view-source:https://www.facebook.com/emystras
 
  • .

Ο εθνικισμός ως αίρεση

Ενημερώθηκε: Ιαν 18

(κατά την Ορθοδοξία)

18.1.2021

Tου Ησαΐα Κωνσταντινίδη

(Το κείμενο διατίθεται και σε μορφή ebook, εδώ.)


“Ο εθνικισμός είναι αίρεση που βλάπτει την Ορθοδοξία”.

(Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος)

Τι είναι πατριωτισμός και τι εθνικισμός, και κατά πόσο αυτές οι έννοιες ταυτίζονται μεταξύ τους; Είναι, τελικά, ο εθνικισμός συμβατός με την Ορθοδοξία και, γενικότερα, με το χριστιανικό πνεύμα; Πρόκειται για κεντρικά ερωτήματα, τα οποία (θα έπρεπε να) απασχολούν τους εν Ελλάδι πατριώτες και τους πιστούς της Ανατολικής Ορθοδόξου Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Εφ' όσον, λοιπόν, είναι αναγκαία μία αποσαφήνιση της σχετικής ορολογίας, ας δούμε τι λέει κατ' αρχάς η πολιτική επιστήμη, αναφορικά με τους όρους “πατριωτισμός” και “εθνικισμός”.

Πατριωτισμός: Έχει ως βασική του αρχή την πεποίθηση, ότι πατρίδα σημαίνει ελευθερία ενός λαού, ο οποίος θέλει να ζει ελεύθερος ανάμεσα σε άλλους λαούς. Σημαίνει να αγαπάς τη δική σου πατρίδα, αλλά ταυτόχρονα να σέβεσαι τις πατρίδες των άλλων. Δεν είναι επιθετικός ή/και επεκτατικός εναντίον ενός διαφορετικού λαού, αφού σέβεται τις ιδιαιτερότητές του.

Εθνικισμός: Αναγορεύει σε πρωταρχική αξία όχι την ελευθερία, αλλά την εθνική ομοιογένεια ενός λαού, εχθρευόμενος όποιον μολύνει τη ράτσα μας με επιμειξία. Προωθεί, ως εκ τούτου, την υπεροχή (το “μεγαλείο”) του δικού μας έθνους στην αναμέτρηση με τα άλλα έθνη. Είναι εκ φύσεως επιθετικός, εφ' όσον θεωρεί “ανώτερη” τη φυλή σε σχέση με κάποια άλλη, οδηγώντας αναπόφευκτα στον πόλεμο.

Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές έννοιες δεν πρέπει να συγχέονται μεταξύ τους: άλλο ο αμυντικογενής πατριωτισμός, που δεν διεκδικεί τις χαμένες πατρίδες και αποτελεί καταφύγιο των συστημικών “εθνικοφρόνων”, και άλλο ο επαναστατικός εθνικισμός, ο οποίος επιθυμεί όχι τη διατήρηση του κατεστημένου status quo, αλλά την κατάργησή του και την εγκαθίδρυση εθνικού καθεστώτος. Υπό αυτή την έννοια, ο εθνικισμός περιλαμβάνει τις αξίες του φυλετισμού (του μη ανακατώματος του αίματος του γένους) ή αλλιώς ρατσισμού, καθώς και της ξενοφοβίας, με τη λογική να μην αλλοιωθεί πολιτισμικά -στα ήθη και τα έθιμα- η πατρίδα. Συμπέρασμα: από τη στιγμή που ο εθνικισμός αποτελεί πραγματική επανάσταση κατά της πολιτικής παγκοσμιοποίησης και του θρησκευτικού οικουμενισμού, ενέχοντας εκ προοιμίου αρνητικά νοήματα, συνιστά διαστρέβλωση του Λόγου της χριστιανικής Εκκλησίας, περί αγάπης, ελέους και γαλήνης στον κόσμο: ο εθνικισμός προτάσσει την επιβίωση του έθνους, ενώ ο χριστιανισμός προκρίνει το “αγάπα τον πλησίον σου”, ανεξαρτήτως φυλετικής προέλευσης.

Είναι, επομένως, ο εθνικισμός-φυλετισμός απόβλητος κατά τη χριστιανική, και μάλιστα την ορθόδοξη, λατρεία; Αναμφισβήτητα, ναι. Και μάλιστα, το 1872 καταδικάστηκε ως αντιχριστιανική αίρεση από την ίδια την Ορθόδοξη Εκκλησία! Για του λόγου το αληθές, παρατίθεται εδώ αυτούσιος, χωρίς προσθαφαιρέσεις, ο Όρος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της εν Κωνσταντινουπόλει συγκροτηθείσης εν έτει χιλιοστώ οκτακοσιοστώ εβδομηκοστώ δευτέρω, Ινδικτίωνος Α΄, κατά μήνα Σεπτέμβριον 1872 μ.Χ. (κατά του εθνοφυλετισμού):

“Προσέχειν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ἡμᾶς «τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος», τὸ τῆς ἐκλογῆς ἡμῖν σκεῦος ἐντέλλεται, λύκους τε βαρεῖς μὴ φειδομένους τοῦ ποιμνίου καὶ ἄνδρας διεστραμμένα λαλοῦντας, τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν, ἀναστήσεσθαι ἐν μέσῳ τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας προαγορεύων, καὶ γρηγορεῖν ἡμᾶς διὰ τοῦτο παρακελευόμενος.

Τοιούτους τοίνυν ἄνδρας καὶ ἐπ’ ἐσχάτων ἐν τῷ τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου κλίματι ἐκ μέσου τοῦ εὐσεβοῦς Βουλγαρικοῦ λαοῦ ἐξαναστάντας, καὶ φυλετισμοῦ καινήν τινα δόξαν ἀπὸ τοῦ γεηροῦ βίου τῇ Ἐκκλησίᾳ παρεισαγαγεῖν τολμήσαντας, καταφρονητὰς τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων γενομένους, πρωτοφανῆ ἐπ’ ἀθετήσει αὐτῶν φυλετικὴν παρασυναγωγὴν συστῆσαι ἀπαυθαδιάσαντας, μετ’ ἐκπλήξεως καὶ ἄλγους καρδίας καταμαθόντες, τὸν ζῆλον τοῦ Κυρίου, ὡς εἰκός, ἀνεζωσμένοι καὶ τὴν τοῦ κακοῦ διάδοσιν ἐν μέσῳ τοῦ εὐσεβοῦς τούτου λαοῦ ἀνακόψαι ἀξιοχρέως προνοούμενοι, ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ συνεληλύθαμεν.

Καὶ δὴ ἐν κατανύξει ψυχῆς τὴν ἄνωθεν παρὰ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων χάριν ἐπικαλεσάμενοι, καὶ τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, «ἐν ᾧ εἰσι πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι», εἰς μέσον προθέμενοι, τὸν μὲν φυλετισμὸν πρός τε τὴν εὐαγγελικὴν διδασκαλίαν καὶ τὸ ἀπ’ αἰώνων τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας πολίτευμα ἀντιπαρεξετάσαντες, οὐχ ὅπως ξένον, ἀλλὰ καὶ πολέμιον ἄντικρυς αὐτοῖς κατεφωράσαμεν, τὰς δὲ παρανομίας, τὰς ἐπὶ συστάσει γενομένας τῆς φυλετικῆς αὐτῶν παρασυναγωγῆς, καθ’ ἑκάστας ἀπαριθμηθείσας, ὑπὸ τοῦ συντάγματος τῶν ἱερῶν κανόνων ἀναφανδὸν κατεξελεγχομένας κατείδομεν.

Διὸ καὶ μετὰ τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν «ἀσπασίως τοὺς θείους κανόνας ἐνστερνιζόμενοι, καὶ ὁλόκληρον τὴν αὐτῶν διαταγὴν καὶ ἀσάλευτον κρατύνοντες, τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τῶν σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε ἁγίων ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν τοπικῶς συναθροισθασῶν ἐπὶ ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων, καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, ἐξ ἑνὸς γὰρ ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες ὥρισαν τὰ συμφέροντα» ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀποφαινόμεθα:

α) Ἀποκηρύττομεν κατακρίνοντες καὶ καταδικάζοντες τὸν φυλετισμόν, τουτέστι τὰς φυλετικὰς διακρίσεις καὶ τὰς ἐθνικὰς ἔρεις καὶ ζήλους καὶ διχοστασίας ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, ὡς ἀντικείμενον τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τοῖς ἱεροῖς κανόσι τῶν μακαρίων Πατέρων ἡμῶν, «οἳ καὶ τὴν ἁγίαν Ἐκκλησίαν ὑπερείδουσι καὶ ὅλην τὴν χριστιανικὴν πολιτείαν διακοσμοῦντες, πρὸς θείαν ὁδηγοῦσιν εὐσέβειαν».

β) Τοὺς παραδεχομένους τὸν τοιοῦτον φυλετισμὸν καὶ ἐπ’ αὐτῷ τολμῶντας παραπηγνύναι καινοφανεῖς φυλετικὰς παρασυναγωγὰς κηρύττομεν, συνῳδὰ τοῖς ἱεροῖς κανόσιν, ἀλλοτρίους τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, καὶ αὐτὸ δὴ τοῦτο σχισματικούς. Ἑπομένως, τοὺς ἀποσχίσαντας ἑαυτοὺς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἴδιον θυσιαστήριον πήξαντας καὶ ἰδίαν φυλετικὴν παρασυναγωγὴν συστησαμένους, ἤτοι τοὺς προκαθαιρεθέντας καὶ ἀφορισθέντας, Ἰλαρίωνα τὸν ποτὲ Μακαριουπόλεως, Πανάρετον τὸν ποτὲ Φιλιππουπόλεως, Ἰλαρίωνα τὸν ποτὲ Λοφτσοῦ, Ἄνθιμον τὸν ποτὲ Βιδύνης, καὶ τοὺς ἤδη καθαιρεθέντας Δωρόθεον τὸν τέως Σόφιας, Παρθένιον τὸν τέως Νυσσάβας, Γεννάδιον τὸν τέως Βελισσοῦ, καὶ τοὺς ὑπ’ αὐτῶν ἀνιέρως χειροτονηθέντας ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς τε καὶ διακόνους, καὶ πάντας τοὺς κοινωνοῦντας καὶ συμφρονοῦντας καὶ συμπράττοντας αὐτοῖς, καὶ τοὺς δεχομένους ὡς κυρίας καὶ κανονικὰς τὰς ἀνιέρους αὐτῶν εὐλογίας τε καὶ ἱεροπραξίας, κληρικούς τε καὶ λαϊκούς, κηρύττομεν σχισματικοὺς καὶ ἀλλοτρίους τῆς τοῦ Χριστοῦ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ταῦτα οὕτω διοριζόμενοι, δεόμεθα τοῦ παναγάθου καὶ φιλανθρώπου Θεοῦ καὶ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τελειωτοῦ τῆς ἡμετέρας πίστεως, ἵνα τὴν μὲν ἁγίαν αὐτοῦ Ἐκκλησίαν διατηρῇ ἄμωμον καὶ ἀλώβητον ἀπὸ πάσης νεωτερικῆς λύμης, ἐρηρεισμένην ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν Ἀποστόλων καὶ Προφητῶν· τοῖς δὲ ἑαυτοὺς ἀπ’ αὐτῆς ἀποσχίσασι καὶ ἐπὶ τῇ τοῦ φυλετισμοῦ δόξῃ τὴν παρασυναγωγὴν αὐτῶν πήξασι δῷ μετάνοιαν, εἴ πως ποτὲ ἀνανήψαντες καὶ τὰ ἑαυτῶν ἀποπτύσαντες, προσέλθοιεν τῇ μιᾷ, ἅγιᾳ, καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ, ἵνα ἐν αὐτῇ δοξάζωσι μετὰ πάντων τῶν Ὀρθοδόξων τὸν μέγαν τῆς εἰρήνης ἄγγελον καὶ Θεόν, τὸν ἐλθόντα καταλλάξαι πάντας καὶ εἰρήνην εὐαγγελίσασθαι τοῖς ἐγγύς τε καὶ μακράν· ὅτι Αὐτῷ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

Εὑρεθέντα πιστῶς καὶ ἀκριβῶς ἀντιγεγραμμένον ὑπέγραψαν αὐτὸν ἑφεξῆς μόνοι οἱ πατριάρχαι, οἱ ἀρχιεπίσκοποι καὶ ἐπίσκοποι κατὰ τήνδε τὴν τάξιν.

† Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἄνθιμος, ἔχων καὶ τὴν γνώμην τοῦ παναγιωτάτου πατριάρχου πρῴην Κωνσταντινουπόλεως Ἀνθίμου τοῦ Βυζαντίου, ὁρίσας ὑπέγραψα, † Ὁ πατριάρχης πρῴην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ πατριάρχης πρῴην Κωνσταντινουπόλεως Ἰωακεὶμ ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ πάπας καὶ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Σωφρόνιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ πατριάρχης Ἀντιοχείας Ἱερόθεος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Κύπρου ἀρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Ἐφέσου Ἀγαθάγγελος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Ἡρακλείας Πανάρετος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Νικομήδειας Διονύσιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Νικαίας Ἰωαννίκιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Χαλκηδόνος Γεράσιμος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Δέρκων Νεόφυτος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Τορνόβου Γρηγόριος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Διδυμοτείχου Διονύσιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Ἰκονίου Σωφρόνιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Ἀγκύρας Χρύσανθος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Αἴνου Μελέτιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Σάμου καὶ Ἰκαρίας Γαβριὴλ ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Σωζουαγαθουπόλεως Θεόφιλος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Ἴμβρου Παΐσιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Βελεγράδων Ἄνθιμος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Νύσσης Καλλίνικος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Σβορνικίου Διονύσιος ὁρίσας ὁμοιως ὑπέγραψα, † Ὁ Λιτίτσης Ἰγνάτιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Βλάτσης Παΐσιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Μελιτουπόλεως Εὐγένιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Ἀναστασιουπόλεως Κύριλλος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Παμφίλου Διονύσιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Χαριουπόλεως Γεννάδιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπεγραψα, † Ὁ Ἀργυρουπόλεως Ἀθανάσιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Λαοδικείας Παρθένιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα.”. [ΠΗΓΗ: Ἰω. Καρμίρη, “Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας”, τ. ΙΙ, Graz - Austria 1968 (2), σ. 930ε-930ζ]

Αλλά και η “Ἔκθεσις διαφωτίζουσα τήν ἐτεροδιδασκαλίαν τοῦ φυλετισμοῦ”, που προέκυψε από την ως άνω Σύνοδο του 1872, ορίζει τον εθνικό-πολιτικό φυλετισμό ως “λόγῳ διαφόρου φυλετικῆς καταγωγῆς καί γλώσσης διάκρισιν καί διεκδίκησιν ἤ ἐξάσκησιν ἀποκλειστικῶς δικαιωμάτων πάρ΄ ἀτόμων ἤ ὁμάδων ἀνθρώπων ὁμοχώρων τέ καί ὁμοταγῶν”. Η Έκθεση εντοπίζει την επικινδυνότητα της ιδέας του φυλετισμού για το ίδιο το πολίτευμα της Εκκλησίας, με το εξής παράδειγμα: ενώ ο κανόνας της Α΄ Οικουμενικής συνόδου ορίζει ρητά ότι “ἳνα μὴ ἐν τῇ πόλει δύο ἐπίσκοποι ὦσιν”, εν τούτοις σύμφωνα με την αρχή του φυλετισμού στην ίδια πόλη δύνανται να συνυπάρχουν δύο ή και τρεις επίσκοποι, όσες και οι φυλές που κατοικούν, κάτι που όμως προξενεί διάσπαση της επαρχίας σε δύο και άνω Μητροπόλεις, ανατρέποντας τον εκκλησιαστικό κανόνα. Εξάλλου και ο 12ος κανών της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου ορίζει κατά λέξη: “Δύο μητροπολίτας μὴ εἶναι ἐν τῇ αὐτῇ ἐπαρχία”. Συνοπτικά, η Έκθεση αυτή προέβαλλε τη θέση, ότι κάθε ενέργεια που βασίζεται στο φυλετικό κριτήριο είναι αντικανονική και όχι σύμφωνη με την παράδοση της Εκκλησίας, τραυματίζοντας την ενότητα της μίας και αδιαιρέτου Εκκλησίας.

Δεν χωρά, λοιπόν, αμφιβολία ότι η χριστιανική ορθόδοξη Εκκλησία, έστω και με αφορμή τον βουλγαρικό τότε εθνικισμό, κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνος, καταδίκασε οριστικά και αμετάκλητα την εθνικιστική ιδεολογία ως φοβερή αίρεση, η οποία ως τέτοια είναι σατανοκίνητη και, συνεπώς, αποτελεί δαιμονολατρεία. Άρα, εθνικισμός και Χριστιανοσύνη είναι δύο έννοιες εντελώς ασυμβίβαστες μεταξύ τους και οποιαδήποτε ταύτιση των όρων αυτών αποτελεί σχιζοειδή κατάσταση. Το πρόσφατο παράδειγμα των ναζιστών της Χρυσής Αυγής, που αν και σατανολάτρες (παγανιστές) προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την Ορθοδοξία, παριστάνοντας τους “χριστιανούς”, είναι λίαν επίκαιρο και πολύ χαρακτηριστικό αυτής της νοσηρής νοοτροπίας.

Παρακάτω, αναφερόμαστε σε δημόσιες τοποθετήσεις σύγχρονων στοχαστών της Ελληνορθοδοξίας, κατά τους οποίους δεν είναι δυνατή η συμπόρευση του εθνικισμού με το χριστιανικό δόγμα. Άλλο πράγμα ο ελληνοκεντρισμός, με τη μορφή του οικουμενικού χριστιανισμού, και δη της Ορθοδοξίας, και άλλο ο ελληνικός εθνικισμός, ο οποίος πηγάζει από τα χρόνια της ειδωλολατρείας (των μη Χριστιανών “εθνικών”) και ουσιαστικά μιμείται το αιρετικό φαινόμενο του λεγόμενου “χριστιανικού εθνικισμού” -κατά το αντίστοιχο του “χριστιανοσιωνισμού”-, το οποίο ανθεί στις ΗΠΑ, αλλά και στη Ρωσία και άλλες χώρες· ο “χριστιανικός εθνικισμός”, που αγωνίζεται για ένα κράτος με χριστιανικές αξίες (με προάσπιση της οικογένειας και καταδίκη των διαζυγίων, χωρίς εκτρώσεις, με ποινικοποίηση της μοιχείας κτλ.), προέρχεται από τον ιουδαϊκό εθνικισμό της εποχής του Χριστού, ο οποίος ανέμενε τον “Μεσσία”, όχι όμως ως πνευματικό, αλλά ως πολιτικό ηγέτη.

Ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος, τον οποίο συχνά επικαλούνται οι εθνικιστές -ως... “εθνάρχη” των Ελλήνων!- είχε συγγράψει στο εκκλησιαστικό έντυπο “Πληροφόρηση” (τ. 133, Μάρτιος 1992), ως μητροπολίτης Δημητριάδος τότε και με αφορμή το ξέσπασμα του Σκοπιανού ζητήματος, κείμενο με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Πατριωτισμός: Ναι – Εθνικισμός: Όχι”, όπου αναφέρει τα ακόλουθα: “Η εκρηκτική αφύπνιση των εθνικιστικών διεκδικήσεων στα Βαλκάνια και οι κίνδυνοι μισαλλοδοξίας και ξενοφοβίας που την συνοδεύουν, θέτουν επί τάπητος τη διάκριση ανάμεσα σε εθνικισμό και πατριωτισμό. Ο Χριστιανισμός αποδέχεται την αγάπη προς την πατρίδα που εκφράζει ο πατριωτισμός. Και τιμά τους υπέρ πατρίδος και βωμών και εστιών αγώνες. Όμως, ενίοτε ο πατριωτισμός διολισθαίνει σε εθνικισμό, με την έννοια μιας ιδεολογίας που αναγορεύει το έθνος σε υπέρτατη αξία που αξιώνει την σ’ αυτή υποταγή όλων των άλλων αξιών της ζωής. Η ιστορική πείρα είναι πολύ πικρή από την κινητοποίηση των εθνικισμών στα Βαλκάνια. Τον περασμένο αιώνα οι εθνικισμοί είχαν σε τέτοιο βαθμό απειλήσει την ενότητα των λαών και την ειρήνη του κόσμου, ώστε η Μεγάλη Εκκλησία να αναγκασθή να τους αποκηρύξει ως ένα είδος αιρέσεως. Και σήμερα η αναβίωσή των με τα ακροδεξιά πολιτικά σχήματα στην Ευρώπη ή με τον φανατισμό και τον ρατσισμό στα Βαλκάνια συνιστά απειλή, μπροστά στην οποία δεν μπορούμε να παραμείνουμε απαθείς. Είναι προάγγελος επικίνδυνων αντιπαραθέσεων και κλιμακούμενων βιαιοτήτων. Στην Ελλάδα ουδέποτε μέχρι τώρα ο πατριωτισμός έγινε εθνικισμός. Η πλαστικότητα της ελληνικής σκέψεως και το οικουμενικό πνεύμα της Ορθοδοξίας δεν επέτρεψαν ποτέ μια τέτοια αλλοτρίωση που θα εσήμαινε υποχώρηση της πολιτιστικής μας στάθμης και προδοσία της πνευματικής μας παράδοσης. Οι Έλληνες, και όταν δεχθήκαμε προκλήσεις, δεν εφθάσαμε στο μίσος και στην απόρριψη των άλλων. Πατριώτες στο έπακρον ελέγξαμε, ωστόσο, την πορεία μας και σταθήκαμε ορθοί στην έπαλξή μας, δίδοντας την κατάφασή μας στον πατριωτισμό και απορρίπτοντας τον άκριτο εθνικισμό”.

Επίσης, ο Σεβ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, στο έργο του “Γέννημα και θρέμμα Ρωμηοί”, και στο κεφάλαιο με τον χαρακτηριστικότατο τίτλο “Η αίρεση του εθνικισμού”, αναφέρει τα ακόλουθα, συμπεραίνοντας ότι ο εθνικισμός είναι περιττός για τον πιστό Χριστιανό που βιώνει την εμπειρία της Εκκλησίας: “Ο εθνικισμός είναι αίρεση της ορθοδόξου εκκλησιαστικής ζωής, που σημαίνει ότι κάθε εθνικισμός είναι αποσπασματικός, αφού βιώνει την μερικότητα σε βάρος της καθολικότητος. Η Ορθοδοξία από την φύση της είναι υπερεθνική χωρίς φυσικά να καταργή τις ιδιαίτερες πατρίδες κάθε ανθρώπου. Όπως για κάποιον αστροναύτη που εξέρχεται από την έλξη της βαρύτητος που εξασκεί η γη ισχύουν άλλες συνθήκες και άλλοι νόμοι, το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο που βιώνει την Χάρη του Θεού. Έχει μια ζωή που είναι υπέρβαση της βιολογικής ζωής. Είναι αυτό που λέγεται ότι αποκτά μια υπόσταση που είναι άρνηση κάθε φυσικής αναγκαιότητος, κάθε αναγκαιότητος της φύσης”.

Ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός, μία φωτισμένη μορφή της σύγχρονης Ορθοδοξίας που κοιμήθηκε τον Δεκέμβριο του 2019 σε ηλικία 79 ετών, είχε αναφερθεί στο θέμα, με το κείμενό του “Έθνος-Εθνικισμός και Ορθόδοξο φρόνημα”, το οποίο δίνει ουσιαστικές απαντήσεις στο πρόβλημα. Παραθέτουμε εδώ ορισμένα πολύ χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

“Με το κείμενο αυτό θα προσπαθήσω να δώσω απάντηση στο ερώτημα: Γιατί η Ορθοδοξία -«καθ' ό Ορθοδοξία», φυσικά- δεν μπορεί να είναι εθνικιστική. [...] Η στάση απέναντι στο «έθνος» και στην «πατρίδα» στο χώρο των κατά παράδοση ορθοδόξων λαών είναι μεν ενσωματωμένη σ' αυτό, που δηλώνει εκκλησιαστικά ο όρος «ορθόδοξο φρόνημα» (πρβλ. Ρωμ. 7,27), ως το περιεχόμενο της συνειδήσεως τους, προϋποθέτει, όμως, τη χριστιανική νοηματοδότηση του όρου «έθνος», ήδη στην αρχή της εμφανίσεως της Εκκλησίας στην ιστορική σκηνή, ως σώματος και κοινωνίας. Έτσι, «έθνη» αποκαλούνται στην Καινή Διαθήκη, όπως και στη σύγχρονή της εβραϊκή κοινωνία, οι ειδωλολάτρες - εθνικοί, οι μη Ιουδαίοι και μη χριστιανοί. Αυτό εννοεί π.χ. ο Χριστός στην «επί του όρους» ομιλία, λέγοντας: «πάντα γαρ ταύτα τα έθνη επιζητεί» (Ματθ. 6,32). [...] Ο Χριστός παραδόθηκε στα «έθνη» (=εθνικούς) (Ματθ. 20, 19). Η εντολή του, όμως, μετά την ανάσταση του είναι «πορευθέντες, μαθητεύσατε (=κάμετε μαθητές - χριστιανούς) πάντα τα έθνη» (=λαούς) (Ματθ. 28, 19). Σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις ο όρος «έθνος» (ή «έθνη») έχει κυρίως πνευματική - θρησκευτική και όχι φυλετική σημασία. Σημαντικό, όμως, είναι, ότι ήδη στην Κ.Δ. χρησιμοποιείται ο όρος «έθνος», πάλι με πνευματική έννοια, αλλά για να δηλώσει το σώμα των πιστών, το «λαό του Θεού», το «έθνος άγιον» (Α' Πέτρ. 2, 9). «Έθνος άγιον» και «λαός του Θεού» ταυτίζονται νοηματικά και σημαίνουν το «σώμα Χριστού», την Εκκλησία, με υπόβαθρο καθαρά α-φυλετικό.

Έτσι, οδηγούμεθα στο Γαλ. 3, 27 ε., όπου ορίζεται από τον Απ. Παύλο, ότι οι βαπτισμένοι «εις Χριστόν» (=όσοι «πέθαναν» και αναγεννήθηκαν στο σώμα του Χριστού) έχουν ντυθεί τον Χριστό και, έτσι, «ουκ ένι Ιουδαίος ή Έλλην». Μέσα στην Εκκλησία δεν υπάρχουν πια διαφορές (φυλετικές - ταξικές), αφού η ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας ενώνει, ενώ οι όποιες άλλες ιδιότητες χωρίζουν. Όλα αυτά όμως (όπως και στο Κολ. 3, 11) σε πλαίσια καθαρά υπερεθνικά και αφυλετικά. Οι πιστοί είναι ίσοι ενώπιον του Θεού, ο Οποίος εξ άλλου δεν είναι «προσωπολήπτης», αφού «εν παντί έθνει ο φοβούμενος αυτόν και εργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτός αυτώ εστίν» (Πράξ. 10,34). Η πέτρεια έννοια «έθνος άγιον» ταυτίζεται με τον παύλειο όρο «λαός Θεού» (π.χ. Β' Κορ. 6, 16: «...και έσομαι αυτών θεός και αυτοί έσονται μοι λαός». Πρβλ. Α' Πέτρ. 2, 9: «Υμείς δε γένος εκλεκτόν..., οι ποτέ ου λαός, νυν δε λαός Θεού», όπου υπεισέρχεται και ο όρος «γένος», δηλωτικός της νέας –πνευματικής καταγωγής από το «δεύτερο Αδάμ» και γενάρχη της νέας ανθρωπότητας, τον Ιησού Χριστό). Όλ' αυτά τα χωρία, που ενδεικτικά αναφέρθηκαν, σχετίζονται με το νέο έθνος - γένος - λαό, το «σώμα» του Χριστού, που δεν υποκαθιστά τις οποιεσδήποτε ανθρώπινες και ιστορικές σχέσεις, αφού ανάγει σε μια νέα όχι μόνο ενδοϊστορική, αλλά συνάμα και υπεριστορική πραγματικότητα, σε ένα νέο Θεανθρώπινο κόσμο, που ενώνει τους λαούς της γης σε μια ενότητα, θεμελιωμένη στην άκτιστη «θεία Βασιλεία» (χάρη). Ο χαρακτηρισμός των χριστιανών τον 6ο αιώνα «τρίτον γένος» (genus tertium) ενσαρκώνει τη νέα αυτή συνείδηση και την υπέρβαση των φυλετικών διαιρέσεων, αφού οι «αναγεννημένοι» μέσα από την πνευματική «κοιλία» της Εκκλησίας, το βαπτιστήριο (ή την κολυμβήθρα), κληρονομούν από τον Χριστό μια νέα-διαφορετική φύση, που καταργεί την «πεσούσα» φύση του παλαιού Αδάμ. [...]

Με αυτά δηλώνεται η ενότητα του ανθρωπίνου γένους λόγω της κοινής ΟΛΩΝ καταγωγής («εξ ενός» αίματος ή ανθρώπου) και άρα το αβάσιμο και αντιχριστιανικό του φυλετισμού. Οι διαμορφωμένες ιστορικά -και μέσα στη δυναμική της πτώσεως- «εθνότητες» και οι οποιεσδήποτε ανάμεσα τους διαφορές - διακρίσεις δεν προέρχονται από τον ένα και δημιουργό Θεό, αλλά από την αμαρτία. Αυτό εκφράζει ως πανορθόδοξο βίωμα το «κοντάκιο» της Πεντηκοστής: «Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος· ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν, εις ενότητα πάντας εκάλεσε...». Αντιπαρατίθενται σ' αυτό το γεγονός της Βαβέλ (Γεν. κεφ. 11) και της Πεντηκοστής (Πράξ. 2, 1 ε.). Στο πνεύμα της Πεντηκοστής (Πράξ. 2,1 έ.) ζει η Εκκλησία, στην αυθεντική της έκφραση, ως Ορθοδοξία. Ο όρος «έθνος», μαζί με τα συνώνυμα του, αποφορτίζεται εκκλησιαστικά από το παλαιό νόημα του και αναφορτίζεται (=ενέργεια που χαρακτηρίζει όλη τη θεολογική γλώσσα του Χριστιανισμού) με έννοια πνευματική - πολιτιστική, στα όρια της νέας υπαρξιακής και υπαρκτικής γεννήσεως των Χριστιανών (βλ. Ιωάν. 1,13: «οί εκ Θεού εγεννήθησαν»). Αυτή η νέα συνείδηση και πραγματικότητα εκφράζεται στην Αποκάλυψη (κεφ. 5, 9-10): «...Άξιος ει λαβείν το βιβλίον και ανοίξαι τας σφραγίδας αυτού, ότι εσφάγης και ηγόρασας τω Θεώ ημάς εν τω αίματί σου εκ πάσης φυλής και γλώσσης και λαού και έθνους». Η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, είναι ο νέος κόσμος, η νέα «εν Χριστώ» κοινωνία.

Ιστορική πραγμάτωση της νέας αυτής συνειδήσεως υπήρξε η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης (Ρωμανία / Βυζάντιο). Το «Βυζάντιο», παρ' όλες τις ανθρώπινες ατέλειες και αμαρτίες, νοείται ως μία «Μεγάλη Εκκλησία», μέσα στην οποία προσκομίζεται συνεχώς η ανθρώπινη αμαρτία - αποτυχία, για να μεταμορφωθεί, με τη μετάνοια και την άκτιστη χάρη, σε ζωή εν Χριστώ. [...] Όλες οι λαότητες της αυτοκρατορίας θα συνδέονται με την κοινή πίστη (ως φρόνημα), σε μια νέα συγγένεια, την εν Χριστώ παγ-γένεια των Ρωμαίων, με σημείο αναφοράς όχι την Παλαιά, αλλά τη Νέα Ρώμη - Κωνσταντινούπολη. Τα «εθνικά» ονόματα δεν διέκριναν τις λαότητες διαιρετικά, αλλά υποδήλωναν τις επαρχίες (αυτό σημαίνει ο όρος «έθνος» στον 34ο αποστολικό κανόνα) και τις γλωσσικές ομάδες. (Η Ρωμανία ποτέ δεν επεδίωξε γλωσσική ομοιομορφία). Η Ορθοδοξία ήταν ο πανενωτικός σύνδεσμος των Ρωμαίων. [...] Οι λαοί της Ρωμανίας / Βυζαντίου, ανάλογα με το βαθμό ορθοδοξοποιήσεώς τους, υπερβαίνοντας το κριτήριο της καταγωγής, εντάσσονταν σε μια άλλη ενότητα, στο εκκλησιαστικό σώμα. Η εκκλησιαστική δε ενότητα επιβίωσε αδιατάρακτα στις σχέσεις των Ορθοδόξων ως το 19ο αιώνα και την έξαρση των εθνι(κι)σμών. Όταν η πατριαρχική εγκύκλιος του 1848 ονομάζει το «λαό» (δηλ. σύνολο το ορθόδοξο εκκλησιαστικό σώμα) «φύλακα» της Ορθοδοξίας, εκφράζει αυτή τη συνεχιζόμενη πραγματικότητα της Ρωμανίας, την υπερφυλετική ενότητα με βάση την πίστη. Αυτή την ενότητα διασπούσε (και διασπά) η αίρεση (κάθε αίρεση) ως νόθευση και, γι' αυτό, απόρριψη της Ορθοδοξίας. [...]

Η αίρεση πάντα θα αρνείται την καθολικότητα και, συνεπώς, και την υπερεθνικότητα, κινούμενη σε πλαίσια σαφώς φυλετικά και εθνικιστικά. Αυτό είναι ευδιάκριτο στην πορεία της «χριστιανικής» Ευρώπης και του δυτικού κόσμου ευρύτερα. Η αλλοτρίωση στην πίστη, μετά την εκφράγκευσή της, θα έχει στο χώρο της εθνικής συνειδήσεως σοβαρότατες συνέπειες. Ο όρος «έθνος» θα αποβεί στη Δύση φυλετική κατηγορία (nation - gens). Τι άλλο εκφράζει η «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του γερμανικού έθνους»; Ο Φραγκογερμανικός ρατσισμός, μάλιστα, θα έχει ως βάση το σώμα των «ευγενών», με την τάξη των οποίων θα ταυτισθεί τελικά το «έθνος» (αυτή την έννοια έχει ο όρος «έθνος - nation» στο Λούθηρο). [...]

Η Ορθόδοξη καθολικότητα είναι η μήτρα, στην οποία κυοφορείται η υπερεθνικότητα. Ο μεγάλος ρωμηός πολιτικός του 19ου αιώνα, ο ληξουριώτης ριζοσπάστης Γεώργιος Τυπάλδος - Ιακωβάτος (1813-1882), συνήθιζε να λέγει: «Είμεθα πρώτα Χριστιανοί (ορθόδοξοι) και μετά Έλληνες», αποκρούοντας το εθνικιστικό σύνθημα των Βενετσιάνων κατακτητών και του νησιού του: «semo prima Veneziani e poi Christiani». Το υπερεθνικό, όμως, στην Ορθοδοξία δεν αναιρεί το εθνικό. Δεν είναι «ανεθνική» η ορθόδοξη πίστη. Δεν καταργεί το εθνικό στοιχείο, αλλά και δεν το αφήνει να λειτουργεί διασπαστικά. Όπου και όταν είναι ακμαίο το ορθόδοξο φρόνημα, εκεί βιώνεται η οικουμενικότητα και ρωμαίικη παναδελφότητα· όπου όμως επικρατεί η ενδοκοσμική προοπτική και εσχατολογία, εκεί κατισχύει η εθνικότητα ως φυλετισμός.

Η διαχρονικότητα αυτής της ορθόδοξης συνείδησης επιβεβαιώνεται από δύο κείμενα, που απέχουν μεταξύ τους 16 αιώνες, την Προς Διόγνητο Επιστολή (β' αι.) και τις Διδαχές του αγίου Κοσμά του Αιτωλού (ιη' αι.). Στο πρώτο κείμενο ορίζεται, ότι οι Χριστιανοί «πατρίδας οικούσιν ιδίας, αλλ' ως πάροικοι· μετέχουσι πάντων ως πολίται, και πάνθ' υπομένουσιν ως ξένοι- πάσα ξένη πατρίς εστίν αυτών και πάσα πατρίς ξένη». Δεν παύουν, δηλαδή, να είναι «πολίτες» (και πατριώτες), αλλά δεν δένονται με την προσωρινότητα του κόσμου. Αυτό το πνεύμα εκφράζει και ο Πατροκοσμάς: «η πατρίδα μου η ψεύτικη, η γήινη και ματαία, είναι από του Αγίου Άρτης και από την επαρχίαν Αποκούρου... Ημείς, Χριστιανοί μου, δεν έχομεν εδώ πατρίδα. Δια τούτο και ο Θεός μας έβαλεν τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμεθα πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας». Έτσι σκέπτονται οι αυθεντικά ορθόδοξοι, δηλ. οι Άγιοι. Η σκέψη δε αυτή δεν είναι προφανώς εθνικιστική, αλλά ούτε και διεθνιστική. Διότι, όπως ελέχθη, δεν καταργείται ο εθνισμός και η εθνότητα, αλλά ιεραρχείται στο «πραγματικό», που είναι το αιώνιο. Και κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Πατροκοσμά για «εθνική μειοδοσία»! [...]

Έχει, όμως, ιδιαίτερη σημασία το γεγονός, ότι ο «φυλετισμός» (ρατσιστικός εθνικισμός) καταδικάσθηκε συνοδικά στην Κωνσταντινούπολη το 1872, με αφορμή τις πρώτες εκρηκτικές εκφάνσεις του εθνικισμού στη Βαλκανική, το πραξικοπηματικό Ελλαδικό αυτοκέφαλο (1833) και τη Βουλγαρική Εξαρχία (1870). [...] Η Σύνοδος του 1872 αντιμετώπισε τον εθνοφυλετισμό (εθνικισμό) ως αίρεση. Βέβαια, αναφέρεται στο «βουλγαρικόν ζήτημα», διότι το «ελλαδικόν» είχε «λυθεί» το 1850. Ο φυλετισμός χαρακτηρίζεται ασυμβίβαστος με την Ορθοδοξία, ως προβολή της φυλής και του έθνους εις βάρος της πίστεως, με συνέπεια τη διάσπαση της ενότητας της Εκκλησίας. Το κείμενο είναι σαφές: καταδικάζει τις φυλετικές διακρίσεις και εθνικές έριδες και τις διχοστασίες, που αναιρούν την «ενότητα της πίστεως». Ο φυλετισμός (εθνικισμός) καταδικάζεται ως «καινή δόξα», «ξένος» προς την ορθόδοξη παράδοση και «νεωτερική λύμη». Η Εκκλησία -υποστηρίζεται- δεν μπορεί να γίνει ποτέ «εθνική», δηλαδή «φυλετική». [...]

Μέσα στην Εκκλησία και δια της Ορθοδοξίας ζουν η Ρωμανία και η ενότητα της. Γύρω από την Αγία Τράπεζα και με τη συμμετοχή στην Ευχαριστιακή σύναξη και σύνολη τη ζωή της Εκκλησίας πραγματώνεται η υπερεθνική ενότητά μας στα όρια της «κατά Θεόν πατρίδος». [...] Είναι ανάγκη, συνεπώς, να συνειδητοποιήσουν και οι Έλληνες «εθνικιστές», ότι με την τακτική τους συμπλέουν, τελικά, με τον ευρωπαϊκό εθνικισμό - ρατσισμό, δολοφονώντας τον αυθεντικό πατριωτισμό, που θεμελιώνεται μόνο στην άδολη φιλανθρωπία της Ορθοδοξίας των Αγίων μας. Παράλληλα, όμως, βλάπτουν και την υπερεθνική ρωμαίικη ενότητα του Ελληνισμού με την υποτίμηση της Ορθοδοξίας ή την «εθνικοποίηση» της, δηλαδή τη διαστρέβλωση της κατ' εξοχήν ενοποιητικής μας δύναμης στους δύσκολους καιρούς μας. Τελικά ο με αυτή την έννοια «εθνικισμός» δεν αποβαίνει αρνητική δύναμη μόνο για την πίστη και παράδοση μας, αλλά και για το ίδιο το Έθνος, το όποιο διατείνεται ότι θέλει να προφυλάξει”.

Ο αείμνηστος Νικόλαος Ψαρουδάκης, ιδρυτής του κινήματος της Χριστιανικής Δημοκρατίας και πρώην βουλευτής, στο έργο του “Χριστιανική επανάσταση – Η φιλοσοφία της επανάστασης”, αναγράφει μεταξύ άλλων τα κάτωθι:

“Ο εθνικισμός μπορεί ν' αποβή μοιραίος στη ζωή των λαών, όπως το μαχαίρι στα χέρια του μωρού. Η ιστορία συνεχώς επιβεβαιώνει την αλήθεια αυτή και καλά θα κάμουν οι λαοί να δώσουν προσοχή στη φωνή της. Η προσωπολατρεία κι ο εθνικισμός ήταν ανέκαθεν η γόνιμη γη, όπου σπέρνονταν και καρποφορούσαν τα ζιζάνια του Σατανά, τα προορισμένα να συμπνίγουν τις θεϊκές εντολές και να μεταβάλλουν την ανθρωπότητα σε σφαγείο. [...]

Η άρχουσα τάξη με τα κοινωνικά της όργανα, τους πολιτικούς και τους διανοουμένους, ενόθευσε την αγάπη προς την πατρίδα και την έκανε εθνικισμό, για να την καταντήση στο τέλος σωβινισμό και ιμπεριαλισμό. Για το σκοπό αυτό η αστική ηγεσία χρησιμοποιεί είτε ναρκωτικά, το νοθευμένο θρησκευτικό κήρυγμα, είτε διεγερτικά, όπως είναι ο εθνικισμός. Τα ναρκωτικά τής εξασφαλίζουν την κατοχή των παράνομων κερδών, τα διεγερτικά τής αυξάνουν τα κέρδη. Ο εθνικισμός είναι η πιο προσοδοφόρα πηγή της καπιταλιστικής τάξης. [...]

Εθνικισμός σημαίνει θεοποίηση της πατρίδας και του κράτους. Η θεοποίηση αυτή είναι ο συντομώτερος δρόμος προς την αποκτήνωση των λαών. Με τον εθνικισμό η πατρίδα γίνεται σκοπός, αντικείμενο λατρείας, παίρνοντας τη θέση του Θεού. Οι Χριστιανοί πρέπει να ξέρουν πως ο εθνικισμός είναι επικίνδυνη μορφή ειδωλολατρίας, όργανο του διαβόλου και άρνηση της φιλοπατρίας των άλλων.

Κλασσικό παράδειγμα είναι ο γερμανικός εθνικισμός· «η Γερμανία υπεράνω όλων». Όταν κανείς θεοποιήση την πατρίδα του, τότε θέλει να καταργήση τις άλλες πατρίδες και ν' αναγκάση τους πολίτες τους ν' αγαπούν τη δική του πατρίδα. Γιατί αυτό; Θα θέλαμε μια απάντηση απ' τους εθνικιστές· ταιριάζει αυτό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη χριστιανική ιδιότητα; Η πατρίδα είναι θρησκεία; Υπάρχει κανένας Θεός που να δίδαξε τον εθνικισμό; Μπορεί να είναι κανένας εθνικιστής και χριστιανός; Ο Χριστιανισμός γεμίζοντας τα πάντα δημιουργεί αδιαχώρητο. Στο χριστιανικό αδιαχώρητο δεν έχουν θέση αντιχριστιανικά πράγματα και επομένως ούτε ο εθνικισμός. Το έθνος, σαν σύνολο λαού, πρέπει να βρίσκεται στην υπηρεσία του Θεού. Αυτή είναι η αληθινή έννοια της φιλοπατρίας”.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ακόλουθα αποσπάσματα από το κεφάλαιο με τίτλο “Εθνοφυλετισμός και Εκκλησία”, της μελέτης “Ορθοδοξία και φυλετικές διακρίσεις”, του φιλολόγου-θεολόγου Χρήστου Πάτση: “Με βάση το Κανονικό δίκαιο και την Παράδοση της Εκκλησίας υπήρξε θεολογική αντίδραση του Οικουμενικού Πατριαρχείου που έφθασε έως την καταδίκη (1872) του εθνοφυλετισμού, επειδή υποσκάπτει ο τελευταίος, ως αίρεση, τα εκκλησιολογικά θεμέλια της χριστιανικής πίστης. Το «φυλετικό» κριτήριο όπως αποφάσισε ρητά η Μεγάλη Σύνοδος (1872) αντιβαίνει στο πολίτευμα της Εκκλησίας, επειδή δογματικά και διοικητικά προσβάλλει την ενότητα της τοπικής Εκκλησίας. Δεδομένου ότι η τοπική Εκκλησία προσδιορίζεται με εδαφικά-γεωγραφικά κριτήρια, το «φυλετικό» κριτήριο δεν ευνοεί την παρουσία της διαφορετικότητας, ως εκκλησιαστικού πλούτου, αλλά ως στοιχείου διχασμού, αντίθετου, επίσης, στο εκκλησιαστικό γεγονός και στη μετοχή του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας υπό του ενός Επισκόπου της κάθε Επαρχίας. [...] Ο εθνοφυλετισμός, κατά τον Τ. Φίτζεραλντ, ως πρόκληση απέναντι στην ιστορία συγκρούεται και με το παράδειγμα του Χριστού, όταν ο Κύριος συνομίλησε με τους Σαμαρείτιδα, ανατρέποντας την καθεστηκυία τάξη – ιδεολογία των Φαρισαίων και αντιμετωπίζοντας τη γυναίκα από τη Σαμάρεια ως πρόσωπο. Ο Γ. Τσέτσης θα προσθέσει ότι ο εθνοφυλετισμός εξελίχθηκε σε μία τραγωδία για την ορθόδοξη Εκκλησία, που προσέβαλε βίαια την έννοια της Καθολικότητας όπως η τελευταία περιγράφεται στα δογματικά εγχειρίδια. Έναντι της ορθόδοξης Εκκλησιολογίας και του Οικουμενικού πνεύματος έρχεται ο εθνοφυλετισμός να υπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες, τροφοδοτώντας στο έπακρο το ρατσισμό, το σοβινισμό και τη μισαλλοδοξία. [...] Η ευθύνη της Εκκλησίας έγκειται στη δυνατότητα όχι μόνο να παρατηρεί τον εθνοφυλετισμό, ως αναγκαία ιστορική εξέλιξη, αλλά να διαγιγνώσκει έγκαιρα την ασθένεια του εθνοτικού μίσους και να επιβάλει με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος την κατάλληλη θεραπεία, ανεξάρτητα της ανθρώπινης κοσμικής βούλησης, η οποία συχνά καταπιέζει, διώκει, προκαλεί βία και πόλεμο, βασιλεύει και διαιρεί. Ο μόνος, από θεολογικής αντίληψης, διαχωρισμός που μπορεί να ισχύσει είναι στην εσχατολογική κρίση του Χριστού για την επουράνια πατρίδα. Όταν η Ορθοδοξία ταυτιστεί με τον εθνικισμό και τις φυλετικές συγκρούσεις είναι σαν να προδίδει την πλούσια κληρονομιά όπως αυτή οικοδομήθηκε στις απαρχές του Χριστιανισμού με βάση το οικουμενικό πνεύμα του Ευαγγελίου και την παρουσία του Απ. Παύλου, σε ένα περιβάλλον πλουραλιστικό, με μία πανσπερμία γλωσσών και παραδόσεων (ρωμαϊκή και βυζαντινή αυτοκρατορία). Ο πειρασμός της ιστορίας για εθνοφυλετική υπεροχή γίνεται ταυτόχρονα και ένας μεγάλος αναχρονισμός για την Εκκλησία, επειδή αναιρεί, ακριβώς, αυτή την οικουμενικότητα. Με άλλα λόγια η παθολογική αφοσίωση προς το έθνος δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πίστη προς το Χριστό, αν θέλει πραγματικά η Εκκλησία να αποτιμήσει την αυθεντική αντίληψη του δόγματός της έναντι της κοσμικής εξουσίας και δύναμης. Συμπερασματικά ο εθνοφυλετισμός με τις προϋποθέσεις που αναπτύχθηκαν στις προηγούμενες παραγράφους επιδιώκει μέσω της θρησκευτικής παρουσίας του να πετύχει τη διάσπαση της ενότητας της Εκκλησίας. Και μάλιστα στρέφεται εναντίον των πανανθρώπινων αξιών – όπως η αγάπη για την πατρίδα, η αλληλεγγύη προς τον πάσχοντα κ.λπ. – μετασχηματίζοντάς τες σε εθνικιστικό πάθος το οποίο βάλλει κατά της συνοχής και της συνύπαρξης των κοινωνικών υποκειμένων”.

Ας κλείσουμε με τον αγαπημένο των εν Ελλάδι εθνικιστών, τον “αρχιεπίσκοπο-Κεραυνό” όπως τον αποκαλούσαν, τον μακαριστό Χριστόδουλο. Σε μήνυμά του, λοιπόν, προς τους αξιωματικούς της Σχολής Εθνικής Αμύνης, στις 8 Ιανουαρίου 2007 -λίγους μήνες πριν ασθενήσει βαρύτατα και έναν περίπου χρόνο προ της κοιμήσεώς του-, ο Χριστόδουλος ανέφερε κατά λέξη τα εξής: “Ανέκαθεν οι Έλληνες, στους αγώνες για την διατήρηση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας τους, έβαζαν μπροστά την πίστη και μετά την πατρίδα... Ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία που απευθύνεται σε όλους. Αυτή η οικουμενικότητά του δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τον εθνικισμό, καθώς άλλο είναι ο εθνικισμός και άλλο ο γνήσιος πατριωτισμός”.

Συμπυκνώνοντας: Ο εθνικιστής οφείλει να σώσει παντί τρόπω το έθνος του, αδιαφορώντας για την ψυχή του! Ο χριστιανός, αντίθετα, παλεύει για να σώσει την ψυχή του, έστω και αν κατ' αυτό τον τρόπο χαθεί η ψυχή του έθνους...


141 προβολές0 σχόλια