• .

Ρουμανικός εθνικισμός: η Σιδηρά Φρουρά

16.11.2021

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Ο ρουμανικός επαναστατικός πατριωτισμός του Μεσοπολέμου είναι άμεσα συνδεδεμένος με τη μεταφυσική. Ο ηγέτης του εθνικού κινήματος των Ρουμάνων, το οποίο προέκυψε απ' ευθείας μέσα από τις λαϊκές τάξεις και τους αγροτικούς πληθυσμούς της χώρας, Κορνέλιου Ζελέα Κοντρεάνου (Corneliu Zelea Codreanu, 1899-1938), ήταν έγκλειστος στις φυλακές του Βουκουρεστίου, το 1923, λόγω συμμετοχής του σε φοιτητικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, όταν βίωσε μία πρωτόγνωρη εμπειρία που έμελλε να σημαδέψει το υπόλοιπο της ζωής του: άκουσε τη φωνή του Θεού να του ομιλεί, μέσα από την εικόνα του αρχαγγέλου Μιχαήλ, στο παρεκκλήσι των φυλακών! Η φωνή τού έκανε λόγο σχετικά με τον ιστορικό ρόλο που καλείτο να παίξει για την πατρίδα του. Τότε ήταν που εμπνεύστηκε τη δημιουργία μίας πατριωτικής οργάνωσης, στην οποία και έδωσε το όνομα του αρχαγγέλου της εικόνας. “Φωνή Θεού, φωνή λαού”...

Αν και κατά το ήμισυ γερμανικής καταγωγής, από τη μητέρα του, ο ανήλικος ακόμη Κορνέλιου έλαβε μέρος στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, σε ηλικία 16 ετών, όταν η πανίσχυρη στρατιωτικά Αυστροουγγαρία επιτέθηκε εναντίον της Ρουμανίας. Ήταν η πρώτη επαφή του με τα υψηλά ιδανικά του πατριωτισμού. Αργότερα, ως φοιτητής της Νομικής σχολής στο Ιάσιο, επηρεάστηκε από τις φασιστικές ιδέες, που ήταν πολύ της μόδας την εποχή εκείνη, ενώ μεταβαίνοντας στη Γερμανία, και πιο μετά στη Γαλλία, για μεταπτυχιακές σπουδές, ήρθε πλέον σε άμεση επαφή με τους Ευρωπαίους ομοϊδεάτες του, ειδικά δε με τους εθνικοσοσιαλιστές του Αδόλφου Χίτλερ. Ένας ιδιότυπος Ρουμάνος ναζί γεννιόταν.

Στο μυαλό του Κορνέλιου Κοντρεάνου ο ευρωπαϊκός ναζισμός/φασισμός αναμείχθηκε αναπόφευκτα με την ιδιάζουσα ρουμανική πραγματικότητα και ιστορική εμπειρία. Η Ρουμανία του καιρού εκείνου αποτελείτο κατά βάση από γεωργικά πληθυσμιακά στρώματα της υπαίθρου, ενώ ο λαός στις μεγάλες πόλεις ασφυκτιούσε λόγω της φτώχειας και της εκμετάλλευσης που υφίστατο από τους πλουσίους. Επειδή, μάλιστα, η μεγαλοαστική τάξη συντίθετο κυρίως από εβραϊκές οικογένειες εμπόρων, άρχισε να αναδύεται εντός της κοινωνίας ένας έντονος αντισημιτισμός, που όξυνε ακόμη περισσότερο η ορθόδοξη χριστιανική λατρεία στην οποία ανήκε η συντριπτική πλειονότητα του ρουμανικού έθνους. Έτσι, υπό το πρόσχημα των θρησκευτικών διαφορών με τους “σταυρωτές του Χριστού”, καλύφθηκαν οι καθαρά οικονομικοί λόγοι που δημιουργούσαν σύμπλεγμα κατωτερότητας στους Ρουμάνους χριστιανούς έναντι των επιτυχημένων επαγγελματικά Εβραίων και διαμορφώθηκε ένα αντι-εβραϊκό μίσος, που απέκτησε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις μετά το παγκόσμιο οικονομικό κραχ του 1929.

Πέραν του αντισημιτισμού του, στην ψυχή του Κοντρεάνου δέσποζε από νωρίς ο έντονος αντικομμουνισμός. Στο συλλογικό υποσυνείδητο των Ρουμάνων φασιστών εξακολουθούσε επί δεκατίες να παραμένει η ανάμνηση του περίφημου όρκου που είχαν δώσει ο Κοντρεάνου κι οι συναγωνιστές του, την άνοιξη του 1919, στο πυκνό δάσος της Ντόμπρινα, όπου μέσα σε μια σχεδόν θολή ατμόσφαιρα μυστηρίου αποφάσισαν τι έπρεπε να κάνουν σε περίπτωση εισβολής των μπολσεβίκων. Πολύ αργότερα, ο ίδιος ο Κοντρεάνου ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής για τη συνάθροιση αυτή του δάσους: “Η άποψή μου, που έγινε στη συνέχεια ομόφωνα αποδεκτή, ήταν να οργανωθεί ένα κέντρο αντίστασης στο δάσος και να ξεκινήσουν πράξεις ανταρτοπολέμου. Εκεί, στο αιωνόβιο δάσος, ορκιστήκαμε. Το δάσος εκείνο ήταν μια γωνιά του περίφημου δρυμώνα Τιγκέτσι, στα μονοπάτια του οποίου, κατά τη διάρκεια της ιστορίας της Μολδαβίας, πολλοί εχθροί συνάντησαν τον θάνατο. Αποφασίσαμε να οπλιστούμε, να οργανωθούμε και να αναζητήσουμε κάλυψη των δραστηριοτήτων μας. [...] Ενώ δημόσια ασχολούμασταν με τα συνηθισμένα προβλήματα, ταυτόχρονα εκπαιδευόμασταν στρατιωτικά στο δάσος. Όπλα εκείνο τον καιρό υπήρχαν σχεδόν παντού, ώστε σε διάστημα δύο εβδομάδων συγκεντρώσαμε όλα όσα μας ήταν απαραίτητα. Εκείνη την εποχή η χώρα ζούσε μέσα στο χάος κι εμείς, παρ' ότι σε νεαρότατη ηλικία, συνειδητοποιούσαμε ξεκάθαρα τη βαρύτητα της κατάστασης. Σε μικρή απόσταση από μας η μπολσεβικική επανάσταση ήταν σε πλήρη εξέλιξη και ο κόσμος ήταν εντυπωσιασμένος. Ο αγροτικός κόσμος ήταν από ένστικτο αντίθετος σ' αυτό το καταστροφικό κύμα, αλλά ήταν παντελώς ανοργάνωτος. [...] Η τάξη των εργατών, αντίθετα, γλιστρούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς τον κομμουνισμό. [...] Οι Ρουμάνοι διανοούμενοι ήταν αναποφάσιστοι, ο κρατικός μηχανισμός αποδιοργανωμένος. Από στιγμή σε στιγμή μπορούσαν να ξεσπάσουν τόσο εσωτερικές ταραχές που θα τις προκαλούσαν κάποια οργανωμένα και αποφασισμένα στοιχεία, όσο και μια εισβολή πέρα από τον Δνείστερο. Αυτή η εξωτερική επέμβαση σε συντονισμό με εκείνη των κομμουνιστικών συμμοριών του εσωτερικού, στρεφόμενες εναντίον μας, [...] θα αποφάσιζαν για το μέλλον μας σαν γένος. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, βασανισμένοι από τις σκέψεις και φοβούμενοι για τη ζωή και την ελευθερία της γης μας που μόλις είχε πετύχει την ένωσή της ύστερα από έναν αιματηρό πόλεμο, άνθισε στις νεανικές μας καρδιές η ιδέα μιας δράσης που μας οδήγησε στην ορκωμοσία του δάσους της Ντόμπρινα”.

Τον Μάρτιο του 1924, και αφού εν τω μεταξύ είχε αφεθεί ελεύθερος από τις φυλακές (όπου και είχε δει το όραμα που τον συγκλόνισε), ο Κοντρεάνου συνελήφθη εκ νέου. Η αστυνομία πραγματοποίησε έφοδο σε συγκέντρωση της Εθνικής Χριστιανικής Άμυνας, ακραίας οργάνωσης της οποίας προΐστατο ο καθηγητής Αλεξάντρου Κούζα (Alexandru C. Cuza, 1857-1947), και πολλοί νεαροί Ρουμάνοι φασίστες οδηγήθηκαν στα δεσμωτήρια. Όλοι αυτοί ήδη αυτοονομάζονταν “Λεγεωνάριοι”, στα πρότυπα των παλιών ρωμαϊκών στρατιωτικών μονάδων, και συνιστούσαν την υπ' αριθμόν ένα απειλή για το σύστημα. Και αργότερα, αφού πρώτα βασανίστηκε στις φυλακές και απελευθερώθηκε ξανά, ο Κοντρεάνου δολοφόνησε έναν αστυνομικό, στις 25 Οκτωβρίου 1925· οι Αρχές τον κατηγόρησαν ότι το έκανε για λόγους εκδίκησης, επειδή το όργανο της τάξης ήταν βασανιστής του, αλλά τελικά το δικαστήριο τον αθώωσε, κρίνοντας πως βρισκόταν σε αυτοάμυνα. Ήταν όμως πια φανερό ότι για την αστυνομία της χώρας, την τόσο πιστή στην υπηρεσία του καθεστώτος, ο Κοντρεάνου είχε μπει για τα καλά στο στόχαστρο...

24 Ιουνίου του 1927. Ο Κοντρεάνου προέβη στη μεγάλη κίνηση: αφού προηγουμένως είχε αποχωρήσει από την Εθνική Χριστιανική Άμυνα, ίδρυσε τη Λεγεώνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, μια εντελώς νέα οργάνωση, απειλώντας ότι θα εκτελούσε τους “προδότες” πρώην συντρόφους του! “Σήμερα στις 24 Ιουνίου 1927, στις 10 το βράδυ, ιδρύεται υπό την ηγεσία μου η «Λεγεώνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ». Όποιος πιστεύει δίχως ιδιοτέλεια, ας ενωθεί με τις τάξεις μας. Όποιος αμφιβάλλει, ας μείνει στην άκρη”. Οι συναγωνιστές του τον αποκαλούσαν πλέον “Capitanul” (“Καπετάνιο”) και του έδειχναν απόλυτη αφοσίωση. Η οργάνωση, υπό την πλήρη καθοδήγηση του “Καπετάνιου”, κινείτο βασικά από το μένος της κατά του κατεστημένου: ήταν εναντίον των Εβραίων, εναντίον των κομμουνιστών, εναντίον της κυβέρνησης, εναντίον του βασιλιά, εναντίον του καπιταλισμού... Ήταν περισσότερο “αντί” των πάντων, παρά θετική σε νέες ιδέες και εφαρμόσιμες πράξεις. Πρόκειται για τη γνωστή εθνικιστική νοοτροπία “εναντίον όλων”, που περιχαρακώνει αυτού του τύπου τις οργανώσεις, κόβοντας γέφυρες και δημιουργώντας παντού εχθρούς. Χρησιμοποιούσε, δε, τη χριστιανική πίστη ως προκάλυμμα του Κακού, το οποίο κατ' ουσίαν υπηρετούσε. Είναι γεγονός, εξάλλου, ότι για τη χριστιανική Εκκλησία, εθνικισμός = μίσος, διότι η χριστιανοσύνη είναι εξ ορισμού διεθνιστική: “ἀγαπᾶτε ἀλλήλους” (κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, 13:34) είπε ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος κρίνει ανάλογα με τις ψυχές των ανθρώπων και όχι με τα έθνη στα οποία ανήκουν. Γι' αυτό και η Εκκλησία του Χριστού, σε όλες τις χώρες, κυνηγά πάντοτε τους πατριώτες-εθνικιστές, αλλά δέχεται ευχαρίστως τους κομμουνιστές, έστω κι αν αυτοί οι τελευταίοι είναι εκ προοιμίου άθεοι.

Τον Μάρτιο του 1930 ο “Καπετάνιος” ίδρυσε μια οργάνωση μέσα στην οργάνωση, ως τον ουσιαστικά ένοπλο βραχίονα της Λεγεώνας του: τη θρυλική “Σιδηρά Φρουρά”, η οποία θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στις προπολεμικές ρουμανικές εξελίξεις της δεκαετίας του 1930. Όπως και τα άλλα αντίστοιχα κινήματα της Ευρώπης, σε Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία κι αλλού, έτσι κι η Σιδηρά Φρουρά κατατρομοκρατούσε τους πολιτικούς της αντιπάλους, πραγματοποιώντας συχνά δολοφονικές επιθέσεις, γεγονός που προκάλεσε τις διώξεις του κράτους εναντίον της. Πολιτικοί, που ο ίδιος ο Κοντρεάνου είχε στοχοποιήσει ως “διεφθαρμένους”, όπως ο Ιόν Ντούκα και ο Μιχαήλ Στελέσκου, εκτελέστηκαν από την παραστρατιωτική αυτή οργάνωση, κι έτσι η Λεγεώνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ συγκέντρωσε τα πυρά όλων, από τη συστημική άκρα Δεξιά έως τους απάτριδες κομμουνιστές του άλλου άκρου. Η δε Σιδηρά Φρουρά δεν άργησε να τεθεί εκτός νόμου, τον Ιανουάριο του 1931. Κάποτε ο Κοντρεάνου αποφάσισε να αλλάξει τακτική και να μπει κι ο ίδιος στο επίσημο πολιτικό παιχνίδι.

Γεννήθηκε έτσι το κόμμα “Όλα για την Πατρίδα”. Ήταν Ιούνιος του 1935, όταν ο Ρουμάνος εθνικιστής ηγέτης ίδρυσε τον νέο πολιτικό φορέα, που στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά μετονομασία της Λεγεώνας του, μία επιδέξια μεταμφίεση, εφ' όσον ναι μεν η οργάνωση αποκτούσε νόμιμη υπόσταση, παράλληλα όμως διατηρείτο ατόφια και εν κρυπτώ ολόκληρη η στρατιωτική δομή της Σιδηράς Φρουράς. Με τρόπο πλάγιο, η Σιδηρά Φρουρά άρχισε να αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη δημοφιλία, συνθέτοντας το πρότυπο της εθνικοσοσιαλιστικής νεολαίας του Χίτλερ με εκείνο των Σταυροφόρων μαχητών του μεσαίωνα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα σκληρά στελέχη της οργάνωσης αποκαλούνταν μεταξύ τους “χριστιανοί ασκητές στρατιώτες”: ένα είδος κοσμοκαλόγερων, που τα έδιναν πραγματικά όλα, “ψυχῇ τε καὶ σώματι”, για την πατρίδα και τον λαό. Οι Ρουμάνοι εθνικιστές, ανιδιοτελείς και έντιμοι οι ίδιοι, κατέστησαν πλέον ο εφιάλτης του σάπιου καθεστώτος που κατέτρωγε τις σάρκες του έθνους τους και καταδίκαζε τις ζωές των απλών ανθρώπων σε αιώνια κόλαση.

Οι διεθνείς επαφές της Σιδηράς Φρουράς ήταν πολύ σημαντικές την ίδια περίοδο. Εκτός από τις στενές σχέσεις με την κυβέρνηση Χίτλερ στη Γερμανία, τον Νοέμβριο του 1936 αρκετοί Ρουμάνοι “Λεγεωνάριοι” πήγαν στην Ισπανία, η οποία φλεγόταν από έναν αμείλικτο εμφύλιο σπαραγμό, για να πολεμήσουν στο πλευρό του δικτάτορα Φράνκο και κατά της λαίλαπας του κομμουνισμού. Διακρίθηκαν τόσο πολύ στη βία και τη γενναιότητα που επέδειξαν, ώστε ο ίδιος ο Ισπανός κυβερνήτης τους παρασημοφόρησε με τα ανώτατα στρατιωτικά μετάλλια, στήνοντας μάλιστα και μνημείο στη μνήμη όσων εξ αυτών έπεσαν στα πεδία των μαχών. Οι “Λεγεωνάριοι” του Κοντρεάνου ξεχώριζαν πλάι στους φασίστες με τα μαύρα πουκάμισα που προέρχονταν από διάφορες χώρες και πολεμούσαν στην Ισπανία τον ερυθρό κίνδυνο: οι Ρουμάνοι φορούσαν πράσινες στολές, γι' αυτό και έμειναν γνωστοί ως “Πρασινοχίτωνες”, ενώ και το σύμβολο της οργάνωσης -ένα σύμπλεγμα αποτελούμενο από 6 ευθείες γραμμές που τέμνονταν ανά τρεις αναμεταξύ τους- ήταν κατάμαυρο εντός πράσινου φόντου.

Η πλάστιγγα έγειρε στις 20 Δεκεμβρίου του 1937, ημέρα γενικών εκλογών στη Ρουμανία. Αυτή τη φορά, το κατεστημένο τα χρειάστηκε: το κόμμα “Όλα για την Πατρίδα”, με επικεφαλής τον Κοντρεάνου, έλαβε σχεδόν το 17% των ψήφων, ερχόμενο τρίτο σε δύναμη κόμμα! Αποτέλεσμα που ισοδυναμούσε με 66 έδρες στο κοινοβούλιο. Ήταν κάτι που ουδείς ανέμενε. Από εκεί και μετά, τα γεγονότα έτρεξαν με ρυθμούς ραγδαίους. Ο βασιλιάς Κάρολος Β΄, άκρως εχθρικός προς τη Λεγεώνα και τη Σιδηρά Φρουρά, έδωσε εντολή στους συντηρητικούς ακροδεξιούς και τους συστημικούς φιλελεύθερους να σχηματίσουν κυβέρνηση, αποκλείοντας το κόμμα του Κοντρεάνου και απομονώνοντάς το στη Βουλή, και όχι μόνο μέσα σ' αυτή. Δεν πέρασαν παρά μερικές ουσιαστικά εβδομάδες, όταν στις 10 Φεβρουαρίου 1938 ο βασιλιάς κατήργησε την κυβέρνηση αυτή, κλείνοντας τη Βουλή και επιβάλλοντας δικτατορία. Ο Κοντρεάνου και οι σύντροφοί του συνελήφθησαν και κλείστηκαν στη φυλακή (Απρίλιος 1938). Λίγους μήνες αργότερα, τη νύχτα της 29ης προς την 30ή Νοεμβρίου 1938, η φρουρά της Χωροφυλακής στραγγάλισε τον Κοντρεάνου μαζί με αρκετούς ακόμη “Λεγεωνάριους”. Υποτίθεται ότι αυτό συνέβη, ενώ προσπαθούσαν να δραπετεύσουν. Τελικά, αποδείχτηκε ότι τους έπνιξαν εν ψυχρώ μέσα στα κελιά τους, πυροβολώντας τους από πάνω και στο κεφάλι, ως αντίποινα για τη δολοφονία λίγες μέρες πιο πριν (24 Νοεμβρίου 1938) ενός στενού συγγενούς του υπουργού εσωτερικών και αρχιεχθρού του Κοντρεάνου, Άρμαντ Τσαλινέσκου, από τους “Πρασινοχίτωνες”. Επρόκειτο άραγε περί προβοκάτσιας; Πάντως τα δραματικά εκείνα γεγονότα έκλεισαν για πάντα τον κύκλο της ζωής και δράσης του Κοντρεάνου... Ήταν 39 ετών. Για την ιστορία: μερικούς μήνες αργότερα κάποιοι “Λεγεωνάριοι” της Σιδηράς Φρουράς σκότωσαν τον υπουργό Τσαλινέσκου, παίρνοντας έτσι εκδίκηση για τη δολοφονία του αγαπημένου αρχηγού τους...

Ο βασιλιάς και η καθεστηκυία εξουσία πραγματοποίησαν σειρά απηνών διωγμών εναντίον της Σιδηράς Φρουράς και των στελεχών της. Πολλά εξ αυτών αναγκάστηκαν να καταφύγουν τότε στη ναζιστική Γερμανία, όπου προσχώρησαν στα περιβόητα SS (μετεξέλιξη των Ταγμάτων Εφόδου), ενώ έλαβαν σημαντική οικονομική βοήθεια από την Υπηρεσία Εξωτερικής Πολιτικής του χιτλερικού καθεστώτος, που επικεφαλής της είχε τον θεωρητικό του Γ΄ Ράιχ, Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ. Διάδοχος του Κοντρεάνου αναδείχτηκε ο παλιός του συναγωνιστής, Χόρια Σίμα (Horia Sima, 1906-1993), ένας φανατικός εχθρός των Εβραίων, υπό την ηγεσία του οποίου η οργάνωση εξαπέλυσε ένα μίνι αντισημιτικό πογκρόμ σε όλη τη χώρα, δολοφονώντας ακόμη και απλούς Εβραίους της καθημερινότητας. Οι εξελίξεις όμως κατά την περίοδο εκείνη υπήρξαν καταιγιστικές, αφού είχε στο μεταξύ ξεσπάσει ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος.

Τότε ήταν που εμφανίστηκε δυναμικά στο προσκήνιο ο στρατηγός -και μετέπειτα στρατάρχης- Ιόν Βίκτωρ Αντονέσκου (Ion Victor Antonescu, 1882-1946). Έχοντας διατελέσει παλαιότερα υπουργός άμυνας, δεν άργησε να διαφοροποιηθεί από την πολιτική του βασιλιά Καρόλου Β΄, με τον οποίο εν τέλει συγκρούστηκε. Ο βασιλιάς διέταξε τη σύλληψή του και ο στρατηγός τέθηκε υπό κράτηση. Αλλά τα γεγονότα επιταχύνθηκαν: φοβερή πολιτική κρίση εκδηλώθηκε στη χώρα, το 1940, όταν η Ρουμανία αναγκάστηκε να επιστρέψει ένα μεγάλο κομμάτι της επικράτειάς της, ως αποτέλεσμα της Δεύτερης Διαιτησίας της Βιέννης· η Βόρεια Τρανσυλβανία δόθηκε στην Ουγγαρία και η Νότια Δοβρουτσά στη Βουλγαρία, και μαζί με τα εδάφη αυτά εκατοντάδες χιλιάδες Ρουμάνοι υποχρεώθηκαν να ζουν πλέον σε ξένα κράτη. Ακόμη, την ίδια εποχή, η Ρουμανία έχασε και τις επαρχίες της Βεσσαραβίας και της Βόρειας Βουκοβίνας, τις οποίες το γερμανο-σοβιετικό Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ παρέδωσε στη Σοβιετική Ένωση. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο βασιλιάς Κάρολος Β΄, που είχε στραφεί υπέρ του Άξονα στο ξεκίνημα του πολέμου (1939), παραιτήθηκε υπέρ του γιου του, Μιχαήλ. Ο νέος βασιλιάς, ωστόσο, αποδείχτηκε ακόμη πιο φιλοχιτλερικός από τον πατέρα του! Τότε, ο Αντονέσκου, που είχε στο μεταξύ απελευθερωθεί με τη γενική αμνηστία που κυρήχθηκε, συμμάχησε με τη Σιδηρά Φρουρά. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1940 σχημάτισε κυβέρνηση υπό την πρωθυπουργία του (η οποία κράτησε έως το 1944) και ανακήρυξε τη Ρουμανία μονοκομματικό κράτος, με τη Λεγεώνα ως το μοναδικό νόμιμο πολιτικό κόμμα! Ο πατέρας του Κοντρεάνου, όμως, θεωρώντας ότι ο Σίμα ακολουθεί πολιτική διαφορετική από του νεκρού γιου του, προσπάθησε στις 28 Σεπτεμβρίου 1940 να τον ανατρέψει και να αναλάβει ο ίδιος ηγέτης της Λεγεώνας, ανεπιτυχώς όμως. Τελικά, η λυκοφιλία του Αντονέσκου με τον Σίμα και τους “Λεγεωνάριούς” του δεν διήρκεσε πολύ, αφού στις 21 Ιανουαρίου 1941 η Σιδηρά Φρουρά πραγματοποίησε ένοπλο κίνημα· ο Αντονέσκου συνέτριψε το πραξικόπημα εν τη γενέσει του και ο στρατός σκότωσε όσους “Λεγεωνάριους” είχαν απομείνει από τις προηγούμενες εναντίον τους διώξεις...

Τα υπόλοιπα, είναι απλώς Ιστορία... Μετά τη σφαγή των μελών της Σιδηράς Φρουράς ο (στρατάρχης πλέον) Ιόν Αντονέσκου, φανατικός υποστηρικτής των ναζιστικών μεθόδων, εξαπέλυσε το ρουμανικό Ολοκαύτωμα: σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι έχασαν βασανιστικά τις ζωές τους, κυρίως Εβραίοι και Τσιγγάνοι, ενώ οι αντιφρονούντες -κομμουνιστές κτλ.- υπέστησαν ανελέητους διωγμούς, όπως φυλακίσεις και εκτοπισμούς. Το φασιστικό καθεστώς Αντονέσκου προσπάθησε να νεκραναστήσει τη Μεγάλη Ρουμανία, ανακτώντας για λίγο καιρό τις περιοχές της Βεσσαραβίας (Μολδαβίας) και της Βόρειας Βουκοβίνας από τη Σοβιετική Ένωση (αυτή η τελευταία ανήκε στη σοβιετική Ουκρανία), όχι όμως και των εδαφών που έχασε υπέρ των συμμαχικών στον Άξονα χωρών, δηλ. της Ουγγαρίας και της Βουλγαρίας. Τελικά, μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Αντονέσκου, τα παραπάνω εδάφη τα πήρε και πάλι η Σοβιετική Ένωση...

Ο Αντονέσκου, πριν από αυτόν ο Μουσολίνι, και τελικά ο Χίτλερ, όλες δηλαδή οι φασιστικές και ναζιστικές δυνάμεις της Ευρώπης, ηττήθηκαν στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο κι ο Άξονας έγινε θρύψαλα... Ο βασιλιάς Μιχαήλ, σε συνεργασία με τα παλιά κόμματα, ανέτρεψε τον στρατάρχη Αντονέσκου, στις 23 Αυγούστου 1944, και μόλις μερικές ημέρες μετά (31 Αυγούστου 1944) τα σοβιετικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Ρουμανία. Η χώρα ανακηρύχθηκε σε “λαϊκή δημοκρατία”, πιστή δορυφόρος της Σοβιετικής Ένωσης, ο δε Αντονέσκου καταδικάστηκε σε θανατική ποινή από ειδικό λαϊκό δικαστήριο για εγκλήματα πολέμου και εκτελέστηκε την 1η Ιουνίου του 1946. Όσο για τον Κοντρεάνου, του οποίου τα οστά μεταφέρθηκαν ήδη από τις 30 Νοεμβρίου 1940 σε μαυσωλείο (στην τελετή μεταφοράς των οποίων συμμετείχαν πάνω από 150.000 Ρουμάνοι!), ανακηρύχθηκε Άγιος από τη ρουμανική ορθόδοξη Εκκλησία! Γιατί; Διότι για τον απλό λαό, ήταν προσωποποιημένος ο ίδιος ο αρχάγγελος Μιχαήλ επί της Γης...


Το άρθρο αποτελεί εισαγωγικό σημείωμα στο βιβλίο : "Ο ΣΤΡΑΤΑΡΧΗΣ ΙΟΝ ΑΝΤΟΝΕΣΚΟΥ ΚΑΙ Η ΡΟΥΜΑΝΙΑ ΤΟΥ ΑΞΟΝΑ " του Αντώνη Αθανασόπουλου, που θα κυκλοφορήσει σύντομα. Για προπαραγγελίες, καλέστε στο : 6975536195


216 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων