 ετών, στις 30 Μαρτίου του 1992, στη Θεσσαλονίκη όπου ζούσε επί σειρά δεκαετιών. Τι ειρωνεία! Εκείνες ακριβώς τις ημέρες το όνομά του ήταν στο επίκεντρο της επικαιρότητας, αφού οι Σκοπιανοί (που είχαν ανακηρύξει την ανεξαρτησία τους ήδη από τις 8 Σεπτεμβρίου του 1991) είχαν το θράσος να χρησιμοποιούν ως… εθνικό τους σύμβολο και ως επίσημη κρατική τους σημαία τη μεγάλη ανακάλυψη του καθηγητή Ανδρόνικου στη Βεργίνα της ελληνικής Μακεδονίας: το 16άκτινο «άστρο» ή «ήλιο» των αρχαίων Μακεδόνων βασιλέων!

Ο Μανόλης Ανδρόνικος είχε γεννηθεί το 1919 στην Προύσα της Μικράς Ασίας. Αμφότεροι οι γονείς του ήταν νησιώτες: ο πατέρας του καταγόταν από τη Σάμο, ενώ η μητέρα του από την Ίμβρο. Όταν το 1922 έγινε η Μικρασιατική καταστροφή, η οικογένεια Ανδρόνικου με τον τριών μόλις ετών Μανόλη εγκατέλειψε την Προύσα και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ο Μανόλης Ανδρόνικος εισήχθη στη Φιλοσοφική Σχολή του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα εξέφρασε το ενδιαφέρον του για την αρχαιολογία. Αν και νέος διορίστηκε ως καθηγητής φιλόλογος σε γυμνάσιο του Διδυμοτείχου Έβρου, εν τούτοις αργότερα αφοσιώθηκε εξ ολοκλήρου στην αρχαιολογία.

Το 1952 έγινε καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Την περίοδο 1954-55 μετεκπαιδεύτηκε στην Οξφόρδη, ενώ το 1957 εξελέγη υφηγητής της αρχαιολογίας, πάλι στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, έχοντας συγγράψει προηγουμένως διδακτορική διατριβή με θέμα «Λακωνικά ανάγλυφα». Υπήρξε μέγας φίλος της λογοτεχνίας, ιδιαίτερα δε της ποίησης, ενώ νυμφεύθηκε με την Ολυμπία Κακουλίδου, με την οποία έζησε έως το τέλος του γήινου βίου του. Πραγματοποίησε ανασκαφικές έρευνες σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, αλλά το κύριο ανασκαφικό του έργο επικεντρώθηκε στην περιοχή της Βεργίνας του νομού Ημαθίας, στη Μακεδονία της Βορείου Ελλάδος. Είχε ένα πλούσιο συγγραφικό έργο, ενώ συνέγραψε μελέτες για διάφορους αρχαιολογικούς χώρους: φυσικά για τη Βεργίνα, αλλά και για την Ακρόπολη, τους Δελφούς κτλ.

Όταν την περίοδο 1991-92 ξέσπασε το νεώτερο «Μακεδονικό» ζήτημα, η ελληνική πλευρά επικαλέστηκε το αθάνατο έργο του καθηγητή Ανδρόνικου, για να υπερασπιστεί την ελληνικότητα της Μακεδονίας μας και της ιστορίας της. Γι’ αυτό και λίγο κυριολεκτικά προ του θανάτου του, το 1992, βραβεύτηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Φοίνικος! Ξένοι διανοούμενοι, όπως ο κορυφαίος Βρετανός ιστορικός Νίκολας Χάμοντ, εκθείασαν το πρόσωπο και την προσφορά του, λέγοντας το αυτονόητο: ότι με το έργο του Μανόλη Ανδρόνικου διασφαλίζεται ο αναμφισβήτητος ελληνικός χαρακτήρας της Μακεδονίας! Σήμερα, απέναντι ακριβώς από το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, υπάρχει προτομή του Ανδρόνικου, προς τιμή της τεράστιας συμβολής του στην υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας και της ιστορίας του ελληνικού έθνους…

Η κορυφαία στιγμή στη ζωή και την καριέρα του υπήρξε η 8η Νοεμβρίου του 1977. Την ημέρα εκείνη, μετά από τις εκτεταμένες ανασκαφές της ομάδας Ανδρόνικου στη Βεργίνα, ήρθε στο φως της ημέρας ένα από τα σπουδαιότερα αρχαιολογικά μνημεία του ελληνικού και του παγκόσμιου πολιτισμού: ο ασύλητος μακεδονικός τάφος του Βασιλέως Φιλίππου του Β΄, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου! Το ότι ο τάφος ανήκε στον Φίλιππο, ο καθηγητής Ανδρόνικος το τεκμηρίωσε πάνω σε σημαντικά ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία. Στο εσωτερικό του τάφου βρέθηκαν πάρα πολλά πολύτιμα ευρήματα και κειμήλια, ανάμεσα στα οποία και το σύμβολο των Πανελλήνων, δηλ. ο 16άκτινος «αστέρας» ή «ήλιος», όπως καθιερώθηκε έκτοτε να αναφέρεται!

Αν και ανιστόρητοι ανθέλληνες «καθηγητές» αμφέβαλλαν για το αν όντως ο ως άνω τάφος ανήκε στον Βασιλιά Φίλιππο, εν τούτοις έρευνες και μελέτες Ελλήνων και ξένων ειδικών τους διέψευσαν πανηγυρικά. Το 2010 μια ειδική επιστημονική μελέτη των οστών που βρέθηκαν στον τάφο της Βεργίνας υποστήριξε ότι αυτά είναι συμβατά ΜΟΝΟ με τον Φίλιππο τον Β΄, Βασιλέα της Μακεδονίας! Έτσι κι αλλιώς, η ανακάλυψη του εν λόγω μνημείου θεωρείται παγκοσμίως ως μία από τις μεγαλύτερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 20ού αιώνα…

Έχει πολύ μεγάλη σημασία να διαβάσει κανείς τι έγραψε ο καθηγητής Ανδρόνικος όταν το 1977 κράτησε για πρώτη φορά στα χέρια του τη χρυσή λάρνακα και τα οστά του Φιλίππου. Έγραψε λοιπόν ο Μανόλης Ανδρόνικος, στο έργο του «Το χρονικό της Βεργίνας», τα εξής πολύ ενδιαφέροντα που αποτελούν πολύτιμη ιστορική παρακαταθήκη και μαρτυρία:

«Πήρα το τσαπάκι της ανασκαφής, που έχω μαζί μου από το 1952, έσκυψα στο λάκκο και άρχισα να σκάβω με πείσμα και αγωνία το χώμα κάτω από το κλειδί της καμάρας. Ολόγυρα ήταν μαζεμένοι οι συνεργάτες μου. Συνέχισα το σκάψιμο και σε λίγο ήμουν βέβαιος. Η πέτρα του δυτικού τοίχου ήταν στη θέση της, απείραχτη, στέρια. Είναι ασύλητος! Είναι κλειστός! Ήμουν ευτυχισμένος βαθιά.

Μπορώ να φέρω στη συνείδησή μου ολοκάθαρα την αντίδραση που δοκίμασα καθώς έλεγα μέσα μου: «Αν η υποψία που έχεις, πως ο τάφος ανήκει στον Φίλιππο, είναι αληθινή -και η χρυσή λάρνακα ερχόταν να ενισχύσει την ορθότητα αυτής της υποψίας- κράτησες στα χέρια σου τη λάρνακα με τα οστά του. Είναι απίστευτη και φοβερή μια τέτοια σκέψη, που μοιάζει εντελώς εξωπραγματική». Νομίζω πως δεν έχω δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μου τέτοια αναστάτωση, ούτε και θα δοκιμάσω ποτέ άλλοτε.

Την επομένη μέρα, όλες οι εφημερίδες με μεγάλους πρωτοσέλιδους τίτλους παρουσίασαν τις ανακοινώσεις για τα ευρήματα. Φυσικά οι χρυσές λάρνακες και το βάρος τους αποτελούσαν το κέντρο βάρους στις περιγραφές, μαζί με την άποψη που διατύπωσα πως ο τάφος ανήκει στον Φίλιππο. Μια εφημερίδα της Θεσσαλονίκης θεώρησε σκόπιμο να ζητήσει τις γνώμες συναδέλφων ιστορικών και αρχαιολόγων. Μου έκανε εντύπωση πως κανένας δεν άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί σε ενθουσιαστικές κρίσεις. Νηφάλιοι, συγκρατημένοι, επιφυλακτικοί, διακριτικοί και σώφρονες, στάθμισαν προσεκτικά τα λόγια τους, έτσι που να μη ριψοκινδυνεύουν την επιστημονική τους στάση»…

Την τεράστια προσφορά του Μανόλη Ανδρόνικου στον ελληνισμό εκτίμησε, γι’ αυτό άλλωστε και στήριξε πολύπλευρα, ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής. Με τον Ανδρόνικο ο Καραμανλής συνδεόταν με στενότατη φιλία και έκανε ό,τι μπορούσε για να τον βοηθήσει στο τιτάνιο έργο του. Ο Καραμανλής εκείνα τα χρόνια είχε την πληροφόρηση ότι η τοπική κυβέρνηση της «Μακεδονίας των Σκοπίων» πίεζε αφόρητα την κεντρική ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Βελιγραδίου (της τότε ενιαίας Γιουγκοσλαβίας), για να ενισχυθεί η ανθελληνική προπαγάνδα, που τότε «οργίαζε» στο εξωτερικό, κυρίως δε στην Αυστραλία και τον Καναδά, από Σκοπιανούς ομογενείς. Έτσι, τα αρχαιολογικά πορίσματα του Ανδρόνικου χρησιμοποιήθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση, κυρίως την τριετία 1977-80, προκειμένου να ανακόψουν, προσωρινά έστω, όπως και ανέκοψαν πράγματι, την αδιάντροπη σκοπιανή προπαγάνδα.

Το ίδιο απολύτως θετικός απέναντι στον Ανδρόνικο και το έργο του ήταν και ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Τσάτσος. Βέβαια πρέπει εδώ να σημειώσουμε απαραίτητα ότι πολύ σημαντικό ρόλο στην ανάδειξη του έργου του καθηγητή Ανδρόνικου έπαιξε και ο τότε υπουργός Βορείου Ελλάδας (Μακεδονίας-Θράκης) Νικόλαος Μάρτης. Ο τελευταίος, εμπνευσμένος όπως ο ίδιος ομολόγησε από την ανακάλυψη του Ανδρόνικου στη Βεργίνα, συνέγραψε και κυκλοφόρησε το 1983 το αθάνατο, επίσης, έργο του, το βιβλίο με τίτλο «Η πλαστογράφηση της ιστορίας της Μακεδονίας».

Το παρασκήνιο που παίχτηκε εκείνη την εποχή υπήρξε έντονο. Αμφότερα τα μεγαλειώδη, αναμφίβολα, έργα των Ανδρόνικου και Μάρτη έβαλαν «φρένο» στη σκοπιανή προπαγάνδα, η οποία τη δεκαετία 1977-86 ατόνησε, αφού τα επιχειρήματά της -επαναλαμβάνουμε: κυρίως στην πολυπληθή ομογένεια των Σκοπιανών σε Αυστραλία και Καναδά- φαίνονταν πια ενώπιον των ξένων έωλα και αβάσιμα. Η ανακάλυψη του καθηγητή Ανδρόνικου στη Βεργίνα το 1977 έδειχνε χωρίς αμφιβολία ότι οι Μακεδόνες Βασιλείς της αρχαιότητας υπήρξαν όλοι τους Έλληνες, σε καταγωγή, συνείδηση και γλώσσα! Το δε σύγγραμμα του υπουργού Μάρτη, έξι χρόνια αργότερα, αποδείκνυε με συντριπτικά στοιχεία και ντοκουμέντα -μέσα από την ελληνική και εβραϊκή ιστορία- ότι η Μακεδονία υπήρξε πάντοτε μία και ελληνική!

Οι Σκοπιανοί άρχισαν να αποθρασύνονται εκ νέου, όταν το 1986 ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου σε δημόσια ομιλία του δήλωσε ότι το λεγόμενο «Μακεδονικό» ζήτημα είναι μια… εσωτερική υπόθεση της Γιουγκοσλαβίας, η οποία δεν αφορά τον ελληνισμό!!! Έτσι, η προπαγάνδα των Σκοπιανών άρχισε και πάλι να εξαπολύει τα «βέλη» της, με στόχο να ανακτήσει το χαμένο έδαφος από την ανακάλυψη του Ανδρόνικου και την έρευνα του Μάρτη. Είδαν οι Σκοπιανοί ότι κυρίως μετά το 1981 οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, για να δείξουν «προοδευτικό διεθνισμό», υποβάθμιζαν έντονα τα ελληνικά εθνικά θέματα. Και γι’ αυτό βρήκαν εκ νέου, από το 1986 και ύστερα, να αναπτύξουν τη γνωστή ανθελληνική τους προπαγάνδα…

Και μια άγνωστη ιστορία… Κάποια στιγμή, μετά και την επίσημη ανακοίνωση από τον Ανδρόνικο (που έγινε στις 24 Νοεμβρίου 1977 στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ο Καραμανλής αποφάσισε να δώσει επιπλέον χρήματα, να στηρίξει με περισσότερους πόρους την ανασκαφή, κατανοώντας ότι δεν επαρκούν οι 150-200.000 δρχ. (τότε) της χρηματοδότησης από το πανεπιστήμιο. Λίγους μήνες αργότερα λοιπόν, το 1978 πλέον, κι ενώ ετοιμαζόταν η έκθεση των ευρημάτων στο μουσείο, ο Καραμανλής προγραμμάτισε μια επίσκεψή του στη Βεργίνα. Στις 20 Ιουνίου 1978 ένας σεισμός μεγέθους 6,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ χτύπησε τη Θεσσαλονίκη, αφήνοντας πίσω του πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Μέσα σε κλίμα πανικού, η Κατερίνα Ρωμιοπούλου, διευθύντρια του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, προσπάθησε να στήσει την έκθεση, ενώ τα ευρήματα ήταν ακόμη στις αποθήκες. Ο Καραμανλής έφτασε με ελικόπτερο, σχεδόν «ινκόγκνιτο», χωρίς φασαρία, και ξεναγήθηκε από τον Ανδρόνικο. Παρά τον σεισμό, παρά την αγωνία, όλα πήγαν καλά…


108 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates