• .

Γεωπολιτική του τουρκικού χώρου

Φθινόπωρο 2002

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Ο ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ


Στην αναζήτηση της γεωπολιτικής ή γεωστρατηγικής ταυτότητας και αξίας κάποιου τόπου το πρώτο βήμα οφείλει να περικλείει την έρευνα των καθαρά γεωγραφικών του δεδομένων. Τα δεδομένα αυτά συγκροτούν ολόκληρο σύνολο τοπολογικών στοιχείων, τα οποία επακριβώς καθορίζουν την γεωγραφική θέση της χώρας, την παράμετρο «απόσταση» (είτε πρόκειται για το εσωτερικό της, είτε για τις εξωτερικές της χωρικές αλληλεπιδράσεις), καθώς και την εδαφολογική της κατάσταση. Πρόκειται με δυο λόγια για έναν βαρύνουσας σημασίας τομέα, ο οποίος κατά σειρά εξετάζει την ανάπτυξη της χώρας πάνω στον χάρτη, την ποσοτική της δυναμική (παράγοντας «απόσταση») και την ποιοτική της δυναμική (παράγοντας «γη»). Ο τομέας αυτός μπορεί συμβατικά να νοηθεί ως ένα μαθηματικό σύνολο, εφόσον ο ρόλος του επικεντρώνεται σ’ αυτήν καθ’ αυτήν την επί της ολότητάς τους επεξεργασία των σταθερών δεδομένων της χώρας που ερευνάται. Είναι τελικά η μαθηματικότητα αυτή η θεμέλια λίθος μιας αυστηρής γεωπολιτικής ανάλυσης, καθώς και η πρώτιστη βάση κατανόησης της σημασίας ενός τόπου.

Έχοντας λοιπόν ως σηματοδότη τις παραπάνω κατευθυντήριες γραμμές μπορούμε να προβούμε σε ολική «μαθηματική ακτινογραφία» του τουρκικού γεω-χώρου. Η πρώτη γενική διαπίστωση σε ό,τι αφορά την τουρκική γεωγραφική φύση είναι πως πρόκειται για μια κρατική οντότητα που εξαπλώνεται σε έναν εκπληκτικά συμπαγή χώρο, όπου λείπουν εντελώς τα χαοτικά στοιχεία (π.χ. χιλιάδες διεσπαρμένες εδώ κι εκεί νησιά ή βραχονησίδες) που χαρακτηρίζουν μια χώρα όπως είναι η Ελλάδα. Η Τουρκία καταδεικνύεται έτσι ως μια χώρα συμπυκνωμένη, κάτι το οποίο στις νέες παγκόσμιες συνθήκες μπορεί να θεωρηθεί ως άκρως θετική γι’ αυτήν ένδειξη και ατού στις προσπάθειες εκπλήρωσης των γεωπολιτικών της στόχων. Η διαπίστωση αυτή σημαίνει ταυτόχρονα μια σειρά καθαρά τεχνικών και πρακτικών διευκολύνσεων: πλήρης (αυτο)έλεγχος της εσωτερικής τουρκικής επικράτειας, άνετο συγκοινωνιακό δίκτυο, μη παρεμβολή γεωφυσικών «εμποδίων» (π.χ. θάλασσα) ανάμεσα στα κρίσιμης σημασίας κέντρα του τουρκικού κράτους (μεγαλουπόλεις, στρατιωτικές βάσεις, περιοχές γεωλογικών ερευνών), αλλά και πρόσφορες συνθήκες για τη δημιουργία κατάλληλα εκσυγχρονισμένης υποδομής στα πλαίσια των νέων καιρών.

Από την άλλη πλευρά η μεγάλη (σε σχέση τουλάχιστον με τους δυτικούς της γείτονες) έκταση του τουρκικού κράτους θεωρητικά δεν δημιουργεί ένα ενδογενές πρόβλημα ως προς την αξιοποίηση της συμπαγούς/ μη χαοτικής γεωγραφίας της (λόγω προφανών αιτιών, όπως π.χ. πιθανές δυσκολίες «διασύνδεσης» ανάμεσα στα στρατηγικής ή οικονομικής σημασίας σημεία, εξαιτίας των τεράστιων αποστάσεων). Ίσα ίσα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ουσιαστικά η μεγάλη έκταση της Τουρκίας της προσδίδει παραδόξως ένα επιπλέον πλεονέκτημα, αυτό της πλατειάς ενδοχώρας, δηλ. την προς τα μέσα γεωφυσική ανάπτυξη, την τόσο απαραίτητη και χρήσιμη σε περίοδο π.χ. πολέμου. Το γεωγραφικό αυτό αγαθό για την Τουρκία αυτενεργεί σε συνδυασμό με τον συμπαγή χαρακτήρα της ίδιας της φυσικής της γεωγραφικής θέσης, απαρτίζοντας έτσι ένα δυναμικό σύνολο, που – στην μαθηματική του έννοια – συντελεί στην αποσαφήνιση της λειτουργίας της τουρκικής γεωγραφίας σε ό,τι αυτή πραγματικά σημαίνει: η Τουρκία αποτελεί μια «ευλογημένη» από την φύση γη, όντας «προνομιούχα» στον βαθμό (και στο πνεύμα) που ανώτατο συνεκτικό της μέτρο είναι η τόσο πολύτιμη εσωτερική της συνοχή…

Αυτό το φοβερά μεγάλο γεωστρατηγικό πλεονέκτημα έρχεται να επαυξήσει αυτή η ίδια η γεωγραφική θέση της Τουρκίας, ορώμενη «από έξω», σε συνάρτηση δηλ. με το εγγύτερό της περιβάλλον (γειτονικές κρατικές οντότητες, ευρύτερος περίγυρος εθνοτήτων και γεωπολιτικών δυναμικών, πολιτισμών κ.ά.). Έχοντας λοιπόν υπόψιν αυτήν την εικόνα της Τουρκίας ως προς τα εξωτερικά της όρια, μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως τόσο τον υπερθετικό βαθμό αξιολόγησής της ως γεωπολιτική βαρύτητα στην διάρκεια κυρίως του 20ού αιώνα, αλλά ιδίως την εκπληκτικά νευραλγική γεωστρατηγική της θέση κατά τον 21ο αιώνα, όπου και εκ των πραγμάτων (π.χ. παγκόσμιες μεταλλάξεις στο γεωπολιτικό παιχνίδι των μεγάλων δυνάμεων) η αξία της ετούτη πολλαπλασιάζεται! Η θέση της Τουρκίας σ’ αυτήν ακριβώς την κρίσιμη για τις γεωπολιτικές εξελίξεις γωνιά της υδρογείου αυξάνει στο έπακρο το ειδικό στρατηγικό της βάρος.

Πιο αναλυτικά, η Τουρκία βρίσκεται στο ενδιάμεσο τουλάχιστον τεσσάρων εστιών μόνιμης ταραχής, που θα επηρεάσουν την καμπή της γενικής γεωπολιτικής της νέας χιλιετίας: τα Βαλκάνια, τον Καύκασο, τη Μέση Ανατολή και το Κασμίρ. Κοινός συντελεστής όλων αυτών είναι εμφανέστατα η ισλαμική επιθετικότητα, η οποία στη νέα παγκόσμια τάξη λαμβάνει την μορφή της Νέας Τρομοκρατίας. Πρόκειται για το δίκτυο των ισλαμιστικών πυρήνων πολέμου (Τζιχάντ), που στις συγκεκριμένες περιοχές εκπροσωπείται αντίστοιχα από τους Αλβανούς, τους Τσετσένους, τους Άραβες και τους Πακιστανούς. Έτσι το κύμα αυτό της ισλαμιστικής βίας θα στραφεί πρώτιστα εναντίον των ορθοδόξων λαών της βαλκανικής, της Ρωσίας, των Εβραίων και της Ινδίας. Η κεντρική θέση της Τουρκίας στον χάρτη εν μέσω της «δίνης» πολεμικών αναφλέξεων και τρομοκρατίας είναι ηλίου φαεινότερο πως την καθιστά ως τον πλέον σπουδαίο γεωστρατηγικό σταθμό της ευρύτερης περιοχής.

Την ως άνω θέση εμπεδώνει ως σαφές και αναμφισβήτητο γεγονός η ίδια η τουρκική ιδιαιτερότητα: μουσουλμανικό κράτος κοσμικού τύπου. Έτσι στον 21ο αιώνα αναμένεται και στην Τουρκία άνοδος και απειλή του ισλαμιστικού παράγοντα, που εκ των προτέρων θέτουν την χώρα ενώπιον κρίσιμων επιλογών, που θα καθορίσουν την τελική μορφή της χώρας στις νέες συνθήκες. Πρόκειται για ένα νέο γύρο αναμέτρησης του κεμαλιστικού εκμοντερνισμού με την ισλαμιστική θεοκρατία, που μάλλον θα επαναλάβει την σύγκρουση του πρώτου τετάρτου του 20ού αιώνα. Παρ’ όλα αυτά το φαινομενικό αυτό «πρόβλημα» αναμένεται να λειτουργήσει προς όφελος της Τουρκίας, αφού μετά βεβαιότητας θα ενισχυθεί τόσο από την χριστιανική Δύση (ατλαντική και ευρωπαϊκή), όσο και απ’ τη Ρωσία. Ο συναγωνισμός των υπερδυνάμεων, που εκ νέου ξεπροβάλλει, θα μετατρέψει την Τουρκία σε πεδίο έντονου ανταγωνισμού σχετικά με το ποια υπερδύναμη θα καταφέρει να την θέσει στην δική της «τροχιά». De facto λοιπόν η πλέον κερδισμένη θα είναι η Τουρκία, απ’ την στιγμή που άπαντες θα την ενισχύουν (πολιτικά, οικονομικά, στρατιωτικά) για να την καταστήσουν σύμμαχό τους σ’ αυτήν την τοποθεσία-κλειδί του πλανήτη! Μεταβάλλεται έτσι η Τουρκία σε τοπική υπερδύναμη στους χώρους που είναι γι’ αυτήν «ζωτικής σημασίας» (Βαλκάνια, Μέση Ανατολή, Κεντρική Ασία, Εύξεινος Πόντος, Μεσόγειος).

Μια τέτοια εξέλιξη απειλεί τα γειτονικά κράτη της Τουρκίας με την αρνητική προοπτική να μετατραπούν σε προτεκτοράτα της, εξασφαλίζοντάς της έτσι έναν ιδιότυπο γι’ αυτήν «ζωτικό χώρο», καθώς και τον έλεγχο ζωνών πολύ μεγάλης ενεργειακής σημασίας: ύδατα Τίγρη και Ευφράτη, πετρελαϊκά κοιτάσματα Αιγαίου, Μέσης Ανατολής, Καυκάσου και υπεδάφια κοιτάσματα χρυσού, διαμαντιών κ.ά. φυσικών θησαυρών. Η πορεία αυτή καθιστά την Τουρκία απόλυτο γεωοικονομικό κυρίαρχο της περιοχής. Ίσως λοιπόν η γεωοικονομική αξία της Τουρκίας να είναι ο «κρυφός άσος στο μανίκι» της προκειμένου να ανορθωθεί στην θέση της υπερδύναμης του ευρασιατικού χώρου! Αλλά και πέραν αυτού, η γεωγραφική της απόσταση από τις εξαιρετικής ενεργειακής σημασίας περιοχές αυτές και πάνω απ’ όλα ο έλεγχος των Στενών προστίθενται ούτως ή άλλως στις υπόλοιπες γεωγραφικές ή γεωλογικές «εύνοιες», που η φύση χάρισε στην σημερινή τουρκική επικράτεια…

Αν χρησιμοποιήσουμε καθαρά γεωπολιτικούς όρους, η Τουρκία φαίνεται να αποτελεί μια ιδιόμορφη σύνθεση ηπειρωτικών και θαλάσσιων στοιχείων: το τραχύ (ορεινό) εσωτερικό της, με το βαρύ ηπειρωτικό κλίμα, περιβάλλεται από μία ζώνη χιλιάδων χιλιομέτρων παράκτιων περιοχών, οι περισσότερες των οποίων με μεσογειακό κλίμα. Η σύνθεση αυτή των δύο αντιφατικών γεωπολιτικών στοιχείων, ξηράς και θάλασσας, αποτελεί ένα ακόμη ευνοϊκό σημείο της τουρκικής γεωγραφίας, αφού σε τελική ανάλυση η Τουρκία είναι η μόνη ευρασιατική χώρα που εναλλάσσει τόσο απότομα, μα σταθερά, τα δύο αυτά ακραία γεωπολιτικά χαρακτηριστικά! Στην Τουρκία μπορεί κανείς να βρει πραγματικά τα πάντα, όσον αφορά τα κύρια γεωπολιτικά κριτήρια: από το πυκνό χιόνι του σκληρού κλίματος της τουρκικής ενδοχώρας μέχρι τα ζεστά κύματα των θαλασσών του Αιγαίου και της Μεσογείου.

Φυσικά αυτή η σαφής αντίφαση ξηράς – θάλασσας, κρύου – ζέστης, χιονιού – ήλιου, βρίσκει την απόλυτη αντανάκλασή της και στα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά του τουρκικού λαού: όντως ο λαός αυτός αποτελείται από ποικίλους ανθρωπολογικούς/ ψυχολογικούς τύπους, η ψυχοσύνθεση των οποίων επηρεάζεται ανάλογα από τις κλιματικές συνθήκες του «στενότερού» τους, ιδιαίτερου τόπου, όπου και διαβιώνουν. Άπαντες οι τύποι αυτοί συγκροτούν έναν ενιαίο τουρκικό τύπο, ο οποίος (αν και συνδυάζει ακραία φυσικά/ γεωπολιτικά χαρακτηριστικά) σταδιακά κατάφερε να αποκτήσει μία συνείδηση, μία θρησκεία, μία γλώσσα και κατά συνέπεια μία ξέχωρη εθνότητα. Έτσι το τουρκικό κράτος συντίθεται από έναν υπερβατικό πολιτισμό, «γέννημα-θρέμμα» των πάμπολλων ιστορικών, φυλετικών, εθιμικών κ.ά. αναμείξεων στα γεωγραφικά πλαίσια της Μικράς Ασίας. Και είναι αυτά ακριβώς τα πλαίσια που «ξεδιπλώνονται» και δημιουργούν τα κρατικά όρια της Τουρκίας: ένα «κράτος-χωνευτήρι» λαών και πολιτισμών. Υπό την σημασιολογικά αυτή εξέλιξη (evolution) η Τουρκία είναι τελικά ένα μονολιθικό κράτος. Η μονολιθικότητά του όμως αυτή, σε συνδυασμό με το συμπαγές της γεωγραφίας του, το βοηθά να είναι μία συγκροτημένη ολότητα, άρα στην ουσία η «ήρεμη δύναμη» της ευρύτερής της γεωγραφικής περιοχής!

Εξίσου ανάλογης σημασίας για μια πλήρη γεωπολιτική εικόνα της Τουρκίας είναι αυτό που ήδη καλέσαμε μαθηματικότητα της τουρκικής επικράτειας. Η πλευρά αυτή της όλης έρευνας κρύβει πολύτιμα συμπεράσματα για την πραγματική αξία ενός τόπου και τα πορίσματά της μπορούν να γίνουν εκμεταλλεύσιμα στην διεθνή γεωστρατηγική πρακτική. Έχοντας υπόψιν όλα αυτά μπορεί να ειπωθεί πως η τουρκική μαθηματική γεωγραφία είναι κεντρικότατης σημασίας για το γεωπολιτικό μέλλον της περιοχής. Στις παρακάτω παραγράφους γίνεται μια πρωτογενής ανάλυσή της.

Καταρχάς, λαμβάνοντας υπόψιν την «μαθηματική κατάσταση» της γήινης υδρόσφαιρας (επακριβής θέση έκαστης χώρας πάνω στον πλανήτη με την βοήθεια των μαθηματικών μεγεθών) διακρίνουμε πως η Τουρκία βρίσκεται στην λεγόμενη «μεσαία ζώνη» της Γης: καταλαμβάνει χώρο περίπου από τους 42ο της βορείου παραλλήλου έως τους 36ο της νοτίου, έχοντας κατά νου ότι η «μεσαία ζώνη» ξεκινά από τους 40ο της βορείου παραλλήλου και φτάνει μέχρι τον ισημερινό. Έτσι παρατηρούμε πως η τουρκική πρωτεύουσα Άγκυρα βρίσκεται τοποθετημένη στην ίδια περίπου παράλληλο με τις πρωτεύουσες της Κίνας και της Ισπανίας, ενώ στην «μεσαία ζώνη» ανήκουν μεγαλουπόλεις, όπως π.χ. το Κάιρο και η Τεχεράνη.

Η «μαθηματική κατάσταση» και οι διαστάσεις της Τουρκίας είναι οι εξής: ομοιάζουσα με ιδιόμορφο ορθογώνιο παραλληλόγραμμο περιλείεται εντός της 36ης βόρειας παραλλήλου (νοτιότερο άκρο: Yayladağı με συντεταγμένες 35ο 41΄) και της 42ης (βορειότερο άκρο: İnceburun της Σινώπης με συντεταγμένες 42ο 06΄) και αντίστοιχα μεταξύ της 26ης ανατολικής καθέτου (δυτικότερο άκρο: Avlaka burnu της Ίμβρου με συντεταγμένες 25ο 40΄) και της 45ης (ανατολικότερο άκρο: νοτιοανατολικά του Iğdır με συντεταγμένες 44ο 48΄).

Έχοντας υπόψιν πως ένας (1) βαθμός γεωγραφικού πλάτους περί το μήκος του καθέτου τόξου είναι γύρω στα 111 χλμ., τότε μεταξύ του βορειότερου και του νοτιότερου σημείου της Τουρκίας η απόσταση είναι περίπου 666 χλμ. (6 х 111 χλμ.). Αν πάλι δούμε τον χάρτη από την παράλληλό του, τότε μεταξύ του δυτικότερου και του ανατολικότερου σημείου της Τουρκίας η απόσταση είναι 1634 (19 х 86) χλμ., διότι το μήκος του τόξου ενός (1) βαθμού επί της 39ης παραλλήλου (μέσης για την Τουρκία, μεταξύ των 42ο και 36ο) προσεγγίζει τα 86 χλμ. Λαμβάνοντας δε κατά νου πως μεταξύ του δυτικότερου και του ανατολικότερου σημείου της χώρας η διαφορά είναι 19ο (45ο – 26ο) και πως κάθε ένας (1) βαθμός μέτρησης του χρονικού σημείου μεταξύ δύο σημείων έχει διαφορά 4λεπτης γήινης ώρας, γίνεται φανερό πως πρόκειται περί μεγάλης απόστασης, τόσης ώστε ανάμεσα στα δύο ακραία σημεία της χώρας εκτείνεται δρόμος με διαφορά 76λεπτη γήινη ώρα (4 х 19=76).

Όλα τα παραπάνω δείχνουν μια μοναδική τουρκική γεωγραφική μαθηματικότητα, που πολύ δύσκολα μπορεί να βρεθεί σε άλλο σημείο της Γης, έχοντας βέβαια ως πρότυπο τις διαστάσεις της Τουρκίας (έκταση, εδαφική ανάπτυξη, συμμετρία). Η τουρκική αυτή μοναδικότητα, προσδεδεμένη στα προηγούμενα ευνοϊκά χαρακτηριστικά της, δηλώνει την κεντρική βάση της τουρκικής γεωστρατηγικής υπεραξίας: ο τουρκικός γεωπολιτικός άξονας κατά τον 21ο αιώνα περιστρέφεται αναπόφευκτα γύρω από την ιδιαίτερη «μαθηματική γεωγραφία» της Τουρκίας.


ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ


Εκείνο που αμέσως προξενεί εντύπωση όσον αφορά τη θέση της Ελλάδας και της Τουρκίας πάνω στον γεωγραφικό χάρτη είναι η «φυσική» τους αντίθεση, η οποία περικλείει ολόκληρη την περιοχή από το βορειότερο σημείο του Αιγαίου έως και αυτήν την ίδια την «πύλη» της Μέσης Ανατολής, δηλ. την Κύπρο. Αυτό το αναμφισβήτητο γεγονός δημιουργεί συνθήκες που τείνουν να οδηγούν σε σοβαρές διαφορές, συμπεριλαμβανομένων και εδαφικών, που πολύ συχνά μετατρέπονται σε γεωπολιτική σύγκρουση, επηρεάζοντας έτσι αναπόφευκτα και την γενική κατάσταση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Και όχι μόνο αυτό: έχοντας υπόψιν τα προβλήματα που το δίκτυο των ελληνοτουρκικών διαφορών προξένησε κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου (όντας οι δύο χώρες η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ), αλλά και το κατά πόσο αυτό συνεχίζει να επιδρά και τις μετά το 1990 εξελίξεις, τότε γίνεται πλήρως σαφές πως πρόκειται περί εξαιρετικά σημαντικής προβληματικής στις συνθήκες πλέον της νέας διεθνούς τάξης.

Εξαιρετικά μεγάλης σημασίας για την τουρκική εξωτερική πολιτική και τις σχέσεις της με την Ελλάδα είναι το λεγόμενο υδάτινο ζήτημα, το οποίο αφορά τα προβλήματα του Αιγαίου και της Κύπρου. Η σπουδαιότητά του για την Τουρκία είναι μείζουσα, απ’ τη στιγμή που αυτή αισθάνεται να «πνίγεται» από το σύμπλεγμα των ελληνικών νησιών και βραχωδών μορφωμάτων του Αιγαίου (τα οποία μάλιστα σε πάρα πολλές περιπτώσεις σχεδόν αγγίζουν το τουρκικό έδαφος!), στην δε περίπτωση της Κύπρου η Τουρκία αδυνατεί να διευρύνει την γεωστρατηγική της ισχύ έως την Μέση Ανατολή, έτσι ώστε να αποκτήσει σπουδαιότερο ρόλο σε μια από τις πλέον νευραλγικές περιοχές του πλανήτη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Τουρκία είναι η χαμένη πλευρά, εφόσον στερείται δύο τόσο ζωτικών γι’ αυτήν θαλασσίων εξόδων, αντίστοιχα στα δυτικά και τα νότιά της. Το γεγονός πως έχει άνετη έξοδο στον Εύξεινο Πόντο, καθώς και το ότι ελέγχει τον πολυσήμαντο «κόμβο» του Βωσφόρου δεν αποτελούν επαρκείς «αποζημιώσεις» για την διπλωματία της. Να γιατί στρατηγικοί στόχοι της Τουρκίας στον 21ο αιώνα είναι να επιτύχει αφενός τη συνεκμετάλλευση του Αιγαίου (από κοινού με την Ελλάδα) και αφετέρου η ουσιαστική διχοτόμηση της Κύπρου.

Η αξία του ελληνοτουρκικού χώρου για τις παγκόσμιες εξελίξεις και τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων ανέκαθεν υπήρξε μεγάλη. Ο εν λόγω χώρος αποτελεί το πλέον ευαίσθητο και στρατηγικό σημείο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ευρισκόμενος πραγματικά σε μια θέση-κλειδί του πλανήτη, ανάμεσα στα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή, τη Μεσόγειο και την περιοχή του Καυκάσου. Ετούτο ισχύει ακόμη περισσότερο, εάν τα δύο κράτη ληφθούν ως μία ολότητα, κάτι που κατόρθωσε το ΝΑΤΟ, και ακριβέστερα οι ΗΠΑ, κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Από το 1952, όταν δηλ. οι δύο χώρες εντάχθηκαν στο βορειοατλαντικό σύμφωνο και δέχτηκαν την εγκατάσταση αμερικανικών πολεμικών βάσεων στο έδαφός τους, η Δύση μπόρεσε να επιτύχει τον πλήρη έλεγχο αυτής της σπουδαίας περιοχής, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα φυσικό τείχος στις προσπάθειες της Σοβιετικής Ένωσης να αποκτήσει έξοδο στις πιο ζεστές θάλασσες.

Σ’ αυτό το πνεύμα μπορούμε να θυμηθούμε τον σπουδαίο ρόλο που έπαιξε η Τουρκία σε μια επικίνδυνη και κρίσιμη στιγμή του ψυχρού πολέμου. Πρόκειται για την περίφημη κρίση της Κούβας το 1962, όταν ενώπιον της σαφέστατης σοβιετικής απειλής οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν την Τουρκία ως μοχλό πίεσης πάνω στη Μόσχα. Έτσι ο τουρκικός παράγοντας επέδωσε στην αμερικανική εξωτερική πολιτική μια ουσιαστική νίκη, ουδετεροποιώντας αυτόν τον τόσο μεγάλο κίνδυνο, που συν τοις άλλοις βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής από το έδαφος των ΗΠΑ. Ύστερα από την κρίση αυτή η Σοβιετική Ένωση αναγκάστηκε να κλειστεί εντελώς στην δική της περιφέρεια επιρροής, αποκτώντας πλέον μια παθητική στάση στην τότε μεγάλη πλανητική μάχη. Έτσι, παρ’ όλες τις αμερικανικές αποτυχίες των αρχών της δεκαετίας του 1970 (όπως π.χ. στο Βιετνάμ), τα σοβιετικά γεωπολιτικά σχέδια γνώρισαν τον απόλυτο όλεθρο και εντέλει η Σοβιετική Ένωση έχασε και τον ψυχρό πόλεμο…

Η ειδική γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας έγινε κατανοητή από την Σοβιετική Ένωση και γι’ αυτόν τον λόγο ήδη από την δεκαετία του 1960 παρατηρήθηκε προσέγγιση μεταξύ των δύο χωρών, όσο βεβαίως κάτι τέτοιο ήταν επιτρεπτό από τις τότε επικρατούσες συνθήκες. Από τότε η Τουρκία ξεκίνησε την εφαρμογή μιας έξυπνης διπλωματικής τακτικής, θέτοντας εαυτόν ως αληθινό «μήλον της Έριδος» σ’ αυτήν την τόσο σημαντική περιοχή του πλανήτη. Η τουρκική αυτή πολιτική έφερε πράγματι τα αναμενόμενα αποτελέσματα: οι ΗΠΑ και οι υπόλοιπες δυτικές δυνάμεις, διαισθανόμενες την σοβιετική διείσδυση στην Τουρκία μέσω διάφορων οικονομικών σχεδιασμών, ξεκίνησαν έναν πραγματικό αγώνα ούτως ώστε να αποτρέψουν ενδεχόμενη ένταξη της χώρας στην σφαίρα επιρροής της Μόσχας! Φυσικά απ’ αυτόν τον ανταγωνισμό ο πλέον κερδισμένος βγήκε η Τουρκία.

Μετά την πτώση του «σιδηρούντος παραπετάσματος» η ελληνοτουρκική γεωπολιτική ισορροπία τέθηκε υπό ερωτηματικό. Ήταν πλέον σαφές ότι έπονται κρίσιμες αλλαγές γύρω από αυτήν, αφού το γεωπολιτικό τοπίο της περιοχής άλλαξε ριζικά από την μια μέρα στην άλλη. Έτσι η σημασία της Τουρκίας άρχισε να επαυξάνεται, κυρίως δε από την κρίση του Περσικού κόλπου, όταν και διεφάνη πόσα στρατηγικά πλεονεκτήματα έκρυβε για τις ΗΠΑ η χρήση της ογκώδους τουρκικής επικράτειας ως αεροπορική και ναυτική βάση πολεμικών ενεργειών προς την κατεύθυνση της Κεντρικής Ασίας. Από τότε η αξία της Τουρκίας όχι μόνο δεν υποβαθμίστηκε, όπως θα ανέμενε κανείς με δεδομένη την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά συνέβη ακριβώς το αντίστροφο! Και όντως μετά το 1989 και τις δραματικές εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη και την ίδια την Σοβιετική Ένωση η σημασία της Τουρκίας έγινε πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με την εποχή του ψυχρού πολέμου: η χώρα μετατράπηκε στην πλέον σπουδαία στρατιωτική δύναμη σ’ αυτήν την περιοχή του πλανήτη.

Ως προς την Ελλάδα η τουρκική γεωπολιτική έχει ορισμένα σοβαρά πλεονεκτήματα. Χαρακτηριστικότατο π.χ. πλεονέκτημα είναι η ίδια η γεωγραφική θέση της Τουρκίας: ενώ η Ελλάδα αποτελεί στην ουσία ένα γεωγραφικό «εξόγκωμα» του νοτιότερου μέρους των Βαλκανίων, όντας εντελώς ξεκομμένη από τον βορρά, η Τουρκία βρίσκεται στο πραγματικό κέντρο τεσσάρων από τα σημαντικότερα σημεία του κόσμου (Βαλκάνια, Μέση Ανατολή, Κεντρική Ασία και περιοχή του Καυκάσου). Με δυο λόγια η Τουρκία αποτελεί πάνω απ’ όλα ένα «κράτος-pivot» στο πλέον σπουδαίο σημείο της Ευρασίας. Και όντως έτσι έχουν τα πράγματα, αφού ο έλεγχος του τουρκικού χώρου δημιουργεί για μια μεγάλη δύναμη τις προϋποθέσεις να κυριαρχήσει και πάνω στην περιβόητη «Heartland» («Καρδιακή Χώρα») του πλανήτη, δηλ. στο κέντρο της ευρασιατικής ηπείρου, και συνεπώς να αποκτήσει την γεωπολιτική ανωτερότητα και σ’ όλο τον κόσμο!

Παράλληλα μ’ αυτόν τον «κεντρικό» της χαρακτήρα, πρέπει να βλέπουμε την Τουρκία και ως «κράτος-κόμβο», τιθέμενο σε ένα πολύ σημαντικό σημείο του σύγχρονου «δρόμου του μεταξιού». Σήμερα το τουρκικό έδαφος αποτελεί πεδίο/ σταυροδρόμι σχεδιασμών μεγάλης γεωοικονομικής σπουδαιότητας, όπως π.χ. πετρελαιαγωγοί και αεραγωγοί, οι οποίοι συνδέουν το κεντρικό κομμάτι της Ασίας και τη Ρωσία με την Δυτική Ευρώπη. Η θέση της Τουρκίας στον σύγχρονο ενεργειακό χάρτη εκτός του ότι της προσδίδει σημαντικά «bonus» στις γενικές ευρασιατικές στρατηγικές των μεγάλων δυνάμεων, θα μπορούσε να την μετατρέψει και σε μελλοντική τοπική υπερδύναμη του 21ου αιώνα. Εάν σ’ όλα αυτά προστεθεί και ο χαρακτήρας της ως το αναμφίβολο επίκεντρο της λεγόμενης γεωπολιτικής των υδάτων στην εν λόγω περιοχή, τότε δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε πως αποκτά ακόμη περισσότερα ατού σε ότι αφορά την τάση της για τοπική ηγεμονία. Ο συνδυασμός αυτών των γεωπολιτικών πλεονεκτημάτων οδηγεί την Τουρκία στο να ενστερνίζεται το λεγόμενο δόγμα περί «της απόλυτης ανωτερότητας», το οποίο περιλαμβάνει σχεδιασμούς, όπως π.χ. η δημιουργία του μεγα-έργου «Αγωγός της ειρήνης» (υδραγωγοί από τους τουρκικούς ποταμούς έως το Ισραήλ, κάποιες αραβικές χώρες και το βόρειο μέρος της Κύπρου) κ.ά. Είναι βέβαια οφθαλμοφανές πως όλα αυτά στην ουσία στρέφονται εναντίον των γειτονικών της κρατών.

Από καθαρά γεωστρατηγική οπτική γωνία η Ελλάδα υστερεί της Τουρκίας σε αρκετούς αποφασιστικής σημασίας παράγοντες. Χαρακτηριστικότατη είναι π.χ. (ειδικά σε περίοδο πολεμικών ενεργειών) η έλλειψη «βαθιάς» ελληνικής ενδοχώρας, όπως και συμπαγούς επικράτειας. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει για την Τουρκία, της οποίας η επικράτεια είναι ασύγκριτα ευρύτερη και συμπαγέστερη, ενώ η ενδοχώρα της είναι μερικές φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη ελληνική. Έτσι εν καιρώ πολέμου η Τουρκία θα μπορούσε να «σκίσει» την ελληνική επικράτεια στα δύο, εάν π.χ. χτυπήσει στην περιοχή της Μαγνησίας στην κεντρική Ελλάδα: δεδομένης της σχεδόν απελπιστικής έλλειψης ενδοχώρας υφίσταται για την Ελλάδα ο άμεσος κίνδυνος πλήρους παραλυσίας της, άρα και αδυναμία για πολεμικά αντίμετρα. Για την Ελλάδα η χαοτική της γεωγραφία είναι το μεγαλύτερό της ελάττωμα στις σύγχρονες γεωπολιτικές συνθήκες, αφού τα εδάφη της είναι έτσι διασκορπισμένα, ώστε να μην γίνεται επιτρεπτή ούτε δυναμική αντίδραση σε τυχόν επίθεση της Τουρκίας, ούτε ασφαλώς η κατάκτηση της τοπικής ηγεμονίας. Εάν για παράδειγμα η Ελλάδα χτυπήσει αντίστοιχα την ευρισκόμενη στην ίδια με τη Μαγνησία παράλληλο περιοχή της Σμύρνης όχι μόνο δεν θα καταφέρει να «σκίσει» παρομοίως την τουρκική επικράτεια στα δύο, αλλά ούτε καν θα μπορέσει να συνεχίσει προς το τουρκικό εσωτερικό όσες μάχες και να κερδίζει! Ακριβώς αυτό συνέβη το 1922, όταν ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε νικηφόρα από τη Σμύρνη για ην Άγκυρα, όμως δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει εκεί: διαμελισμένος και κουρασμένος, δεν μπόρεσε να αντέξει στον τεράστιο τουρκικό χώρο.

Με τα γεωπολιτικά κριτήρια η θέση πως μετά την μικρασιατική καταστροφή η Ελλάδα έχασε τα ανατολικά της κλωνάρια και υπέπεσε σε γεωπολιτική «αναπηρία» είναι πολύ σωστή. Το συμπέρασμα αυτό πιστοποιείται εάν ληφθεί υπόψιν πως χωρίς τις μικρασιατικές ακτές η χώρα στερείται της δυνατότητας να μετατρέψει το Αιγαίο πέλαγος σε «ελληνική λίμνη», δηλ. σε κλειστή ελληνική θάλασσα και να αποκτήσει έτσι τον χαρακτήρα ομογενούς τοπικής δύναμης στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Απ’ όλα αυτά συνεπάγεται ότι η ελληνική γεωπολιτική ισχύς είναι στενά συνδεδεμένη με την τύχη του Αιγαίου και του status που θα έχει η θάλασσα αυτή στο μέλλον. Η θάλασσα ήταν και συνεχίζει να είναι η βασική πηγή δύναμης για την Ελλάδα και επιδρά έντονα πάνω στην όλη οικονομική, γεωπολιτική και πολιτισμική της θέση στον κόσμο. Δικαιολογημένα λοιπόν πιστεύεται πως κατά τον 21ο αιώνα η χώρα θα αποκτήσει εκ νέου τη δύναμή της από τη θάλασσα, εφόσον αναμένεται μετά το άνοιγμα της «πετρελαϊκής στρόφιγγας» της Κασπίας το Αιγαίο να μετατραπεί σε κόμβο ζωτικής σημασίας για τις υδάτινες συγκοινωνίες. Αυτή η προοπτική απειλείται έντονα από τον επεκτατισμό του τουρκικού παράγοντα: ενώ για την Ελλάδα είναι απαραίτητη διεύρυνση του χώρου της προς ανατολάς, η Τουρκία ακολουθεί την αντίστροφη πορεία.

Το τουρκικό γεωπολιτικό σύστημα δομείται επί μιας πραγματιστικής, μα και αισιόδοξης, θέλησης, η οποία συμπυκνώνεται στο σκεπτικό πως η Τουρκία είναι το ισχυρότερο από όλα τα κράτη της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων, αφού είναι το μεγαλύτερο σε πληθυσμό, ενώ χαρακτηρίζεται και από μία αποκλειστική θρησκευτική πίστη, καθώς και έναν επίσης αποκλειστικό εθνικό πολιτισμό (δεν γίνεται αποδεκτή η ύπαρξη εθνικών μειονοτήτων, ούτε και ξεχωριστών θρησκευτικών ομάδων). Αυτή η εσωτερική ενότητα σε συνδυασμό με τον συμπαγή χαρακτήρα της επικράτειάς της αποτελεί την βάση της τουρκικής γεωπολιτικής. Επίσης, όπως ήδη αναφέραμε, ζήτημα πρώτου βαθμού για την τουρκική εξωτερική πολιτική είναι η απομόνωσή της από το Αιγαίο. Για την Τουρκία η ελληνική θέση περί αποκλειστικότητας της εκμετάλλευσης του Αιγαίου δεν είναι δικαιολογημένη, εφόσον η ίδια η Τουρκία έχει 2800 χιλιόμετρα μήκος ακτών που αγγίζουν αυτήν την θάλασσα, ενώ τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου δεν είναι παρά η φυσική προέκταση των μικρασιατικών εδαφών. Κατά την Τουρκία αυτές είναι βάσιμες αιτίες, ούτως ώστε να έχει κι αυτή δικαιώματα επί του Αιγαίου και των πηγών του. Άλλες ενδείξεις αυτής της τουρκικής πολιτικής αποτελεί η φροντίδα για τις τουρκικές εθνοτικές ομάδες στα γειτονικά της κράτη (συμπεριλαμβανομένης και αυτής στην Δυτική Θράκη της Ελλάδας), καθώς και η προσπάθεια μελλοντικής δημιουργίας τουρκικής κοινότητας, η οποία να ενώνει όλα τα τουρκόφωνα κράτη/ πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας υπό την «ομπρέλα» της Τουρκίας. Κεντρικό σημείο αυτού του τουρκικού στόχου είναι ο θρύλος της Κόκκινης Μηλιάς, περιοχής στα άδυτα της Ανατολής και πρωτοπατρίδας των Τούρκων, η οποία συμβολίζει την υποσυνείδητη επιθυμία για δημιουργία μιας νέας οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου η ίδια η Τουρκία θα αποτελεί τον πυρήνα του τουρκικού υπερκράτους.

Όλες αυτές οι αντιλήψεις έχουν ουσιαστικά τη ρίζα τους στη μεταρρυθμιστική πολιτική του Kemal Atatürk από το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα, όταν και είχε καταφέρει να χτίσει ένα πραγματικά μοναδικό κράτος: δομημένο σύμφωνα με το σύγχρονό του δυτικό κρατικό μοντέλο, με βάση τον κρατικό εθνικισμό και στηριζόμενο στην στρατιωτική ελίτ της χώρας! Ο ίδιος ο Atatürk ήταν αρκετά επηρεασμένος από τις ιδέες του Τούρκου στοχαστή Ziya Gökalp, ο οποίος στο βιβλίο του «Οι βάσεις του τουρκισμού» έθεσε τα θεμέλια για την διαμόρφωση μιας θεωρίας, που θα μπορούσε να ταιριάζει και στις νέες συνθήκες του 21ου πλέον αιώνα… Στο εν λόγω βιβλίο μπορούμε να βρούμε πλήρη ανάλυση των τριών σταδίων, τα οποία αποτελούν το υποχρεωτικό πέρασμα μέχρι τον απώτατο σκοπό, που είναι η ένωση όλων των Τούρκων μέσα σε έναν κοινό φορέα. Τα στάδια αυτά είναι ο τουρκισμός, ο ογουζισμός και ο τουρανισμός. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από το συγκεκριμένο βιβλίο: «Σήμερα στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο ο τουρκισμός, η δε Κόκκινη Μηλιά που αναζητούμε αποτελεί έναν μεγαλειώδη πνευματικό πόθο. Ετούτο δεν είναι πραγματικότητα, αλλά όνειρο. Ο τουρκικός πληθυσμός που είδε την Κόκκινη Μηλιά με τα ίδια του τα μάτια είναι οι Τούρκοι του Ιλχάν. Αλήθεια, το τουρανικό κράτος κατά το παρελθόν δεν ήταν όνειρο, αλλά πραγματικότητα».

Άλλη βασική θέση της τουρκικής γεωπολιτικής είναι η πίστη πως η Τουρκία αποτελεί «σπουδαίο κράτος». Κατά την εν λόγω άποψη η Τουρκία είναι κράτος μεγάλης σημασίας όχι μόνο για την δική της περιοχή, αλλά και για τον κόσμο. Αυτή η θεώρηση στηρίζεται πάνω σε δύο σημεία: την «αυτοδυναμία» της Τουρκίας και την ειδική γεωγραφική της θέση. Πιο πάνω έγινε ήδη λόγος για τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της αντίληψης, θα πρέπει όμως να τη συμπληρώσουμε με υπάρχοντα σ’ αυτήν στοιχεία, όπως η ποιότητα του εδάφους, οι φυσικές πηγές, η ποσότητα και δομή του πληθυσμού, ο ενιαίος χαρακτήρας της γλώσσας, του πολιτισμού και της θρησκευτικής πίστης και (όχι τελευταίο σε σημασία) το γεγονός πως το νεανικό σε ηλικία κομμάτι του πληθυσμού της είναι και το πιο μεγάλο και συμπαγές. Εάν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τα στοιχεία στα οποία ήδη αναφερθήκαμε και τα οποία μετατρέπουν την Τουρκία σε «μήλον της Έριδος» των μεγάλων δυνάμεων, γίνεται πλήρως κατανοητό πως στην γεωπολιτική της σύγκριση με την Ελλάδα η Τουρκία έχει το σαφέστατο προβάδισμα. Κι όμως παρ’ όλα αυτά το κυριότερο πρόβλημά της παραμένει η αδυναμία της να διευρύνει τον ζωτικό της χώρο προς τη δύση και το νότο της.


Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ ΩΣ ΑΙΩΝΑΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ


Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η ειδική γεωστρατηγική θέση της Τουρκίας την ανάγει σε κεντρικό άξονα των γεωπολιτικών εξελίξεων στην περιοχή κατά τον 21ο αιώνα. Σ’ αυτόν τον ευνοϊκό προσδιορισμό συμβάλλει με όλο του το «είναι» και το ιδιαίτερο τουρκικό landschaft, σε συνδυασμό με την τεχνολογική (τηλεπικοινωνιακή) του εκμετάλλευση. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο πως κυρίως μετά το 1989 και το πέρασμα στα νέα παγκόσμια δεδομένα η Τουρκία αποτελεί (όπως ήδη τονίσαμε) πραγματικό «μήλον της Έριδος» στον έντονο συναγωνισμό των μεγάλων υπερδυνάμεων του παρελθόντος και του μέλλοντος και κυρίως δύο εξ αυτών: των ατλαντικών Ηνωμένων Πολιτειών και της ευρασιατικής Ρωσίας. Τίθεται έτσι ένα σαφές δίλημμα πρώτιστα για την ίδια την Τουρκία, η οποία φυσικά θα προσπαθήσει να εκμεταλλευθεί την αντίθεση αυτή προς όφελός της σε όλα τα δυνατά επίπεδα (πολιτική, οικονομία, στρατιωτικός τομέας κ.ά.). Το ερωτηματικό λοιπόν που προκύπτει εν τέλει αφορά την μετατροπή της χώρας: 1. σε αμερικανικό υποϊμπεριαλιστικό σταθμό στην περιοχή ή 2. σε «πολιορκητικό κριό» της Ρωσίας προς την Ευρώπη;

Το ότι τα παραπάνω ισχύουν πλήρως φανερώνει πάνω απ’ όλα το ίδιο το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν, όπου κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου η Τουρκία, όντας μέλος του δυτικού συνασπισμού, ουκ ολίγες φορές δεν δίστασε να προσεγγίσει την Σοβιετική Ένωση, εκμεταλλευόμενη στο έπακρο τη νευραλγική της θέση στον χάρτη. Επίσης δεν υπήρξαν λίγες οι φορές, κατά τις οποίες η Τουρκία δημιούργησε ουσιαστικά προβλήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ στο θέμα της λειτουργίας στο έδαφός της αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων. Παρ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντέδρασαν, ούτε και έλαβαν μέτρα κατά της Τουρκίας, επιτρέποντάς της έτσι να ασκεί ουσιαστικά μια πιο αδέσμευτη («διττή») εξωτερική πολιτική. Ως αντίμετρο στην άτυπη τουρκοσοβιετική «συμφωνία» οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούσαν την Τουρκία ως μοχλό πίεσης πάνω στους Σοβιετικούς σε κρίσεις παγκοσμίου ενδιαφέροντος, χαρακτηριστικότερη των οποίων αυτή της Κούβας το 1962. Τότε ήταν που φάνηκε ξεκάθαρα η στρατηγική αξία της Τουρκίας, στον βαθμό που η γεωγραφία της κυριολεκτικά απέτρεψε μια απειλητική επίθεση, που θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα για τους Αμερικανούς!

Το πρόσφατο παρελθόν, η περίοδος δηλ. μετά το 1989, φανέρωσε πως η αξία αυτή της Τουρκίας όχι μόνο δεν «εξατμίστηκε» μέσα στις νέες επικρατούσες συνθήκες, κι αυτό υπέρ των γειτονικών της χωρών, αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετο: η Τουρκία ως γεωπολιτικό μέγεθος ανέβασε ακόμη περισσότερο τις «μετοχές» της στην παγκόσμια γεωσκακιέρα. Κατέστη έτσι περιζήτητη γεωστρατηγική σύμμαχος για τις μεγάλες δυνάμεις σ’ αυτήν την τόσο κρίσιμη περιοχή της Γης! Υπό αυτό το πρίσμα γεγονότα, όπως π.χ. η στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ, γίνονται πλήρως κατανοητά. Άλλωστε το γεγονός αυτής της από το 1996 επίσημης συνεργασίας αποδεικνύει περίτρανα την προσπάθεια δημιουργίας ενός ισχυρού τόξου στη λίμνη της Μεσογείου (Ηνωμένες Πολιτείες – Τουρκία – Ισραήλ), που εκ των πραγμάτων στρέφεται κατά της Ευρώπης, των βαλκανικών λαών, των Αράβων και, φυσικά, της Ρωσίας. Πέραν αυτού ο άξονας Άγκυρας – Τελ Αβίβ ισχυροποιεί αναπόφευκτα την γεωπολιτική θέση της Τουρκίας, αφού την μετατρέπει σε κυρίαρχη δύναμη (στρατιωτικά και πολιτικά) τόσο στην Μεσόγειο, όσο και στην «πόρτα» της Ευρώπης: αποτελεί λοιπόν η τουρκοϊσραηλινή συμμαχία σαφές αμερικανικό «προμάχωμα» (που υπό ορισμένες προϋποθέσεις και ειδικές συνθήκες θα μπορούσε να γίνει και ρωσικό!) στον εξαιρετικά ευαίσθητο αυτό γεωγραφικό χώρο, αλλά και φραγμό στη ρωσική εξάπλωση προς νότο, κάτι που αποτελεί πρωτεύοντα στόχο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η τάση των Ηνωμένων Πολιτειών να δορυφοροποιήσουν εντελώς την Τουρκία μέσω του τόξου με το Ισραήλ και απ’ την άλλη πλευρά το ρωσικό θέλγητρο να καταστεί η Τουρκία πιστός σύμμαχος της Μόσχας στην προοπτική ρωσικής κυριαρχίας στον ευρασιατικό χώρο, βοηθούν εν τέλει την Τουρκία προς όλες τις κατευθύνσεις, όπου αυτή μπορεί να έχει διεκδικήσεις: Βαλκάνια, Κεντρική Ασία, Μέση Ανατολή, Καύκασος! Γεννιέται έτσι με αργούς (μα σταθερούς) ρυθμούς μια τοπική τουρκική υπερδύναμη…

Η σύγκρουση συνεπώς Ηνωμένων Πολιτειών – Ρωσίας για τον προσεταιρισμό της Τουρκίας ευνοεί τα μέγιστα έναν ενδεχόμενο τουρκικό επεκτατισμό. Διαφαίνεται έτσι μια σειρά από λόγους για τους οποίους η Τουρκία μεταβάλλεται από τοπική υπερδύναμη σε ένα ευρασιατικό σούπερ-κράτος, με απόλυτη παντοδυναμία στον «δικό του» χώρο ανάπτυξης κατά τη νέα χιλιετία. Οι λόγοι αυτοί συνοψίζονται σε έξι δυνητικά σημεία, κατά τα οποία η Τουρκία μπορεί να λειτουργήσει στον 21ο αιώνα ως:

1. τοπικός υποσταθμός της αμερικανικής πλανητικής πολιτικής για παγκόσμια κυριαρχία.

2. σύμμαχος της Ρωσίας στην προσπάθεια της τελευταίας για την ανασύσταση της Σοβιετικής Ένωσης και την ηγεμονία στην Ευρασία.

3. φράγμα στον ισλαμικό φουνταμενταλισμό/ ευρωπαϊκός «προμαχώνας» απέναντι στην ασιατική απειλή.

4. πανίσχυρο ενεργειακό κέντρο/ κόμβος πετρελαιαγωγών και αεραγωγών.

5. ηγήτορας ενός ισχυρού ισλαμικού τόξου, από το κέντρο της Ευρώπης ως τα πρόθυρα της Κίνας.

6. πόλος ένωσης όλων των τουρκογενών λαών από την Αδριατική ως το Σινικό τείχος.

Κάτωθι προβαίνουμε σε μια γενική απεικόνιση των έξι αυτών «εν δυνάμει» σημείων, έχοντας ως επίκεντρό της το προγνωστικό στοιχείο, ελέγχοντας δηλ. το κατά πόσο είναι δυνατή η υλοποίηση εκάστου εξ αυτών. Σε τελική ανάλυση ζητούμε να βρούμε σε ποιόν βαθμό είναι ώριμες οι συνθήκες για την δημιουργία αυτής της τουρκικής υπερδύναμης της τρίτης χιλιετίας. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει για μας το 6ο σημείο, η ανάδειξη δηλ. μιας παντουρκικής ένωσης, στα πλαίσια της οποίας ο ρόλος της Τουρκίας είναι αναπόφευκτα πρωτοπόρος.

Ως πελώρια αμερικανική βάση στην περιοχή η Τουρκία μπορεί να υπάρξει σε συνδυασμό με άλλα «ομογενή» (φιλοαμερικανικά) κράτη, π.χ. με την Ελλάδα ή την Βουλγαρία, δηλ. με κράτη με τα οποία έχει κοινά σύνορα, συναρτώντας έτσι ενιαίο γεωπολιτικό χώρο. Παρ’ όλα αυτά, εκείνο που κατέχει πρώτιστη θέση στους αμερικανικούς προσανατολισμούς είναι το τουρκικό «υποκείμενο», γι’ αυτό και είναι εκ των προτέρων προγραμματισμένη η κυριαρχική «υπόσταση» της Τουρκίας σε σχέση με το άλλο κράτος-δορυφόρο του ατλαντισμού, που εξ ανάγκης θα λειτουργεί ως «συμπλήρωμα» της Τουρκίας.

Όπως ήδη αναφέραμε, ένας κατάλληλος τρόπος για την αμερικανική υπεροχή είναι η δημιουργία ισχυρού άξονα ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ, ο οποίος θα είναι ανασταλτικός παράγοντας στα σχέδια της Ρωσίας για κάθοδο στην Μεσόγειο. Εξάλλου ο τελικός αμερικανικός σκοπός στο ευρύτερο μεσογειακό/ βαλκανικό φάσμα δεν είναι παρά αυτή ακριβώς η αποκοπή της Ρωσίας από την περιοχή και η μη πρόσβασή της σ’ αυτούς τους τόσο κρίσιμης σημασίας στρατηγικούς χώρους. Αθέλητα λοιπόν η Τουρκία μετατρέπεται στον πλέον βασικό αμερικανικό «κρίκο», αφού, λόγω γεωγραφικής θέσης, συνδέει τέσσερις βαρύνουσας δυναμικής γεωπολιτικές «οντότητες» (Βαλκάνια, Μέση Ανατολή, Καύκασος, Κεντρική Ασία), αλλά και αποτελεί το γεωπολιτικό οξυγόνο της Ρωσίας προς την Μεσόγειο, όντας το φυσικό της φράγμα προς την ανοιχτή αυτή θάλασσα (σύνδεση Μεσογείου – Ευξείνου Πόντου μέσω Στενών). Στην τουρκική λοιπόν περίπτωση το αμερικανικό πρόταγμα εστιάζεται στο εξής δόγμα: χρήση του τουρκικού χώρου προκειμένου να επιτευχθεί η απομόνωση της Ρωσίας από νότο!

Απ’ την άλλη, η Τουρκία μπορεί να χρησιμεύσει και ως δυναμικός πόλος πίεσης των εχθρικών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ αραβικών χωρών, ενδυναμώνοντας έτσι πολυποίκιλα (αριθμητικά, πολεμικά, γεωπολιτικά) τα αμερικανοϊσραηλινά συμφέροντα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται και η ιδέα άξονα μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ.

Επίσης, η προσέγγιση της Τουρκίας από τους Αμερικανούς και ο ηγετικός της ρόλος στην ενοποίηση των τουρκογενών λαών της Κεντρικής Ασίας συμβάλλει και στην αποκοπή της Ρωσίας από τις περιοχές αυτές: επιτυγχάνουν έτσι οι Ηνωμένες Πολιτείες απλά και μόνο με την «προσέλκυση» της Τουρκίας την πλήρη απομόνωση της Ρωσίας από τα νότια (και τόσο αναγκαία γι’ αυτήν!) όριά της! Ιδού γιατί η Τουρκία είναι τόσο πολύτιμη για τις Ηνωμένες Πολιτείες στον ανταγωνισμό τους με τη Ρωσία στον χώρο της Ευρασίας…

Ανάλογης σημασίας, τέλος, είναι και η επιρροή της Τουρκίας στα Βαλκάνια και συγκεκριμένα η κεκαλυμμένη αμερικανική παρουσία και επικράτηση πίσω από το τουρκικό «παραπέτασμα». Πράγματι μια τουρκική ανωτερότητα δύναμης στην χερσόνησο του Αίμου εξασφαλίζει στις Ηνωμένες Πολιτείες μια (άτυπη) «κατάληψη» της ευρωπαϊκής αυτής γωνιάς, που για πολλούς και διάφορους λόγους τις προσφέρουν βασικά πλεονεκτήματα στον ακήρυχτο πόλεμο που θα διεξάγουν κατά της Ενωμένης Ευρώπης στον 21ο αιώνα.

Όπως ήδη προαναφέραμε για τη Ρωσία η Τουρκία αποτελεί το πραγματικό της γεωπολιτικό οξυγόνο. Λογικό επομένως είναι η ένταξη της Τουρκίας στη ρωσική τροχιά επιρροής να αποτελεί το υπ’ αριθμόν 1 στόχο της Ρωσίας στους σχεδιασμούς της στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Για τη Ρωσία η Τουρκία αποτελεί όχι απλά έναν δυνατό σύμμαχο στην ευρύτερη «γειτονιά» της, αλλά και κάτι παραπάνω: η σημασία της Τουρκίας για τη ρωσική γεωπολιτική προεκτείνεται σε πλείστα άλλα επίπεδα υπηρεσίας των συμφερόντων της.

Καταρχάς, ειδικά στο δυτικό της «μέτωπο» με την Ευρώπη και τους σχηματισμούς της (π.χ. Ευρωπαϊκή Ένωση) η Τουρκία αποτελεί στην ουσία το «κλειδί» της Ρωσίας. Κι ετούτο όχι μόνο για καθαρά γεωγραφικούς λόγους, αλλά κυρίως για πρακτικούς: εξασφαλίζοντας μια γερή συνεργασία με την Τουρκία, η Ρωσία μπορεί να ασκεί μια ολική «εποπτεία» επί της βαλκανικής χερσονήσου και της Ανατολικής Μεσογείου. Επιτυγχάνεται έτσι ο γεωπολιτικός έλεγχος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με την Τουρκία σε ρόλο «χωροφύλακα».

Πάντως μια πιο ασφαλής και σταθερή ρωσική παρουσία στην βαλκανική προάγεται με το χτίσιμο ενός τοπικού γεωπολιτικού άξονα ανάμεσα στην Τουρκία και την Βουλγαρία, όπου η δεύτερη παραδοσιακά αποτελεί το βασικό ρωσικό «ορμητήριο» στην περιοχή. Ο γεωπολιτικός αυτός συνδυασμός Τουρκίας – Βουλγαρίας είναι σαφές πως προσφέρει στη Ρωσία ό,τι καλύτερο από πλευράς επίτευξης μιας ιδιότυπης παρουσίας της στην περιοχή, αφού της επιτρέπει τον δυναμικό της «εμβολιασμό» σε δύο θάλασσες (Εύξεινος Πόντος, Μεσόγειος), προσδίδοντάς της έτσι και μια έμμεση ναυτική κυριαρχία! Υπό αυτήν την έννοια σε μια ευρεία σύγκρουση Ελλάδας – Τουρκίας στο Αιγαίο, η Ρωσία δεν θα παραμείνει απλός θεατής, αλλά το συμφέρον της της επιβάλλει να ενταχθεί στο πλευρό της Τουρκίας!

Απ’ την άλλη η Τουρκία, μέσω της επίδρασής της στις πρώην σοβιετικές τουρκογενείς δημοκρατίες, εξασφαλίζει στη Ρωσία εκ νέου τον έλεγχο στον «ζωτικό χώρο» της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, αναγεννώντας έτσι κατά κάποιον τρόπο μια νεοσοβιετική πραγματικότητα στην καρδιά της Ευρασίας! Δεν θα είναι λοιπόν καθόλου περίεργος, μέσα στο εν λόγω πνεύμα, ένας νεώτερος διαμοιρασμός της Αρμενίας, σε μεταγενέστερη φάση, ανάμεσα στις δύο χώρες, τη Ρωσία και την Τουρκία…

Πέρα απ’ όλα αυτά τα τόσο σημαντικά, ένα ισχυρό φιλορωσικό τουρκικό κράτος, που ενδεχομένως θα συμπεριλάβει στα γεωστρατηγικά του όρια επιρροής και την Κύπρο ως φυσική προέκταση των νοτίων ακτών του (!), εντάσσει δθναμικά τη Ρωσία στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής, όπου αναμένονται εντυπωσιακές «αναπλάσεις» στον συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα σε Άραβες και Εβραίους.

Εκεί όμως που η Τουρκία δύναται να αποτελέσει το βαρύ «όπλο» της Ρωσίας είναι στην πλανητική της πάλη με τις Ηνωμένες Πολιτείες και κυρίως στον φοβερό ανταγωνισμό (νέος ιδιόμορφος ψυχρός πόλεμος!) για τον έλεγχο των πηγών φυσικού πλούτου, καθώς και για την τελική χάραξη του δρομολογίου που θα ακολουθήσουν οι αγωγοί πετρελαίου και αερίου. Υπό αυτήν την έννοια πράγματι μια τουρκική υπερδύναμη δημιουργείται στον δρόμο του μεταξιού, αυτήν την πανάρχαια θρυλική οδό, που σήμερα αναβιώνει με διαφορετικά «συστατικά υλικά», με την ίδια όμως απαράλλαχτη σημασία! Ο έλεγχος αυτού ακριβώς του δρομολογίου (που αναπόφευκτα περνάει μέσα από την Τουρκία) καθίσταται κεντρικής σημασίας για τον κόσμο του 21ου αιώνα. Γι’ αυτόν τον λόγο ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας για την πρόσδεση της Τουρκίας θα είναι αδυσώπητος!

Από τις προηγούμενες παραγράφους διαφαίνεται ολοκάθαρα πως η Τουρκία αποκτά «ειδικό» γεωπολιτικό βάρος στα πλαίσια της σύγκρουσης συμφερόντων των δύο υπερδυνάμεων, ΗΠΑ και Ρωσίας, στον τόσο νευραλγικό ευρασιατικό χώρο. Το κύριο ζητούμενο επομένως είναι το πώς θα «αδράξει» η Τουρκία αυτήν την μοναδική όντως ευκαιρία να μεταβληθεί σε ευρασιατική υπερδύναμη κατά τον 21ο αιώνα, έχοντας πάντα ως απώτατο σκοπό την πραγματοποίηση του ονείρου περί ενωμένου Τουράν, όπου θα καταλαμβάνει την κορυφαία θέση.

Πριν φτάσουμε όμως στην παράμετρο αυτή, πρέπει υποχρεωτικά να ρίξουμε μια σύντομη ματιά και στις τρεις άλλες προοπτικές, τις οποίες μπορεί η Τουρκία να εκμεταλλευθεί υπέρ της στις νέες παγκόσμιες επικρατούσες συνθήκες.

Ως προς την προοπτική η Τουρκία να αποτελέσει το βασικό ευρωπαϊκό «κάστρο» κατά του ισλαμικού φουνταμενταλισμού στον 21ο αιώνα, παίζοντας έτσι τον ρόλο ενός ιδιόρρυθμου «Ακρίτα» της Ευρώπης/ φράγμα στον ασιατικό κίνδυνο, είναι δεδομένο πως ετούτο συνεπάγεται κάποιες προϋποθέσεις: πρώτιστα άμεση οργανική της ένταξη στις κοινές ευρωπαϊκές διαδικασίες, ύστερα αναβιβασμό της σε προνομιούχα ζώνη της γηραιάς ηπείρου και τέλος σταδιακή μετατροπή της σε δυναμικό ευρωπαϊκό «παίχτη», που θα μπορεί να συναγωνίζεται επί ίσοις όροις χώρες-γίγαντες, όπως η Γερμανία ή η Γαλλία.

Για το ζήτημα ανάδειξης της Τουρκίας σε παντοδύναμο ενεργειακό κέντρο και «σταυροδρόμι» αγωγών πετρελαίου και αερίου, όπως ήδη αναφέραμε αυτό θίγει πρώτα απ’ όλα τα συμφέροντα των μεγάλων πλανητικών δυνάμεων και ειδικά αυτά των ΗΠΑ και της Ρωσίας, που συγκρούονται για να τα προασπίσουν. Ουσιαστικά, για την Τουρκία παραμένει αδιάφορη η τελική κατάληξη αυτής της σύγκρουσης, αφού ούτως ή άλλως γνωρίζει εκ των προτέρων πως (σ’ όλες απολύτως τις περιπτώσεις) θα μπορεί να στηρίζεται σε μία τουλάχιστον από τις δυνάμεις αυτές! Ίσως μάλιστα για την Τουρκία είναι πιο συμφέρουσα η κατά κάποιον τρόπο διαιώνιση της διαμάχης ΗΠΑ – Ρωσίας, εάν αυτό έχει ως θετική γι’ αυτήν συνέπεια την πολλαπλή της ενίσχυση (διπλωματική, στρατιωτική, οικονομική) και από τις δύο μεγάλες δυνάμεις!...

Όσον αφορά τον ρόλο μιας Τουρκίας-ηγέτη ενός ευρύτατου ισλαμικού τόξου, που θα ξεκινά από την Βοσνία/Ερζεγοβίνη και θα καταλήγει στο Πακιστάν, είναι πασιφανές πως θα λειτουργήσει υπέρ της οικοδόμησης ενός γεωπολιτικά ισχυρότατου άξονα, επίκεντρο του οποίου θα είναι αναπόφευκτα (λόγω γεωγραφίας) η Τουρκία! Ο άξονας αυτός θα περιλαμβάνει όλους τους μουσουλμάνους των Βαλκανίων, τους Άραβες, τους Τούρκους της Τουρκίας και τους Τούρκους των τουρκικών πρώην σοβιετικών δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας.

Είναι πάντως σίγουρο πως η ουσία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, αδιάφορα σε ποια από τις κατευθύνσεις που περιγράψαμε κινείται, κατακάθεται γερά πάνω σε βαθιά ριζωμένα ιδεολογικά θεμέλια. Η τουρκική ιδέα πρεσβεύει πως όλες οι παραπάνω προοπτικές για το νέο αιώνα αποτελούν τελικά μόνο τον «προθάλαμο» για το ποθούμενο, την εκπλήρωση του τουρκικού ονείρου: την δημιουργία ενός τουρκικού υπερκράτους από την Αδριατική ως το Σινικό τείχος! Το αξίωμα αυτό αποτελεί το υπέρτατο τουρκικό ιδεώδες, κάτι σαν νεώτερη «έκδοση» της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η ιδέα αυτή μπορεί να εκφραστεί και ως εξής (σε προέκταση): ο δρόμος του μεταξιού είναι δρόμος τουρκικός! Ο έλεγχος δηλ. των ενεργειακών πηγών και των οδών διακίνησης φυσικού πλούτου θα καταστήσει την Τουρκία οικονομικό κέντρο του κόσμου κατά τον αιώνα που ήδη διανύουμε! Αυτό το πόρισμα αποτελεί το ουσιαστικό «μεδούλι» του τουρκικού αυτοσκοπού: κυριαρχία επί της ευρασιατικής οικονομίας = κυριαρχία επί του ευρασιατικού χώρου! Κι όλα αυτά έχοντας πάντα υπόψιν το αιώνιο δόγμα της κλασικής, αλλά και της σύγχρονης, γεωπολιτικής: η Ευρασία είναι το κέντρο του κόσμου. Όποιος κυριαρχεί στην Ευρασία, αυτός κυριαρχεί και στον κόσμο!

Και κάτι άλλο: επιτυγχάνοντας η Τουρκία μια τέτοια «πλατειά» βέβαια προοπτική, είναι αναπόφευκτη η γεωγραφική/ ιστορική «εξαφάνιση» των εθνών που την περιστοιχίζουν, δηλ. των βαλκανικών και των αραβικών. Η πλανητική υπερδύναμη της Τουρκίας θα «απορροφήσει» τα γειτονικά της κράτη, είτε μετατρέποντάς τα σε δορυφόρους της, είτε συρρικνώνοντάς τα εδαφικά. Το τουρκικό λοιπόν «όραμα» για τον 21ο αιώνα συνιστά γι’ αυτά τον χειρότερο δυνατό «εφιάλτη» και υπ’ αριθμόν 1 πρόβλημά τους στη νέα για τον κόσμο μας εποχή…

66 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates