• .

«Βουλγαρική ομπρέλα»

Δεκέμβριος 2008

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Μία υπόθεση μυστηρίου που εκτυλίχθηκε προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70 στο Λονδίνο έδωσε μπόλικη τροφή σε όλους όσους αρέσκονταν να μιλούν για εκτύλιξη συνωμοσιών, ανάμειξη μυστικών υπηρεσιών και άλλα παρόμοια από τον κόσμο των σκιών. Πόσο μάλλον που η υπόθεση αυτή είχε όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις: αποδεικτικά στοιχεία ότι κάτι δεν πήγε καλά με τον θάνατο γνωστού συγγραφέα, έντονο ενδιαφέρον των τοπικών αρχών (και όχι μόνο) για τη ζωή και τον θάνατό του, διαδόσεις γύρω από το έργο του και τον πραγματικό του ρόλο κι όλα αυτά με δεδομένη την «κόντρα» του με το κυρίαρχο τότε καθεστώς της ιδιαίτερής του πατρίδας... Δεν άργησε έτσι να δημιουργηθεί άλλη μία εστία έντασης μεταξύ των δύο αντίπαλων πλανητικών μπλοκ, όπου την τιμητική τους είχαν για ακόμη μία φορά οι υπηρεσίες πληροφοριών των υπερδυνάμεων, αλλά και «δορυφόρων» τους.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1978 ο Βούλγαρος συγγραφέας και σεναριογράφος Γκεόργκι Μάρκοφ, που από χρόνια είχε διαφύγει στη Δύση, και συγκεκριμένα στην Αγγλία, περίμενε όπως κάθε μέρα το λεωφορείο στη στάση κοντά στο σπίτι του. Ο καιρός του Λονδίνου ήταν – όπως πολύ συχνά – και πάλι βροχερός. Ξαφνικά, λίγο πριν επιβιβαστεί στο όχημα, κάποιος άγνωστος τον χτύπησε «κατά λάθος» στο πόδι με την «μύτη» της ομπρέλας του και κατόπιν ζήτησε συγγνώμη και απομακρύνθηκε. Θα μπορούσε να είναι ένα απλό τυχαίο γεγονός, που θα ξεχνιόταν σε λίγα λεπτά της ώρας, αν το ίδιο κιόλας βράδυ ο Μάρκοφ δεν «ανέβαζε» πρωτοφανή πυρετό που τον εξάντλησε οργανικά σε βαθμό τέτοιο, ώστε να ζητήσει αμέσως την εισαγωγή του στο νοσοκομείο. Ο συγγραφέας πάλεψε με τον θάνατο τέσσερις ολόκληρες ημέρες, ώσπου τελικά στις 11 Σεπτεμβρίου 1978 ξεψύχησε, με τους γιατρούς να σηκώνουν τα χέρια ψηλά...

Ήταν λογικό να προκληθεί αρκετός θόρυβος γύρω απ’ το τέλος του Βούλγαρου συγγραφέα, δεδομένης της θέσης του στην αγγλική κοινωνία επί συνθήκες Ψυχρού πολέμου και του ξαφνικού όσο και αινιγματικού του θανάτου. Ο Μάρκοφ, μόνιμος κάτοικος πια του Λονδίνου μετά τη φυγή του απ’ την πατρίδα του, είχε αρχίσει να εργάζεται για λογαριασμό του ραδιόφωνου του BBC, αλλά και του ραδιοφωνικού σταθμού «Ελεύθερη Ευρώπη», εξαπολύοντας αυστηρή κριτική κατά του κομμουνιστικού καθεστώτος της πατρίδας του και προσωπικά κατά του Βούλγαρου ηγέτη Τόντορ Ζίβκοφ. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι Βούλγαροι, αλλά και οι Σοβιετικοί, ένιωσαν σφόδρα ενοχλημένοι από την κριτική του Μάρκοφ, η οποία γινόταν σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία ακόμα και ο πρώην βασιλιάς της Βουλγαρίας, Συμεών, που ζούσε τότε στη Μαδρίτη, απέφευγε να πει δημόσια το οτιδήποτε σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε στην πλέον πιστή σύμμαχο της Σοβιετικής Ένωσης. Τον ίδιο καιρό με τις ενοχλητικές ραδιοφωνικές του εκπομπές, ο Μάρκοφ συνέγραψε και κυκλοφόρησε το βιβλίο «Ρεπορτάζ εξ αποστάσεως», που ουσιαστικά ήταν αναμνήσεις και σκέψεις σχετικά με τη χώρα του, αλλά περιείχε και πλήθος υπονοούμενων που σχετίζονταν με το κομμουνιστικό καθεστώς της Σόφιας, αλλά και τις μυστικές υπηρεσίες της Βουλγαρίας.

Η ιατροδικαστική εξέταση ανέφερε σαφώς ως αιτία θανάτου του Μάρκοφ τη δηλητηρίασή του από ρικίνη, δηλαδή από ισχυρό δηλητήριο που παράγεται απ’ τους σπόρους ενός φυτού, της ρετσινολαδιάς. Προ του θανάτου του το θύμα μπόρεσε να θυμηθεί το παράξενο περιστατικό με το χτύπημα της ομπρέλας κι έτσι δεν άργησε να βγει το συμπέρασμα ότι ο θάνατός του προήλθε από ενορχηστρωμένη και ύπουλη δολοφονική ενέργεια. Απλώς οι δολοφόνοι ήταν «άτυχοι», αν ληφθεί υπόψη ότι η ρικίνη δεν εξαλείφθηκε εντελώς απ’ τον οργανισμό του νεκρού κι έτσι έγινε δυνατό να εντοπιστεί (κανονικά θα έπρεπε μέσα σε 24 ώρες να μην έχουν μείνει καθόλου ίχνη της στο σώμα του θύματος).

Δημιουργήθηκε έτσι πολύ γρήγορα ο θρύλος της περίφημης «βουλγαρικής ομπρέλας», που κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του Ψυχρού πολέμου κατέστη σημαντικό κεφάλαιο κουτσομπολιού κι ενδιαφερόντων σχολίων για όλους αυτούς που είχαν πρόσβαση στην «κουζίνα» των μυστικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με τη θεωρία που υποστηρίχτηκε απ’ τη δυτική αντισοβιετική προπαγάνδα, ο αντιστασιακός συγγραφέας δολοφονήθηκε από τις μυστικές υπηρεσίες της κομμουνιστικής Βουλγαρίας, ακριβώς επειδή είχε γίνει ενοχλητικός για το καθεστώς Ζίβκοφ με τα άρθρα και τις εκπομπές του, που θεωρήθηκε ότι είχαν κατά πολύ ξεπεράσει τα όρια της απλής κριτικής και είχαν πια γίνει άκρως επικίνδυνα. Άλλωστε πολλοί υποστήριζαν ότι τον καιρό που βρισκόταν στη Βουλγαρία ο Μάρκοφ είχε συνδεθεί τόσο με τις βουλγαρικές όσο και με τις σοβιετικές υπηρεσίες πληροφοριών, συνεπώς γνώριζε αρκετά πρόσωπα και πράγματα, τα οποία τον καθιστούσαν περαιτέρω επικίνδυνο για τα συμφέροντα του ανατολικού συνασπισμού...

Δυτικοί αρθρογράφοι έφτασαν στο σημείο να προβάλλουν ακόμη πιο πελώριες τις διαστάσεις της σπουδαιότητας του Μάρκοφ και της πολυπλοκότητας της προσωπικότητάς του. Έγραψαν για παράδειγμα ότι ο νεκρός όχι μόνο είχε πολύ σοβαρές διασυνδέσεις και γνωριμίες στη χώρα του, αλλά ήταν πολύ βαθιά στο σύστημα εξουσίας, εφόσον αποτελούσε για ένα διάστημα στενό συνεργάτη και άνθρωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του ίδιου του Ζίβκοφ! Οι πηγές αυτές αναφέρουν επίσης ότι η θρυλική «βουλγαρική ομπρέλα» ουσιαστικά υπήρξε δημιούργημα της σοβιετικής KGB και χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο για να «ξεφορτωθεί» τον Μάρκοφ, αλλά και προς παραδειγματισμό των άλλων αντιστασιακών που είχαν περάσει το «σιδηρούν παραπέτασμα» και ζούσαν σε χώρες της Δύσης.

Το ίδιο εκείνο διάστημα ειπώθηκε ότι συνέβη και ένα άλλο σχεδόν παρόμοιο και εξίσου περίεργο περιστατικό. Στο Παρίσι, όπου ζούσε ένας άλλος Βούλγαρος πρόσφυγας, ο Βλαντιμίρ Κόστοφ, σημειώθηκε ανάλογη επιχείρηση εναντίον του, αφού υποτίθεται ότι κι εκείνος ήταν ενοχλητικός για τη Σόφια και τη Μόσχα. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, ο Κόστοφ χτυπήθηκε κι αυτός από κάτι το πολύ «ύποπτο», περίπου δύο εβδομάδες πριν τον θάνατο του Μάρκοφ, αλλά τελικά επέζησε, μετά από πολύωρη εγχείρηση που του έγινε και στη διάρκεια της οποίας αφαιρέθηκε από τον οργανισμό του κάτι σαν μεταλλικό «μπαλάκι». Πάντως, σύμφωνα πάντα με τις δυτικές δημοσιογραφικές πηγές, η «βουλγαρική ομπρέλα» είχε προϊστορία ήδη μερικών ετών, αφού θρυλείται ότι πρωτοχρησιμοποιήθηκε εναντίον του βραβευμένου με Νόμπελ λογοτεχνίας Σοβιετικού συγγραφέα Αλεξάντρ Σολζενίτσιν ήδη το 1971۬ ο Σολζενίτσιν, μέγας αντιστασιακός και συγγραφέας του αντικομμουνιστικού έργου «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ», ισχυρίστηκε ότι χτυπήθηκε από κάτι το «παράξενο», ενώ περίμενε στην ουρά για να αγοράσει ψωμί, που μόλις και δεν τον σκότωσε, αφού για να συνέλθει χρειάστηκαν να περάσουν πάνω από τρεις μήνες...

Για τον θάνατο του Μάρκοφ υφίσταται βέβαια και η αντίθετη γνώμη, κατά την οποία πίσω από το μυστηριώδες περιστατικό του Λονδίνου δε βρίσκεται παρά η βρετανική μυστική υπηρεσία MI-5, η οποία δημιούργησε αυτήν την προβοκάτσια, με το σαφή σκοπό να ενοχοποιήσει την τότε κομμουνιστική Βουλγαρία και προσωπικά τον ίδιο τον ηγέτη της, τον Τόντορ Ζίβκοφ. Εξάλλου οι συνθήκες εκείνης της εποχής ήταν τέτοιες που όχι μόνο επέτρεπαν τη διενέργεια παρόμοιων πράξεων στο αδυσώπητο μέτωπο του μυστικού πολέμου των υπηρεσιών πληροφοριών, αλλά σχεδόν επέβαλλαν την κατασκευή κάποιου «μάρτυρα» της ελευθερίας και της δημοκρατίας, προκειμένου να «στριμωχθεί» η Μόσχα και οι συμμαχικές της χώρες. Επειδή λοιπόν ο Μάρκοφ ήταν ήδη ένα πρόσωπο που είχε αποσπάσει την εκτίμηση και τη συμπάθεια πολλών στη Δύση, κρίθηκε ότι ήταν ο κατάλληλος για να «θυσιαστεί» στην προσπάθεια συκοφάντησης του καθεστώτος της χώρας του και της Σοβιετικής Ένωσης...

Το 1997 εκδόθηκε στη Σόφια ένα μικρό βιβλίο – «έκδοση εξπρές», όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στο εξώφυλλό του – με συγγραφέα τον Αλεξάντερ Κόστοφ (πρόκειται περί απλής συνωνυμίας με εκείνον του Παρισιού) και τίτλο «Ποιος σκότωσε τον Γκεόργκι Μάρκοφ». Ο συγγραφέας υπήρξε παιδικός φίλος του θύματος και, όπως αναγράφει και μέσα στο βιβλίο, υπήρξε και ο άνθρωπος που τελευταίος τον είδε επί βουλγαρικού εδάφους, ξαποστέλνοντάς τον στο ταξίδι προς τη Δύση, που τελικά αποδείχτηκε ταξίδι χωρίς επιστροφή. Στο μικρό αυτό σύγγραμμα εκτίθεται όλη η πορεία του Μάρκοφ, αυτής της τόσο μυστηριώδους προσωπικότητας, από τα μαθητικά του χρόνια μέχρι και τις ημέρες που δημοσίευσε τα περίφημα «Ρεπορτάζ εξ αποστάσεως» και ως το τέλος και τον παράξενο θάνατό του στο Λονδίνο. Καταγράφεται δηλαδή ότι ο Μάρκοφ παράλληλα με τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα συνδέθηκε από νωρίς με τη βουλγαρική Κρατική Ασφάλεια (DS) και ότι αυτός, ο αυθεντικός κομμουνιστής, κατάντησε τελικά να ηρωοποιηθεί από το αντίπαλο στρατόπεδο, με τον θάνατό του να γίνεται όπλο κατά του κομμουνισμού...

Στο βιβλίο του ο Κόστοφ παραθέτει στοιχεία τέτοια, που ίσως αποδειχτούν μια μέρα «κλειδιά» για τη διαλεύκανση των πραγματικών λόγων και συνθηκών του θανάτου του. Ως αποδείξεις των σχέσεων του Μάρκοφ με τις υπηρεσίες ασφαλείας και πληροφοριών της κομμουνιστικής Βουλγαρίας παρατίθενται αποσπάσματα από τα «Ρεπορτάζ εξ αποστάσεως», τα οποία περιγράφουν πράγματα και καταστάσεις, που είναι αδύνατο να μπορεί να τα γνωρίζει κάποιος που βρίσκεται έξω α’ αυτό το σύστημα. Πάντως η υπόθεση αυτή φαίνεται πως μάλλον θα παραμείνει για πολύ καιρό ακόμα ανεξιχνίαστη, αφού αντιφατικές μεταξύ τους απόψεις εξακολουθούν να ακούγονται και να προβάλλονται, ενώ είναι οφθαλμοφανής η έλλειψη επαρκών στοιχείων, που να θεμελιώνουν τη μία ή την άλλη αντίληψη.

57 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates