• .

Υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, Αποστα-CIA και “Ιουλιανά” ’65

Καλοκαίρι 2013

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Οι βουλευτικές εκλογές του 1958 ήταν για την Ελλάδα κομβικής σημασίας. Προκλήθηκαν μετά την πρόωρη πτώση της κυβέρνησης Καραμανλή, ύστερα από την «αποστασία» των μεγαλοστελεχών της ΕΡΕ Γεωργίου Ράλλη και Παναγή Παπαληγούρα. Στις εκλογές αυτές η ΕΡΕ κέρδισε μεν ξανά την εξουσία, όμως αξιωματική αντιπολίτευση αναδείχτηκε η φιλοκομμουνιστική ΕΔΑ, που κατά πολλούς χειραγωγούνταν απευθείας (μέσω του παράνομου τότε ΚΚΕ) από τη Μόσχα! Το εκπληκτικό 25% της ΕΔΑ αποτέλεσε ένα είδος σοκ για την ελληνική κυρίαρχη τάξη και τις ΗΠΑ, που έπρεπε να βρουν άμεσα το «αντίδοτο»... Το 1959, λίγους μήνες μετά τις εκλογές, επέστρεψε στην Ελλάδα από τις ΗΠΑ ο καθηγητής πανεπιστημίου Ανδρέας Παπανδρέου, γιος του ηγετικού παράγοντα του Κέντρου, Γεωργίου Παπανδρέου. Αν και τα πρώτα χρόνια δεν ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική, παρ’ όλα αυτά κατέβηκε υποψήφιος στις εκλογές του 1964 με την Ένωση Κέντρου του πατέρα του, εκλεγόμενος πανηγυρικά στην Αχαΐα...

Παράλληλα σχεδόν με την επιστροφή του Ανδρέα, το 1960 έγινε η πρώτη προσπάθεια εφαρμογής του σχεδίου δημιουργίας ενός άλλου «εθνικού» κόμματος (πέραν της ΕΡΕ) με κυβερνητική προοπτική, που να απηχεί τις κεντρώες απόψεις και να συνενώνει όλες τις δυνάμεις του χώρου, που έως τότε ήταν διασπασμένες. Ο στόχος προφανής: να ανακοπεί η πορεία της ΕΔΑ, με τους δυσαρεστημένους της ΕΡΕ να έχουν ακόμα μια εναλλακτική λύση... Αφορμή για την ίδρυση αυτής της πρώτης «Ένωσης Κέντρου», υπό την ονομασία Κίνηση Εθνικής Αναδημιουργίας (ΚΕΑ), υπήρξε η υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου την προηγούμενη χρονιά, που όριζαν το νέο καθεστώς της Κύπρου και που η αντιπολίτευση είχε χαρακτηρίσει ως προδοτικές. Η ΚΕΑ δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του Σοφοκλή Βενιζέλου, γιου του Ελευθερίου, και επικεφαλής της ήταν ο... στρατηγός Γεώργιος Γρίβας-Διγενής, ηγέτης στη δεκαετία του 1940 της περιβόητης Ομάδας «Χ» και αργότερα αρχηγός της θρυλικής ΕΟΚΑ, που είχε σηκώσει όλο το βάρος του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Κύπριων κατά της βρετανικής εξουσίας!

Η κίνηση όμως αυτή τελικά δεν προχώρησε. Έτσι την επόμενη χρονιά το «πείραμα» επαναλήφθηκε με τη δημιουργία της Ένωσης Κέντρου, με επικεφαλής τον Γεώργιο Παπανδρέου, παλαιό πρωθυπουργό. Η Ένωση Κέντρου ακολούθησε από την αρχή μία «έξαλλη» αντιπολιτευτική εκστρατεία κατά του Καραμανλή, με τον περίφημο «ανένδοτο αγώνα», μη διστάζοντας παράλληλα να προσεγγίσει τον τότε βασιλιά Παύλο και τη βασίλισσα Φρειδερίκη. Αφορμή για την επιθετική τακτική της αντιπολίτευσης (Ένωσης Κέντρου και ΕΔΑ) αποτέλεσαν οι εκλογές του 1961, που χαρακτηρίστηκαν ως εκλογές «της βίας και της νοθείας», με την εφαρμογή του στρατιωτικού σχεδίου «Περικλής» απ’ την ομάδα στρατιωτικών του ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών). Το καλοκαίρι του 1963 όμως φτάσαμε σε ένα χρονικό σημείο-σταθμό: ο πρωθυπουργός της οκταετίας Καραμανλής, ευνοούμενος άλλοτε του παλατιού, συγκρούστηκε με τον θρόνο και παραιτήθηκε απ’ τη θέση του. Άνοιξαν έτσι οι «ασκοί του Αιόλου», που οδήγησαν τα επόμενα χρόνια σε συγκλονιστικές εξελίξεις.

Τον Φεβρουάριο του 1964 (κι ενώ ο Καραμανλής είχε ήδη διαφύγει στο εξωτερικό κρυφά, ως «Τριανταφυλλίδης»!) η Ένωση Κέντρου «έσπασε» όλα τα κοντέρ, λαμβάνοντας το 53% των ψήφων. Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε μπροστά του μια ολόκληρη τετραετία για να εφαρμόσει το πρόγραμμά του, με τις συνθήκες να είναι γι’ αυτόν πέρα για πέρα ευνοϊκές: η ΕΡΕ ήταν εκλογικά συρρικνωμένη και τραυματισμένη, χωρίς πια τον δυναμικό της ηγέτη, η ΕΔΑ βρισκόταν πλέον στο 10% και κατέστη ουσιαστικά αμελητέα, ενώ οι σχέσεις του νέου πρωθυπουργού με το νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο, που μόλις είχε αναλάβει στη θέση του νεκρού Παύλου, φαίνονταν άριστες... Η εμφάνιση όμως του Ανδρέα Παπανδρέου στο πολιτικό προσκήνιο άλλαξε τις ισορροπίες, αφού αυτός ήταν φορέας νέων και ριζοσπαστικών θεωρήσεων. Ήταν απ’ την αρχή σαφές ότι ο Ανδρέας εξέφραζε έναν μάλλον «τριτοκοσμικού» τύπου λαϊκισμό, με μείξη σοσιαλιστικών και εθνικιστικών στοιχείων.

Ως αντίδραση στις δραστηριότητες μέσα στα πλαίσια του στρατού της οργάνωσης εθνικοφρόνων αξιωματικών ΙΔΕΑ δημιουργήθηκε η οργάνωση κατωτέρων αξιωματικών ΑΣΠΙΔΑ (Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατία, Αξιοκρατία), που ως στόχο είχε την άμβλυνση της «καταπίεσης» από τους ανωτέρους. Για τον ΑΣΠΙΔΑ αρχικά ειπώθηκε από τους πρωταγωνιστές του ότι ήταν ανύπαρκτος, ένα παιχνίδι του παλατιού και των Αμερικανών, και μόνο ύστερα από 20 χρόνια, στη δεκαετία πια του 1980, παραδέχτηκαν την ύπαρξη και τη δράση του. Ιδού τι έχει γράψει ο εκ των πρωταγωνιστών του, ταξίαρχος Δημήτριος Παραλίκας, στο βιβλίο του «Συνωμοσίες ΙΔΕΑ & ΑΣΠΙΔΑ»: «Η ρίζα της υποθέσεως ΑΣΠΙΔΑ φθάνει στο έτος 1960 και έχει εκλεκτή συγγένεια με τη λαβούσα χώραν τότε κίνηση μερικών Αξιωματικών Γριβικής προελεύσεως και νοοτροπίας-χιτών (αρχηγός της «Χ» στην κατοχή ήταν ο Γρίβας»)». Άρα η οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ προήλθε από την Ομάδα «Χ», που απηχούσε θέσεις εθνικοσοσιαλιστικές και τριτοκοσμικές.

Στα απομνημονεύματά του για εκείνη την περίοδο («Η δημοκρατία στο απόσπασμα») ο Ανδρέας Παπανδρέου παραδέχεται έμμεσα την ύπαρξη του ΑΣΠΙΔΑ, γράφοντας: «Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ είχε φαίνεται, μια δόση αλήθειας. Ένας μικρός αριθμός αξιωματικών που αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στη χούντα του ΙΔΕΑ για να εξασφαλίσουν την καρριέρα τους, έλπισαν πως με τη νίκη των δημοκρατικών δυνάμεων το 1964, ο στρατός θ’ απαλλασσόταν από τον αποπνικτικό έλεγχο της Δεξιάς παραστρατιωτικής οργάνωσης». Και σ’ άλλο σημείο του ίδιου έργου γράφει για το λοχαγό Μπουλούκο: «Ο Μπουλούκος ήταν μέλος στρατιωτικής οικογένειας και είχε πλούσια αντικομμουνιστική δράση. Ήταν φίλος του Γρίβα και παλιό μέλος της εξτρεμιστικής οργάνωσης Χ, που σε συνεργασία με τα Τάγματα Ασφαλείας καταδίωκε τους κομμουνιστές στην κατοχή και τα Δεκεμβριανά». Να σημειωθεί ότι τα περισσότερα μέλη του ΑΣΠΙΔΑ υπηρετούσαν ως αξιωματικοί αποσπασμένοι στην ΚΥΠ.

Αρκετά ύποπτο και ανεξιχνίαστο παρέμεινε το ζήτημα του περίφημου όρκου του ΑΣΠΙΔΑ, που είναι γραμμένος σε μια περίεργη γλώσσα και που ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου χαρακτήρισε ως «φρικτά κακοποιημένη Ελληνική γλώσσα». Κάποιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να πουν ότι τα κάκιστα αυτά ελληνικά δεν μπορεί να έχουν γραφτεί από Έλληνα! Ανεξάρτητα από το αν ο όρκος αυτός υπήρξε γνήσιος ή απλά αποτέλεσμα προβοκάτσιας, από την ανάγνωσή του εξάγονται πολλά και χρήσιμα συμπεράσματα. Πρώτα απ’ όλα είναι εμφανής η θέση του συντάκτη του στην ιδεολογία ενός τριτοκοσμικού λαϊκισμού (του χαρακτηριζόμενου αργότερα ως έρποντος φασισμού), τόσο με την αντικομμουνιστική του αντίληψη, όσο και με τον μεγαλοϊδεατικό οραματισμό του. Απ’ την άλλη είναι ενδιαφέρον ότι στο κείμενο αυτό περιλαμβάνεται σε σπερματική μορφή τόσο η ιδέα για τη μετέπειτα ένοπλη αντίσταση κατά της χούντας των συνταγματαρχών, όσο και η «αιτιολογία» για αρχή δράσης αντάρτικου πόλεων που ξεκίνησε στην Ελλάδα μετά το 1974!

Στον όρκο του ΑΣΠΙΔΑ προβάλλεται επίσης η «σκιά» ενός μυστηριώδους αρχηγού της οργάνωσης, μέσα σε μια μυστικιστική ατμόσφαιρα κατά το πρότυπο της Φιλικής Εταιρείας, ενώ είναι εμφανείς και οι «μακρυγιάννειες» καταβολές απ’ την επανάσταση της 3ης του Σεπτέμβρη του 1843 (είναι τυχαίο, αναρωτήθηκαν κάποιοι, ότι και το ΠΑΣΟΚ ιδρύθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1974, αλλά και το ότι οι τροτσκιστές συνέστησαν τη λεγόμενη 4η Διεθνή στις 3 Σεπτεμβρίου του 1938, με ηγετική μορφή το Μιχάλη Ράπτη ή Πάμπλο;). Ο τότε υπουργός Ανδρέας Παπανδρέου κατηγορήθηκε το 1965 σαν αρχηγός του ΑΣΠΙΔΑ. Στο πρόσωπό του πολλοί έβλεπαν τον Έλληνα «Νάσερ»...

Το πλήρες κείμενο του όρκου του ΑΣΠΙΔΑ είναι το εξής: «Ορκίζομαι εις την πατρίδα μου ως το μόνον υπέρτατον ον μετά τον θεόν δι’ εμέ να της προσφέρω ολοκληρωτικώς και μέχρι θανής τον εαυτόν μου δια την εκπλήρωσιν του ακολούθου σκοπού του ΑΣΠΙΔΑ.

1. Διά την εξασφάλισιν πάσης ακεραιότητος και ελευθερίας από πάντα επιβουλόμενον και πολέμιον εχθρόν έξωθεν.

2. Διά την εξασφάλισιν απάντων των αξιών που συνιστούν Κράτος δικαίου, από πάσαν Κομμουνιστικήν δράσιν, εξωλαϊκήν δύναμιν και πάντα οπωσδήποτε επιβουλόμενον έσωθεν.

3. Διά την εξασφάλισιν και διατήρησιν του Δημοκρατικού πολιτεύματος εν τη εννοία της Αξιοκρατίας δι’ αρνήσεως προς πάσαν μορφήν επιφάσεως αξιοπρεπείας.

4. Διά τον ακατάλυτον αγώνα δημιουργίας Μεγάλης Ελλάδος.

5. Διά την μεθ’ όλων των δυνάμεών μου και δι’ όλων των μέσων στήριξιν του πολιτεύματος της Δημοκρατίας εν τη εννοία της Αξιοκρατίας έστω και αν χρειασθή να τεθή εν λειτουργία βιαίως η διαδικασία της Αξιοκρατίας.

6. Ορκίζομαι τυφλήν και απεριόριστον υποταγήν εις τον ΑΣΠΙΔΑ και τα κελεύσματά του, εκπροσωπούμενον διά του Αρχηγού αναγνωρίζων τον ΑΣΠΙΔΑ ως τον μόνον φορέα της νομίμου εξουσίας εις περίπτωσιν αναλήψεως δράσεως διά την επίτευξιν του σκοπού του.

7. Ορκίζομαι να προσφέρω εαυτόν κατά πάσαν έννοιαν θυσίας προς πραγμάτωσιν του σκοπού του ΑΣΠΙΔΑ. Να παραμείνω μακράν της πολιτικής, να φέρω ως σύμβολον του ΑΣΠΙΔΑ την ηθικήν ακεραιότητα του Έλληνος Αξιωματικού και να καταστώ άτιμος αν παραβώ τον όρκον τούτον».

Στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και στη δίκη που ακολούθησε κεντρικός ήταν ο ρόλος του δημοσιογράφου και συγγραφέα Κυριάκου Διακογιάννη. Αυτός στο βιβλίο του «Στην κόλαση της ΚΥΠ», που προκάλεσε μεγάλο θόρυβο στα μέσα της δεκαετίας του 1970, υποστήριξε ότι στρατολογήθηκε βίαια από την ΚΥΠ και τη CIA με στόχο την υπονόμευση της δημοκρατίας στην Ελλάδα και τον πολιτικό θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου. Γράφει μάλιστα στο εν λόγω έργο του ότι ακόμα και το περίφημο «Σχέδιο Ελικών» (που αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο κατηγορίας στη δίκη του ΑΣΠΙΔΑ ως υποτιθέμενο πρόγραμμα σχεδιασμού πραξικοπήματος) είναι στην ουσία υπόμνημα που ο ίδιος είχε συντάξει το 1964 στο Παρίσι για την ενημέρωση του Γεωργίου Παπανδρέου σχετικά με τη δράση αντιδημοκρατικών δυνάμεων στο στρατό και το παρακράτος!

Η αποκάλυψη του ΑΣΠΙΔΑ και η ανάμειξη του γιου του πρωθυπουργού στην υπόθεση δημιούργησαν μέγα πολιτικό σάλο. Ανταγωνιστές του Ανδρέα στο κόμμα και την κυβέρνηση, όπως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, βρήκαν την ευκαιρία να στραφούν κατά του αντιπάλου τους. Ο πόλεμος που ο Ανδρέας κήρυξε κατά του «κατεστημένου» (δηλαδή κατά των παρασκηνίων που κυβερνούσαν «αόρατα» την Ελλάδα) τρόμαξαν ακόμα και τον πατέρα του, που κατά βάθος δεν επιθυμούσε ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις. Ο Ανδρέας εύστοχα είχε πιάσει τον σφυγμό του λαού που «έβραζε» και που επιθυμούσε έντονα την Αλλαγή σε όλα τα δυνατά επίπεδα!... Η σύγκρουση ανάμεσα στο «κατεστημένο» και τις λαϊκές μάζες ήταν σφοδρή. Η κυβέρνηση του «Γέρου της δημοκρατίας» έπεσε εν μία νυκτί, μετά την ιστορική πια «Αποστασία» της 15ης Ιουλίου του 1965 κι έτσι η χώρα οδηγήθηκε σε μια περίοδο αστάθειας. Στο τέλος αυτής της πορείας δε βρισκόταν παρά μόνο ο γκρεμός: το στρατιωτικό πραξικόπημα ή επανάσταση της 21ης Απριλίου 1967, η επταετής διακυβέρνηση από το καθεστώς των συνταγματαρχών, η εξέγερση του δήθεν «ηρωικού» Πολυτεχνείου και, στο βάθος, η τραγωδία της Κύπρου με την τουρκική εισβολή στο νησί…

Η περίφημη «Αποστασία» -κατ’ άλλους: Αποστα-CIA, υπονοώντας ότι οργανώθηκε από την αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών, τη CIA- του καλοκαιριού του 1965 είναι ένα γεγονός που αποδείχτηκε, στην πορεία των πραγμάτων, κεντρικής σημασίας για την εξέλιξη του ελληνισμού, επηρεάζοντας για πολλά χρόνια το πολιτικό σκηνικό αυτού εδώ του τόπου. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι η πολιτική αστάθεια που προέκυψε μετά τα «Ιουλιανά» του 1965 οδήγησε στη διέξοδο της επέμβασης των Ενόπλων Δυνάμεων, στις 21 Απριλίου του 1967. Αλλά και πολύ ενδεικτικό της σημασίας τους είναι ότι ακόμα και μετά από 20 και πλέον χρόνια η αντιπαράθεση των κομμάτων στην Ελλάδα γινόταν με βάση τη «ρήξη» της 15ης Ιουλίου του 1965! Π.χ. οι βουλευτικές εκλογές της 2ας Ιουνίου 1985 και η σύγκρουση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ έγιναν με βάση την προσωπική «βεντέτα» των δύο αρχηγών τους από την εποχή των «Ιουλιανών».

Όμως κάθε νευραλγικής σημασίας γεγονός σε μια χώρα υψίστης γεωπολιτικής υπεραξίας, όπως είναι η Ελλάδα, θα πρέπει να βλέπεται σε συνάρτηση με τις γενικότερες διεθνείς εξελίξεις. Μόνο τότε μπορεί κάποιος να δει το σύνολο των καταστάσεων στην ευρύτερη περιοχή (και όχι μόνο) και να συνδέσει με επιτυχία τα κομμάτια του πλανητικού «παζλ» που κρίνει και τις ζωές των λαών του κόσμου. Σε ό,τι λοιπόν αφορά το θέμα «Αποστασία ’65», διακρίνουμε δύο ειδών γεωπολιτικά συμφέροντα:

1. Τα συμφέροντα της ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης των ΗΠΑ, οι οποίες στα μέσα του 1965 είναι βέβαιο ότι επιθυμούσαν μία «ρευστοποίηση» της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα και την ανυπαρξία ισχυρών κυβερνήσεων. Το Κυπριακό θέμα είχε ήδη πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις (έναν χρόνο πιο πριν, τον Ιούνιο του 1964, η Τουρκία παραλίγο να εισβάλλει στρατιωτικά στο νησί) και η στάση της τότε ελληνικής κυβέρνησης, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, είναι βέβαιο ότι δεν ικανοποιούσε τις ΗΠΑ. Επιπροσθέτως, λόγω του Κυπριακού, η Ουάσιγκτον διέκρινε τότε μία επικίνδυνη τάση της ΕΣΣΔ να κατέλθει στη ζεστή θάλασσα της Μεσογείου, μέσω «κουβανοποίησης» της Κύπρου, και να «σπάσει» την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ (Ελλάδα-Τουρκία)... Γι’ αυτόν βασικά τον λόγο οι ΗΠΑ θέλησαν τότε να εξασθενίσουν το ελληνικό πολιτικό σύστημα και να απαξιώσουν το κοινοβούλιο, κάτι που τελικά πέτυχαν μέσω χρηματισμού από την ίδια τη CIA βουλευτών της Ένωσης Κέντρου για να «αποστατήσουν»!

2. Τα συμφέροντα του υποϊμπεριαλιστικού σταθμού της περιοχής μας, δηλ. του Ισραήλ, το οποίο επίσης έβλεπε πίσω από ένα σχέδιο αποσταθεροποίησης του ελληνικού πολιτικού σκηνικού εξελίξεις ευνοϊκές προς αυτό. Μία ισχυρή κυβέρνηση στην Αθήνα τότε θα έδινε προτεραιότητα στην επίλυση του Κυπριακού, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν βόλευε το κράτος του Ισραήλ. Γεωπολιτική επιδίωξη του Ισραήλ εκείνη την περίοδο ήταν η διάσπαση της νήσου αυτής και η εχθρότητα Ελληνοκυπρίων-Τουρκοκυπρίων, προκειμένου να συντηρείται έτσι ο πάγιος στόχος του Τελ Αβίβ για «εβραιοποίηση» της Κύπρου... Πράγματι, με την «Αποστασία» του 1965 η ελληνική πολιτική σκηνή αδυνάτισε, μην μπορώντας πια να παίρνει σημαντικές πρωτοβουλίες σε διεθνές επίπεδο (επειδή είχε υποπέσει σε πλήρη εσωστρέφεια), και έτσι το Ισραήλ «ανάσανε», πόσο μάλλον που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις χειροτέρευαν!

CIA και Εβραίοι των ΗΠΑ λοιπόν είχαν κάθε συμφέρον να συνεργαστούν και να υποδαυλίσουν τις εσωκομματικές «κόντρες» στους κόλπους της Ένωσης Κέντρου, με απώτερο στόχο την πολιτική ανωμαλία στην Ελλάδα και τη διχοτόμηση της Κύπρου. Επαναλαμβάνουμε: με απώτερο στόχο οι μεν Αμερικανοί να αποκλείσουν την κάθοδο της Μόσχας στη Μεσόγειο, οι δε Ισραηλινοί για να εντάξουν μια μέρα την Κύπρο στον δικό τους ζωτικό χώρο.

Τα δύο φιλόδοξα τότε στελέχη της Ένωσης Κέντρου, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Ανδρέας Παπανδρέου, οδηγήθηκαν σταδιακά σε σφοδρή σύγκρουση, στοχεύοντας ο καθένας στη διαδοχή του «Γέρου της Δημοκρατίας». Η πολιτική αποσταθεροποίηση ήταν θέμα χρόνου. Ουσιαστικά ήδη από τα τέλη του 1964 η Ένωση Κέντρου είχε σπάσει στα δύο: στους «παπανδρεϊκούς» (με τον Ανδρέα Παπανδρέου να εκμεταλλεύεται τον «παπανδρεϊσμό» του πατέρα του, έστω και αν πολιτικά διαφωνούσε μαζί του) και στους μετέπειτα «αποστάτες», οι οποίοι, έχοντας ως άτυπο ηγέτη τους τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, διαφωνούσαν έντονα με τις κινήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου και προσπαθούσαν να κρατήσουν την Ένωση Κέντρου σε έναν φιλοδυτικό προσανατολισμό.

Βλέποντας προς τα πού οδηγούνται τα πράγματα, μετά και από τα όσα κατήγγειλε ο Γεώργιος Γρίβας-Διγενής περί ΑΣΠΙΔΑ στην Κύπρο, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος έλαβε τη σωστή απόφαση: μετά την αποπομπή του Πέτρου Γαρουφαλιά (φίλου του Γεωργίου Παπανδρέου και χρηματοδότη της Ένωσης Κέντρου) από το υπουργείο εθνικής άμυνας ο βασιλιάς πολύ ορθά αρνήθηκε να αναλάβει το εν λόγω υπουργείο ο ίδιος ο τότε πρωθυπουργός! Αυτό, διότι στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ βασικός κατηγορούμενος για εσχάτη προδοσία ήταν ο γιος του πρωθυπουργού, δηλ. ο Ανδρέας Παπανδρέου, και θα ήταν τελείως αντιδημοκρατικό και άκομψο των διαδικασιών του υπουργείου να ηγείται ο... πατέρας του κατηγορούμενου!!! Τέτοια αθλιότητα δεν είχε ξαναγίνει ποτέ παγκοσμίως. Και όμως ο «χοντροκέφαλος» Γεώργιος Παπανδρέου επέμενε ανοήτως στην ανάληψη του υπουργείου από αυτόν τον ίδιο (λες και δεν είχε κάποιον «αχυράνθρωπο» για να βάλει στη θέση αυτή!) και έτσι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να αποπέμψει τον «Γέρο της δημοκρατίας»...

Τότε, μπροστά στον κίνδυνο η χώρα να μείνει ακυβέρνητη και την κατάσταση να εκμεταλλευτούν οι κομμουνιστές, οδηγώντας την πατρίδα μας σε νέο εμφύλιο σπαραγμό, τα μεγαλύτερα στελέχη-υπουργοί της Ένωσης Κέντρου και ο ίδιος ο πρόεδρος της βουλής μπήκαν μπροστά, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες, αλλά και το τεράστιο βάρος της ευθύνης, εφόσον έκτοτε τους συνόδευε η «ρετσινιά» του δήθεν «αποστάτη»! Βασικός πρωταγωνιστής των εν λόγω πρωτοβουλιών υπήρξε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο οποίος έτσι έγινε ο «αποδιοπομπαίος τράγος» του Κέντρου και, μετά τη Μεταπολίτευση, αναγκάστηκε να προσχωρήσει στη Δεξιά. Μάλιστα έγινε και αρχηγός της ΝΔ, η οποία βέβαια ήδη από το 1974 είχε εγκαταλείψει τις προ 1967 θέσεις της και ενστερνίστηκε πλέον τις παλιές αντιλήψεις της Ένωσης Κέντρου...

Εδώ να σημειωθεί, προς χάριν της ιστορικής αλήθειας, ότι ο περιβόητος «κομμουνιστικός κίνδυνος» υπήρξε μάλλον μία υπερβολή, εφόσον η ΕΣΣΔ δεν θα είχε κανένα συμφέρον εκείνη την εποχή να ταράξει τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή μας. Ασφαλώς η κομμουνιστική Αριστερά δεν είχε εγκαταλείψει τον στόχο της να καταλάβει μία ημέρα την εξουσία στην Ελλάδα. Αυτό όμως κατάφερε να το πετύχει εντελώς αναίμακτα το 1974, εξαιτίας του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος έδιωξε τον βασιλιά Κωνσταντίνο και έφερε τον Χαρίλαο Φλωράκη! Έκτοτε οι κομμουνιστές επικράτησαν ιδεολογικά στην Ελλάδα, με τα γνωστά θλιβερά σήμερα αποτελέσματα...

Αξίζει εδώ να παραθέσουμε μερικά από αυτά που είπαν αργότερα οι δύο πρωταγωνιστές των «Ιουλιανών» σχετικά με τα τότε γεγονότα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Τα Νέα», στις 15 Ιουλίου 1985 (20 χρόνια μετά), είπε μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Το θέμα είναι ότι στην Ένωση Κέντρου, που αρχικά αποτέλεσε ένα είδος συνασπισμού αρχηγών του Κέντρου, αλλά και της Δεξιάς, όπως ο Στεφανόπουλος (μην ξεχνάμε ότι ο Στεφανόπουλος ήταν ο διεκδικητής της αρχηγίας της ΕΡΕ), υπήρχαν πολλοί παράγοντες, οι οποίοι μπορούσαν να αποτελέσουν πόλο έλξης και συσπείρωσης.

Και εδώ ασφαλώς ξεκινάει – πώς να την πούμε, συνωμοσία; Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω βαριές λέξεις – ξεκινάει πάντως μια υπόθεση που βρίσκεται και στην καρδιά της 15ης Ιουλίου του ’65.

Ο Μητσοτάκης και οι περί αυτόν σε πολύ στενή συνεργασία με τον Πάνο Κόκκα (Σ.Σ. εκδότη της εφημερίδας «Ελευθερία»), που ήταν ο εγκέφαλος όλης αυτής της ιστορίας και τον Χοϊδά των Ανακτόρων – αυτό είναι το τρίο – σχεδιάζουν μια πολιτική, η οποία στηρίζεται σε δύο παράλληλες δραστηριότητες.

Από τη μια μεριά υπάρχει μια σκληρή γραμμή της «Ελευθερίας», η οποία εκφράζει αυτήν την κίνηση, εναντίον κάθε δυνατής «παραχώρησης» του Γεωργίου Παπανδρέου προς το κατεστημένο, προς τα Ανάκτορα.

Είναι γνωστή η μεγάλη επίθεση για το Γεννηματά, τον τότε αρχηγόν του Γενικού Επιτελείου Στρατού, με βάση τη συμμετοχή του στη βία και νοθεία του ’61.

Και ενώ χτυπιέται ο Γεώργιος Παπανδρέου ως «ο συμβιβαζόμενος» – «αιδώς Αργείοι» ήταν ένας καταλυτικός τίτλος της «Ελευθερίας» –, ταυτόχρονα ο Μητσοτάκης, ο Κόκκας και ο Χοϊδάς σε συνεργασία με τα Ανάκτορα, οργανώνουν παρασκηνιακά την ανατροπή του Γεωργίου Παπανδρέου, με στόχο την εξυπηρέτηση βέβαια των ανακτορικών επιθυμιών και συμφερόντων.

Είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα πολιτική δραστηριότητα και τακτική. Παράλληλα δύο κινήσεις. Και έτσι, ενώ μειώνεται το κύρος προσωπικά του Γεωργίου Παπανδρέου ως «συμβιβαζόμενου», από την άλλη μεριά ετοιμάζεται η διαδοχή. Διαβεβαιώνονται από τον κύκλο αυτό ο Κωνσταντίνος και η Φρειδερίκη, ότι ο Μητσοτάκης ελέγχει περίπου 80 βουλευτές και ότι επομένως θα υπάρξει αμέσως βιώσιμη κυβέρνηση με τη στήριξη και της ΕΡΕ.

Οι λεπτομέρειες ίσως δεν έχουν και τόση σημασία πια, αλλά ο Γεώργιος Παπανδρέου έχοντας ο ίδιος συγκρουστεί επίσημα και δημόσια με τον Γαρουφαλιά και τα Ανάκτορα – όχι με τον Μητσοτάκη, αποφασίζει να προχωρήσει στην αντικατάσταση του Γεννηματά, ακολουθώντας τη γραμμή που προωθούσε η «Ελευθερία» και πεπεισμένος πλέον ότι έπρεπε να γίνει αυτό.

Ο Γαρουφαλιάς αρνείται να υπογράψει την αντικατάσταση του Γεννηματά. Ο Γεώργιος Παπανδρέου θέλει να απολύσει τον Γαρουφαλιά και να πάει ο ίδιος στο υπουργείο Άμυνας. Αυτό δεν το δέχεται ο Κωνσταντίνος, ο οποίος εδώ παραβιάζει σαφώς το Σύνταγμα και επέρχεται η σύγκρουση, καθώς οδηγείται ο Γεώργιος Παπανδρέου σε παραίτηση».

Επίσης, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έγραψε την παρακάτω μαρτυρία του, της οποίας παρατίθεται απόσπασμα, για τα τότε γεγονότα (η μαρτυρία περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Μιχάλη Παπακωνσταντίνου «Η ταραγμένη εξαετία (1961-1967)»):

«Η πολιτική κρίση του Ιουλίου 1965 μπορούσε να αποφευχθεί. Κατ’ αρχήν δεν θα υπήρχε διαφωνία, εάν ο Γ. Παπανδρέου δεν είχε κάνει λάθος να παραχωρήσει στον τότε Βασιλέα το δικαίωμα να έχει αποφασιστική γνώμη στα θέματα των Ενόπλων Δυνάμεων. Την παραχώρηση αυτή προς το παλάτι είχε συμφωνήσει ανάμεσα στις εκλογές του ’63 και του ’64, ξαφνικά όμως σκλήρυνε τη στάση του και ζήτησε πίσω όσα ο ίδιος είχε παραχωρήσει. Η αιφνίδια αυτή αλλαγή στάσης, που πιθανότατα σχετίζεται με την πολιτική φθορά που ήδη είχε υποστεί η Κυβέρνηση της Ε.Κ., προκάλεσε την έντονη αντίδραση των ανακτόρων τα οποία, όπως ήταν φυσικό, επέμεναν, πάση θυσία, να διατηρήσουν τα κεκτημένα.

Ασφαλώς δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα του εκλεγμένου Πρωθυπουργού να επιλέγει τους υπουργούς του, όπως και το δικαίωμα να αναλάβει ο ίδιος προσωπικά οποιοδήποτε Υπουργείο. Εάν όμως η επιλογή αυτή τον οδηγούσε στη ρήξη με το Ρυθμιστή του Πολιτεύματος, σε μία εποχή άλλωστε που ο συσχετισμός των δυνάμεων δεν τον ευνοούσε, ώφειλε να αντιμετωπίσει και την περίπτωση ενός τακτικού συμβιβασμού, τον οποίο πρότειναν όλα τα βασικά στελέχη της Κυβερνήσεως και ο οποίος θα απέτρεπε τα όσα ακολούθησαν. Εν πάση περιπτώσει, έπρεπε τουλάχιστον να σκεφτεί ότι παραιτούμενος εξωθούσε τον Κωνσταντίνο στο δίλημμα, εκλογές με χαρακτήρα δημοψηφίσματος ή βασιλική δικτατορία. Ζητούσε δηλαδή από το παλάτι να διαλέξει ανάμεσα στην αυτοκτονία και στην εκτροπή.

Οι δυνάμεις που έσπρωχναν τον Γ. Παπανδρέου στην αναμέτρηση με το παλάτι δεν θα μπορούσαν να επιβάλουν την πολιτική τους χωρίς τη στήριξη της Αριστεράς, με τις γνωστές δυνατότητες στις λαϊκές κινητοποιήσεις. Η εκ των υστέρων αυτοκριτική της Αριστεράς, για την αδιάλλακτη στάση της στα γεγονότα του ’65, έρχεται σήμερα να δικαιώσει την πολιτική εκείνων που, χωρίς να σκεφτούν το πολιτικό κόστος, με αυτοθυσία προσπάθησαν να συμβάλουν σε μια συμβιβαστική λύση εκτόνωσης.

Η ομάδα των στελεχών που διαφώνησε με τον Γ. Παπανδρέου κατηγορήθηκε για συνωμοσία. Ποτέ, όμως, η κατηγορία αυτή δεν στηρίχθηκε σε στοιχεία, παραμένοντας ένας αβάσιμος ισχυρισμός. Αντίθετα τα τελευταία χρόνια ενισχύεται η άποψη ότι η έμπρακτη διαφωνία με την πολιτική της ρήξης, αποτελούσε μία όχι μόνο θεμιτή αλλά και επιβεβλημένη πολιτική ενέργεια. Άλλωστε το σενάριο της συνωμοσίας δεν άντεχε σε καμία λογική από την πρώτη στιγμή, δεδομένου ότι οι υποτιθέμενοι συνωμότες κατέβαλαν αγωνιώδεις προσπάθειες για να αποτρέψουν τη ρήξη, δηλαδή το γεγονός χωρίς το οποίο συνωμοσία δεν μπορούσε να υπάρξει»...

Στα παραπάνω δραματικά γεγονότα της σύγχρονης πολιτικής μας ιστορίας, κεντρικό ρόλο είχε παίξει ο στρατηγός Άρις Μπουλούκος (τότε: λοχαγός), ο οποίος είχε κατηγορηθεί ως ο στρατιωτικός ηγέτης του ΑΣΠΙΔΑ, με πολιτικό αρχηγό τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Άρις Μπουλούκος έγινε αργότερα και κουμπάρος του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ και μετέπειτα πρωθυπουργού της Ελλάδας, ενώ συνέγραψε και το πλέον χαρακτηριστικό και λεπτομερές βιβλίο για τα φοβερά εκείνα συμβάντα: το βιβλίο «Υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ», που έκανε πολλαπλές εκδόσεις.

Ο Άρις ο Μπουλούκος, χωρίς αμφιβολία, είναι η ζωντανή σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία! Πάντα μπροστά στους αγώνες για εθνική υπερηφάνεια και αληθινή δημοκρατία, είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι εξελέγη πέντε φορές βουλευτής με τα δύο τότε μεγάλα πολιτικά κόμματα της πατρίδας μας: δύο φορές με το ΠΑΣΟΚ και τρεις φορές με τη Νέα Δημοκρατία! Ο λοχαγός της περίφημης υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ της δεκαετίας του 1960 (ψυχή και ηγέτης της οργάνωσης αυτής που πάλευε, όπως ισχυριζόταν, για ανεξαρτησία-δικαιοσύνη-αξιοκρατία) ήταν ο πρώτος και ο μόνος που αντέδρασε στην απόφαση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το 1982 για την κατάργηση του σταυρού προτιμήσεως στις εκλογές, με συνέπεια στις 11 Οκτωβρίου εκείνου του έτους να αποχωρήσει από το «Κίνημα» με ψηλά το κεφάλι! Οι εξελίξεις τον δικαίωσαν, πόσο μάλλον που στις εκλογές του 1985 – χωρίς τον σταυρό στα ψηφοδέλτια – επιβλήθηκαν άνευ της λαϊκής βούλησης «σκοτεινές» φυσιογνωμίες, όπως π.χ. ο γνωστός για τα σκάνδαλα των δις και μετέπειτα έγκλειστος των φυλακών Κορυδαλλού Άκης Τσοχατζόπουλος...

Με τον Άρι Μπουλούκο κάναμε το 2012 μία συζήτηση εφ’ όλης της ύλης, η οποία αποτελεί πραγματικό ιστορικό ντοκουμέντο, και γι’ αυτόν τον λόγο την παραθέτουμε στο ανά χείρας σύγγραμμα. Μιλήσαμε καταρχάς για το θέμα της εκδρομής προσκυνηματικού χαρακτήρα που οργάνωσε στην Αλβανία -για το τριήμερο 27-29 Οκτωβρίου 2012- η «Ένωση Τέκνων, Συγγενών & Φίλων Ατάφων Νεκρών, Ηρώων του Έπους 1940-41», της οποίας ο Άρις Μπουλούκος ανέλαβε πρόεδρος. Ο πατέρας του, άλλωστε, ο εθνικός ήρωας αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Μπουλούκος, έπεσε ένδοξα στο «αλβανικό έπος» τον Ιανουάριο του 1941... Μας είπε λοιπόν ο εκλεκτός μας συνομιλητής τα εξής:

«Η Ένωση αυτή, της οποίας έχω την τιμή να είμαι πρόεδρος, αποφάσισε να κάνει μία εκδρομή προσκυνήματος στις Βουλιαράτες (που είναι ελληνικό στρατιωτικό νεκροταφείο) και στην Κλεισούρα. Εκεί θα πραγματοποιηθεί μνημόσυνο σ’ εκείνους που έπεσαν δοξάζοντας την Ελλάδα! Εγώ, ως γιος αξιωματικού που έμεινα ορφανός σε ηλικία 8 ετών, και είκοσι μηνών ο τέταρτος αδελφός μου, αισθάνομαι ένα συγκινησιακό δέος πάντα, επειδή ζω την ανάμνηση του πατέρα μου, αντισυνταγματάρχη του πεζικού και διοικητή του 1ου Τάγματος του 28ου Συντάγματος, που έπεσε πολεμώντας και όταν ξεψύχαγε έλεγε «Είμαι ευχαριστημένος, διότι νικήσαμε»! Αυτή είναι και η παρακαταθήκη μου. Την οποία πάντοτε με ευλάβεια και συγκίνηση τηρώ και θυμούμαι τον πατέρα μου»...

Και συνέχισε ο Άρις Μπουλούκος τα παραπάνω συγκλονιστικά, προσθέτοντας: «Περάσαμε σκληρές ημέρες, διότι από τις 10 Ιανουαρίου του 1941 που έπεσε ο πατέρας μου μέχρι και το 1950 που μπήκα στην Σχολή Ευελπίδων όλοι στην οικογένεια εργαστήκαμε, παλέψαμε στην ζωή, για να φτάσουμε εδώ που φτάσαμε! Πάντα όμως μας συνοδεύει η μνήμη του πατέρα μας και αισθανόμεθα μεγάλη ευλάβεια για την θυσία του! Για την θυσία του προς την πατρίδα, αλλά και για την θυσία της οικογενείας του που πάντοτε ένδοξα αναφέρουμε το όνομά του»!...

Σε ό,τι δε αφορά την επικείμενη εκδρομή στα θρυλικά μέρη όπου δοξάστηκε ο ελληνικός στρατός ο κ. Μπουλούκος ανέφερε επίσης: «Τώρα ασχολούμαι με το να συγκεντρώσω ανθρώπους για αυτό το προσκύνημα που θα διαρκέσει ένα τριήμερο – από 27 έως και 29 Οκτωβρίου – και σημειώνω ότι οι περισσότεροι που δήλωσαν συμμετοχή είναι και αυτοί παιδιά οι γονείς των οποίων έπεσαν υπέρ πατρίδος. Και να αναφέρω ακόμη ότι είναι χρέος μας αυτό το προσκύνημα, διότι δυστυχώς η Ελλάδα είναι το μόνο κράτος που δεν ενδιαφέρθηκε για τους νεκρούς του, αφήνοντάς τους... άταφους! Και σήμερα υπολογίζεται ότι υπάρχουν 14.000 άταφοι στρατιώτες, υπαξιωματικοί και αξιωματικοί του ελληνικού στρατού που πολέμησαν τότε για την δόξα της πατρίδος μας»!...

Η τόσο ενδιαφέρουσα αυτή συζήτηση που είχαμε με τη ζωντανή – επαναλαμβάνουμε – σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία (κι αυτό δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή, εάν κανείς σκεφτεί πόσο η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ επηρέασε στην εξέλιξη των νεώτερων πολιτικών πραγμάτων στον τόπο μας) επεκτάθηκε έπειτα σε θέματα ακόμα πιο επίκαιρα και «καυτά». Στον παραλληλισμό – εάν μπορούμε να το θέσουμε έτσι – των δραματικών γεγονότων που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου του 1967 με τις σημερινές δραματικές εξίσου συνθήκες στη χώρα μας... Άκρως σημαντικά τα όσα μας είπε μία προσωπικότητα που μπορεί να κάνει άμεσα τη σύγκριση ανάμεσα στις εν λόγω δυο περιόδους:

«Το 1967 επίορκοι αξιωματικοί κατέλυσαν τη δημοκρατία, χωρίς να έχουν κανένα απολύτως πρόγραμμα για την ανασυγκρότηση της Ελλάδος εκείνης της εποχής... Αυτό το έκαναν, παρουσιάζοντας ότι η Ελλάδα βρισκόταν δήθεν ενώπιον κομμουνιστικού κινδύνου! Ουσιαστικά, πιάσανε Έλληνες πατριώτες, τους οποίους εταπείνωσαν και εξευτέλισαν!... Για παράδειγμα, τον αντιστράτηγο Περίδη, έναν γενναίο αξιωματικό που στην Κατοχή, αντί να μοιράζει μπουλουγούρι στα λαϊκά συσσίτια που έκανε ο Παττακός, βγήκε στο αντάρτικο του Ζέρβα και πολέμησε τον κατακτητή! Αλλά και σαν τον Γιάννη τον Βάρσο, ιερολοχίτη που πολέμησε στην Μέση Ανατολή, διότι δεν συμφώνησε με την απομάκρυνση του Βασιλέως από την Ελλάδα»...

Και συνέχισε ο Άρις Μπουλούκος την τόσο σημαντική αυτή αφήγηση-τοποθέτησή του ως εξής: «Οι επίορκοι εκείνοι αξιωματικοί δεν μεταχειρίσθηκαν ειρηνικά μέσα, αλλά την βία! Είμαι δε ένας από αυτούς που πέρασαν από τα κολαστήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ και βασανίσθηκα απάνθρωπα, ακούγοντας μάλιστα τις σπαραχτικές κραυγές του αδελφού μου, του Διονύση Μπουλούκου, στο διπλανό κελί και αυτός άκουγε τις δικές μου... Εκεί μέσα σακάτεψαν τον πατριώτη αξιωματικό Σπύρο Μουστακλή, ο οποίος σε ηλικία 16-17 ετών είχε καταταγεί στο αντάρτικο του Ζέρβα και πολέμησε τον κατακτητή: τον βασάνισαν απάνθρωπα και τελικά μετά από μερικά χρόνια ο άνθρωπος πέθανε σακατεμένος»...

Σε ό,τι δε αφορά πιθανούς παραλληλισμούς με την εποχή της Ελλάδας των Μνημονίων – κάτι που αρκετοί πλέον φοβούνται, λέγοντας ότι βρισκόμαστε και πάλι ενώπιον καταστάσεων ανωμαλίας... – ο Άρις ο Μπουλούκος δεν μας έκρυψε καθόλου τις σκέψεις του. Είπε χαρακτηριστικά:

«Σήμερα περνάμε μια φοβερή οικονομική κρίση, γύρω από την οποία υπάρχουν πολλά ερωτηματικά. Πρώτα απ’ όλα πώς άραγε μπορέσαμε και δεχτήκαμε το Μνημόνιο, χωρίς να το συζητήσουμε και χωρίς να διαφωτίσουμε τον ελληνικό λαό και να του πούμε γιατί το δεχόμαστε και με ποιους όρους το δεχόμαστε; Και έχουμε τώρα κάθε μέρα, σαν τοποτηρητή στην Ελλάδα, την Τρόικα που τη μια μας λέει ότι χρειάζονται τόσα δις και την άλλη άλλα τόσα κτλ. Ακόμη, ενώ είμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), απειλούμεθα για το πότε θα μας βγάλουν από την ΕΕ κτλ., χωρίς να μας λένε κάτι σαφές, έτσι ώστε να προετοιμαστούμε εάν τελικά βγούμε από την Ευρώπη, σ’ αυτή την περίπτωση να αξιοποιήσουμε την δραχμή... Διαφορετικά, είμαστε ολόκληρος ο λαός σε μία κατάσταση αγωνίας και μελαγχολίας θα έλεγα, διότι κάθε μέρα αντιμετωπίζουμε αυτή την απειλή»!...

Ένα άλλο σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο που δημοσιεύουμε στο παρόν έργο μας, είναι μία σύντομη μελέτη του γνωστού καθηγητή πανεπιστημίου, έγκριτου ιστορικού και τουρκολόγου-διεθνολόγου Δημήτρη Κιτσίκη, υπό τον γενικό τίτλο «Ο ΑΣΠΙΔΑ, ένα φιλοαμερικανικό στρατιωτικό πραξικόπημα που δεν έγινε ποτέ». Γράφει ο καθηγητής Κιτσίκης στην ως άνω αναφερόμενη έρευνά του, που παραθέτουμε εδώ ολόκληρη, τα κάτωθι:

«(Η Μεταπολίτευση, από το 1974 μέχρι την σημερινή κατάρρευσή της εβασίσθη σε έναν μύθο: ότι ο Γεώργιος Παπαδόπουλος έκαμε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ως πράκτωρ των ΗΠΑ, ενώ ο Ανδρέας Παπανδρέου προσεπάθησε με σθένος να ανεξαρτητοποιήση την χώρα από τις ΗΠΑ και ότι υπήρξε πάντα αντιαμερικανός.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι και οι τρεις γενεές των Παπανδρέου, Γεώργιος ο πρεσβύτερος, Ανδρέας και Γεώργιος ο νεώτερος υπήρξαν ανέκαθεν προσηλωμένοι στον αγγλοσαξωνικό κόσμο και σταθερά αντικομμουνιστές. Εκ των τριών όμως, ο Ανδρέας είναι αυτός που προσεπάθησε και επέτυχε, από την εποχή της επιστροφής του από τις ΗΠΑ στην Ελλάδα το 1964, μέχρι τον θάνατό του το 1996, να πείση πως δεν ήτο ούτε αμερικανόφιλος, αλλά και ούτε αντικομμουνιστής και επέτυχε έτσι σε όλην την διάρκεια της θητείας του να παραλύση και να χρησιμοποιήση προς όφελος της αστικής πολιτικής την δράση των κομμουνιστών.

Πρόκειται για τον μεγαλύτερο εμπαιγμό του ελληνικού λαού που έγινε ποτέ από πολιτικό, του οποίου θλιβερή καρικατούρα είναι σήμερα ο Βαγγέλης Βενιζέλος και όχι ο ΓΑΠ ο οποίος πάντοτε εκράτησε μία έντιμη και ειλικρινή φιλοαμερικανική στάση χωρίς δημαγωγικό αντικομμουνισμό. Παρακάτω, ως ιστορικός, δίνω μερικά στοιχεία από τα πρότερα βιβλία μας για την απίθανη διπλοπροσωπία του Ανδρέα)

α) Το 1964, ο Ανδρέας έμπιστος των Αμερικανών

Εννέα ημέρες προ των εκλογών της 16ης Φεβρουαρίου 1964, στις 7 του μηνός, ο Σοφοκλής Βενιζέλος, υπαρχηγός του Γεωργίου Παπανδρέου στην ηγεσία της Ενώσεως Κέντρου ξαφνικά απεβίωσε. Η Μαργαρίτα Παπανδρέου, στο βιβλίο της “Nightmare in Athens” (σ. 81), αποκαλεί τον Σοφοκλή Βενιζέλο, πράκτορα της Αυλής (Palace’s Agent within the Party). Ήταν σκληρό πλήγμα για την βασίλισσα Φρειδερίκη. Οι βασιλικοί της στρατηγοί απευθύνθησαν στον πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Αθήνα, τον Ερρίκο Λαμπουίς (Henry Labouisse) για να του ζητήσουν την άδεια να κάνουν πραξικόπημα.

Ο υιός του Γεωργίου Παπανδρέου, ο Ανδρέας διηγείται στις αναμνήσεις του τα εξής: «Ο Λαμπουίς αμέσως μετά τον θάνατο αυτό, είχε αφήσει παραγγελία πως ήθελε να με ειδή... Μετά τον θάνατο του Βενιζέλου – μου λέγει – μερικοί Έλληνες ανώτατοι αξιωματικοί, εκ των οποίων μερικοί ήσαν αποστρατευμένοι και άλλοι εν ενεργεία, τον είχαν επισκεφθή. Του εζήτησαν να συγκατατεθή στην πραγματοποίηση στρατιωτικού πραξικοπήματος. Ο θάνατος του Βενιζέλου εσήμαινε γι’ αυτούς πως η μεταρρυθμιστική πολιτική του Γεωργίου Παπανδρέου δεν ηδύνατο να αποφευχθή και συνεπώς η μόνη λύση ήταν το στρατιωτικό πραξικόπημα. Ο Λαμπουίς μου έδειξε το τηλεγράφημα που είχε στείλει στην Ουασιγκτώνα. Μου έδειξε επίσης την αρνητική απάντηση. Η Ουάσιγκτων δεν εννοούσε να υποστηρίξη ένα τέτοιο πραξικόπημα. Αηδιασμένος αλλα ευχαριστημένος, υπεσχέθην να μεταφέρω την πληροφορία στον πατέρα μου» (Ανδρέας Παπανδρέου, “Democracy at Gunpoint. The Greek Front”, Garden City, N.Y., Doubleday, 1970, σ. 121).

Από τα παραπάνω βλέπουμε ότι την ίδια στιγμή που το σύνθημα του Ανδρέα ήταν «η Ελλάδα στους Έλληνες», εδέχετο με ευχαρίστηση την απόλυτη εμπιστοσύνη της αμερικανικής πρεσβείας, προς το πρόσωπό του στο σημείο μάλιστα να του εκμυστηρευθή ο αμερικανός πρέσβυς την ετοιμασία από μέρους της βασιλίσσης Φρειδερίκης στρατιωτικού πραξικοπήματος. Εκείνη την εποχή δε ο Ανδρέας επαρουσιάζετο σε τέτοιο σημείο απόλυτος επαναστάτης ώστε εδήλωνε πως ήτο ακροαριστερός και ακόμη πιο ακραίος κομμουνιστής από το ΚΚΕ! Έκαμε πύρινες δηλώσεις που εφόβισαν το Παλάτι το οποίο δεν εγνώριζε τις υπόγειές του διασυνδέσεις με τους Αμερικανούς. Αλλά και η ΕΔΑ επίστευε πως ομιλούσε πολύ και τον υποπτεύετο για προβοκάτορα.

β) Η περίεργη υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ

Την ίδια ακριβώς στιγμή που η αμερικανική κυβέρνηση επληροφόρει τον άνθρωπό της τον Ανδρέα για κίνδυνο στρατιωτικού πραξικοπήματος προς χάριν του βασιλέως από την ηγεσία του στρατού εξυφαίνετο ένα άλλο στρατιωτικό πραξικόπημα υπέρ του Ανδρέα που φυσικά ήταν αδύνατον να είχε περάσει απαρατήρητο από την Αμερικανική πρεσβεία. Η ερώτηση ήταν: επρόκειτο για συνωμοσία αξιωματικών που εθαύμαζαν τον Ανδρέα χωρίς αυτός να την είχε οργανώσει ή απλώς την εγνώριζε και την υπεστήριζε;

Ο ίδιος απήντησε σε τούτο το ερώτημα στο βιβλίο του “Democracy at Gunpoint”: «Ο ΑΣΠΙΔΑ περιείχε προφανώς ένα πυρήνα αληθείας (The ASPIDA case obviously had a grain of truth in it). Ένας μικρός αριθμός νέων αξιωματικών που είχαν αρνηθή να προωθήσουν την σταδιοδρομία τους εντασσόμενοι στον ΙΔΕΑ ήλπιζαν πως με την νίκη των δημοκρατικών δυνάμεων το 1964, οι ένοπλες δυνάμεις θα απηλλάσοντο από τον καταπιεστικό έλεγχο της δεξιάς παραστρατιωτικής οργανώσεως. Βαθύτατα απογοητευμένοι από τους συμβιβασμούς τους οποίους έκαμε η Κυβέρνησή μας και από την προφανή απροθυμία ή ανικανότητα να ελευθερώση τις Ένοπλες Δυνάμεις από την μάστιγα του ΙΔΕΑ, ωργάνωσαν μία επαγγελματική εταιρία (a professional society) που απέβλεπε κυρίως στην προστασία της σταδιοδρομίας τους.

Μερικοί από αυτούς είχαν εντυπωσιασθή από την εθνική στάση μας, είχαν εκτιμήσει τον ρόλο μου για την Κύπρο και είχαν ελπίσει πως ένα νέο ελληνικό σχήμα θα ηδύνατο να δημιουργηθή. Έτσι ομίλουν ευνοϊκά για μένα. Μέχρι εδώ πιστεύω πως αυτό ήταν η αλήθεια» (σ. 152).

Είναι ολοφάνερο ότι ο Ανδρέας επαρουσίαζε τον ΑΣΠΙΔΑ ως ιδική του παραστρατιωτική οργάνωση και όχι του πρωθυπουργού πατέρα του, η οποία αντετίθετο στην δεξιώτερη παραστρατιωτική οργάνωση του ΙΔΕΑ και που στόχο είχε να επιβληθή πραξικοπηματικά και όχι κοινοβουλευτικά. Για να χρησιμοποιήση την οργάνωση αυτή έπρεπε να το παίξη στην Κύπρο εθνικιστής, κάτι που έπραξε εξ αρχής. Δηλαδή ο Ανδρέας είχε επιλεχθή ως πνευματικός ηγέτης μίας στρατιωτικής συνωμοσίας με στόχο την επικράτησή του στην πρωθυπουργία, με προφανή υποστήριξη των Αμερικανών, και ήταν τελείως λανθασμένος ο ισχυρισμός του εκείνης της εποχής ότι ο ΑΣΠΙΔΑ ήταν ανύπαρκτος.

Άλλωστε, στο βιβλίο του προσθέτει και τα παρακάτω (σ. 148): «Έμεινα έκπληκτος επειδή δεν εγνώριζα τίποτα για τον ΑΣΠΙΔΑ. Αλλά υπήρχε ένα ενοχλητικό γεγονός. Είχα συναντήσει τον λοχαγό Μπουλούκο. Ο Μπουλούκος με επεσκέφθη τον Φεβρουάριο [1964] στο γραφείο μου της οδού Σουηδίας. Ήταν υπασπιστής του συνταγματάρχου Παπατέρπου, ο οποίος είχε τοποθετηθή από τον πρωθυπουργό [Γεώργιο Παπανδρέου] ως αναπληρωτής αρχηγός της ΚΥΠ... Ο Παπατέρπος δεν ήταν ευτυχής με τον Μπουλούκο... τον Φεβρουάριο [1964] απεφάσισε να τον μεταθέση στην Κύπρο. Ο Μπουλούκος μου εζήτησε μία συνάντηση και με επεσκέφθη ολίγον προ της αναχωρήσεώς του για την Κύπρο.

Μου εζήτησε μίαν χάρη. Είχεν μίαν ερωμένη στην Αθήνα και επιθυμούσε να ημπορή να την επισκέπτεται όσον το δυνατόν συχνότερα. Θα ημπορούσα άραγε να τον εφοδιάσω με ένα εισιτήριο ελευθέρας κυκλοφορίας; Ήταν κάπως ασυνήθης παράκληση. Υπεσχέσθην πως θα συζητούσα το θέμα με τον γενικό γραμματέα του γραφείου του πρωθυπουργού. Το έπραξα αλλά η παράκληση του Μπουλούκου απερρίφθη από τον ίδιο τον Παπατέρπο όταν το θέμα παρεπέμφθη σε αυτόν. Ξαναείδα τον Μπουλούκο ακόμη μία φορά. Με επεσκέφθη δύο μήνες αργότερα για να μου παραπονεθή για την αποτυχία μου να του δώσω το εισιτήριο της ελευθέρας κυκλοφορίας. Παρεμπιπτόντως μου έκαμε βραχεία έκθεση της καταστάσεως στην Κύπρο, ένα ζήτημα που πάντοτε προσείλκυε το ενδιαφέρον μου».

Τα παραπάνω είναι μία εκπληκτική ομολογία ότι ο Ανδρέας ενεπλέκετο στην συνωμοσία του ΑΣΠΙΔΑ και διαψεύδει τον εαυτό του λέγοντας ότι δεν εγνώριζε τίποτα για τον ΑΣΠΙΔΑ. Αποδεικνύεται δε, από τα γραφόμενά του ότι:

1) Είχε οικειότητα με έναν λοχαγό, τον Μπουλούκο, αρχηγό του ΑΣΠΙΔΑ, κατά ομολογία της Μαργαρίτας Παπανδρέου, στο σημείο να θελήση να του κάνη ρουσφέτι, δίδοντάς του το ελεύθερο να έρχεται στην Αθήνα από την Κύπρο όσο συχνά επιθυμούσε για να βλέπη την ερωμένη του. Η οικειότητα των δύο ανδρών είχε φθάσει μάλιστα στο σημείο που ένας λοχαγός να παραπονιέται σε έναν υπουργό επειδή δεν είχε καταφέρει ο τελευταίος να του κάμη το ρουσφέτι!

2) Αποδεικνύεται ότι ο Ανδρέας εχρησιμοποίει τον ελληνικό εθνικισμό στο θέμα της Κύπρου, συνεργαζόμενος με έναν επιφανή πράκτορα των Άγγλων και των Αμερικανών, τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ο οποίος ποτέ δεν ηθέλησε την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ευθυγραμμισμένος πλήρως με την επιθυμία των Αγγλοσαξώνων.

3) Ο ΑΣΠΙΔΑ ευρίσκετο στα χέρια αντικομμουνιστών όπως του ηγέτου τους του λοχαγού Μπουλούκου. Πράγματι ο Ανδρέας γράφει στην ίδια σελίδα 148 του βιβλίου του, τα εξής: «Ο Μπουλούκος, ένα μέλος στρατιωτικής οικογενείας, είχε ένα αντικομμουνιστικό παρελθόν. Φίλος του στρατηγού Γρίβα είχε συμμετέχει στην εξτρεμιστική οργάνωση Χ, η οποία κατεδίωξε τους κομμουνιστές στην διάρκεια της Κατοχής και στην διάρκεια της μάχης του Δεκεμβρίου 1944 για την Αθήνα».

γ) Η μαρτυρία της Μαργαρίτας Παπανδρέου για τον ΑΣΠΙΔΑ

Το 1970, στην Αμερική, την ίδια χρονιά που έβγαινε το βιβλίο του συζύγου της, η Μάργκαρετ Παπανδρέου, εκυκλοφόρει ιδικό της βιβλίο, με τίτλο “Nightmare in Athens”, δίδοντας πρόσθετες πληροφορίες για τις σχέσεις του Ανδρέα με τον ΑΣΠΙΔΑ. Σημειωτέον, ότι και οι δύο μαρτυρίες του ζεύγους Παπανδρέου ηυρίσκοντο στο τραγελαφικό πλαίσιο της εποχής εκείνης, από την μία να διαψεύδουν κάθε σχέση του Ανδρέα με το στράτευμα και από την άλλη να την ομολογούν ανοικτά!

Ο Ανδρέας, στην αρχή του βιβλίου του, στην σελίδα 8, είχε γράψει ότι ο ΑΣΠΙΔΑ ήταν μύθος και σκευωρία που σκοπό είχε να τον εμπλέξουν: “The myth of ASPIDA, for it was a myth, had been fabricated”, ενώ όπως είδαμε στην συνέχεια του βιβλίου του εδήλωνε το αντίθετο. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληγε και η Μάργκαρετ στο βιβλίο της ότι τελικά υπήρχε πράγματι στρατιωτική κίνηση προς επικράτηση της πολιτικής του συζύγου της.

Στην σελίδα 108 του βιβλίου της, η κυρία Παπανδρέου έγραφε τα εξής: «Τον Φεβρουάριο του 1965 μία πληροφοριακή ανακοίνωση του στρατηγού Γρίβα από την Κύπρο προς τα Ανάκτορα ξεκίνησε την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Τον Μάιο σε υπηρεσιακή έκθεση ο Γρίβας διεπίστωνε πως απεκάλυψε συνωμοσία στον Στρατό. Προσέθεσε πως υπήρχαν ενδείξεις ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου ήτο ανεμιγμένος. Υπήρχαν προφανώς δύο λόγοι για να γραφή αυτή η ανακοίνωση. Ο ένας ήταν ότι η επίσκεψη του Ανδρέα στην Κύπρο, κατόπιν προσκλήσεως του αρχιεπισκόπου Μακαρίου κατά τον Νοέμβριο του 1964, έγινε δεκτή με ενθουσιασμό, ιδίως μεταξύ των στελεχών του ελληνικού στρατού που εστάθμευε στην Κύπρο. Ο Γρίβας και ο Μακάριος ήσαν φανατικοί εχθροί. Ο Μακάριος έβλεπε τον ελληνικό στρατό στην Κύπρο με διπλό μάτι: ως προστασία έναντι των Τούρκων και ως δύναμη κατοχής. Το όνειρο του Μακαρίου ήταν μία ανεξάρτητη Κύπρος. Του Γρίβα ήταν η Ένωση με την Ελλάδα. Ο Ανδρέας τα επήγε σε όλο το διάστημα καλά με τον Μακάριο, και τιμήθηκε ως ένα πολύ σπουδαίο πρόσωπο (VIP). Αυτό δεν άρεσε στον Γρίβα καθώς και η διείσδυση που έκανε ο Ανδρέας στους νέους αξιωματικούς και οπλίτες.

Ο δεύτερος λόγος της ανακοινώσεως [του Γρίβα] ήταν πως υπήρχε κάποια υπολανθάνουσα οργάνωση αξιωματικών, οι περισσότεροι από τους οποίους ήσαν συμμαθητές στην Στρατιωτική Σχολή και που είχε δημιουργηθή με πρόσχημα ιδρύσεως εταιρείας αμοιβαίας ωφελείας (as a mutual benefit society) με τον σκοπό ο ένας να βοηθά τον άλλο στο να επιτυγχάνουν στρατιωτικές προαγωγές... Ένας από τα μέλη, ο [λοχαγός] Παπαγεωργόπουλος, εστάλη να ζητήση μία συνάντηση με τον Ανδρέα... Ο Παπαγεωργόπουλος ανέφερε τα της συναντήσεως με ενθουσιασμό στον Μπουλούκο, τον θεωρούμενο ως κεφαλή της ομάδος ΑΣΠΙΔΑ».

Από την αφήγηση της κυρίας Παπανδρέου επιβεβαιώνεται ότι ο Ανδρέας μαζί με τον Μακάριο, δεν ήτο ποτέ υπέρ της Ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα, κάτι που δείχνει ότι ο Ανδρέας δεν ήτο εθνικιστής. Εχρησιμοποίησε για καιρό το εθνικιστικό χαρτί για λόγους πολιτικής σκοπιμότητος και γνωρίζουμε ότι το περίφημο «βυθίσατε το Χόρα» του 1976 κατά των Τούρκων που του επέτρεψε το 1981 να γίνη πρωθυπουργός κατέληξε στην ελληνοτουρκική συμφωνία του Νταβός με τον Οζάλ, το 1988. Ο Ανδρέας θα ήτο σύμφωνος με τον υιό του ΓΑΠ στην υποστήριξη του σχεδίου Αννάν για μία ελληνοτουρκική Κύπρο. Η όλη παπανδρεϊκή τοποθέτηση επί του Κυπριακού, πατέρα Ανδρέα και υιού Γιώργου, αλλά και Μακαρίου, ήταν σύμφωνη με την αγγλοσαξωνική τοποθέτηση.

δ) Η αδυναμία του Γεωργίου Παπανδρέου για τον υιό του Ανδρέα προκάλεσε την κρίση των Ιουλιανών

Ο τότε υπουργός Εθνικής Αμύνης, Πέτρος Γαρουφαλιάς, ενθυμείται τα ακόλουθα, τα οποία και κατέγραψε στο βιβλίο του «Ο ΑΣΠΙΔΑ και η πολιτική κρίση του Ιουλίου 1965» (Αθήνα, 1977), σ. 15: «Τον Ιανουάριο του 1965 έφθασε στην Αθήνα από την Κύπρο ο στρατηγός Γρίβας. Με επεσκέφθηκε και μου ανέφερε πως από την άφιξη του Ανδρέα Παπανδρέου στην Κύπρο, ενώ ως τότε ο στρατός ήταν προσηλωμένος στο καθήκον του, άρχισε να σημειώνεται κλονισμός στην πειθαρχία του στρατεύματος και κάποια αναταραχή. Η πολιτικολογία είχε αρχίσει να διεισδύη στο σώμα των αξιωματικών. Υπέδειξα στον στρατηγό Γρίβα όπως λόγω της σοβαρότητος των διαπιστώσεών του, αλλά και ως εκ της ιδιότητος του Ανδρέα Παπανδρέου που ήταν γιος του πρωθυπουργού, θα έπρεπε να επισκεφθούμε τον πρωθυπουργό για να του αναφέρη και προσωπικά τις ανησυχίες του. Πράγματι, επισκεφθήκαμε τον πρωθυπουργό και ο Γρίβας επανέλαβε παρουσία μου, την 26.1.1965, τις διαπιστώσεις, τις οποίες μού είχε εκθέσει. Ο πρωθυπουργός περιορίσθηκε να απαντήση «πάλι ο καημένος ο Ανδρέας».

Η επωνυμία ΑΣΠΙΔΑ εσήμαινε «Αξιωματικοί, Σώσατε, Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατία, Αξιοκρατία». Συνεπώς δεν αποσκοπούσε, όπως ισχυρίζετο ο Μπουλούκος, στην καλυτέρευση της σταδιοδρομίας των αξιωματικών. Το «σώσατε» μέσα στην επωνυμία, υπονοούσε πραξικοπηματική οργάνωση. Ο όρκος του ΑΣΠΙΔΑ είχε 7 σημεία. Το δεύτερο σημείο έλεγε: «Ορκίζομαι... δια την εξασφάλισιν απάντων των αξιών που συνιστούν κράτος δικαίου από πάσαν κομμουνιστικήν δράσιν».

Διερωτάται κανείς σε τι διέφερε ο ΑΣΠΙΔΑ από την ΕΕΝΑ, την «Ένωση Ελλήνων Νέων Αξιωματικών» του Γεωργίου Παπαδοπούλου που τελικά στις 21 Απριλίου του 1967, εβραχυκύκλωσε τις άλλες πραξικοπηματικές ομάδες και κατέκτησε την εξουσία. Για τον λόγο αυτό, μετά την επιβολή της παπαδοπουλικής επαναστάσεως, ο Στυλιανός Παττακός επρότεινε στον Ανδρέα να συνεργασθή με την χούντα του και να αναλάβη τον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής της Επαναστάσεως, εφ’ όσον εγνώριζε καλά ότι οι χουντικοί τον υπεστήριζαν, αυτόν και το οικονομικό του πρόγραμμα.

Το ερώτημα είναι γιατί ο Ανδρέας ηρνήθη να συνεργασθή με την χούντα, εφ’ όσον ποτέ δεν είχε δηλώσει πως διεφώνει με την οικονομική της πολιτική. Επιπλέον, ο ιδεολογικός εμπνευστής της χούντας, ο καθηγητής Δημήτρης Τσάκωνας, είχε δηλώσει στις 21 Σεπτεμβρίου 1970, στην Βάρνα της Βουλγαρίας ότι «οι επαναστάτες αξιωματικοί ήταν η μόνη δύναμη που παράλληλα με τον Ανδρέα Παπανδρέου προσπαθούσε να ανατρέψη το κατεστημένο» (Δ. Κιτσίκης, «Ιστορία του ελληνοτουρκικού χώρου, 1928-1973», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1995, σ. 285).

Λίγο μετά την απελευθέρωσή του από το στρατιωτικό καθεστώς και την αναχώρησή του από την Ελλάδα, ο Ανδρέας Παπανδρέου έδωσε συνέντευξη στο Παρίσι που εδημοσιεύθη στην γαλλική εφημερίδα “Le Monde” της 25ης Ιανουαρίου 1968. Η ερώτηση του δημοσιογράφου Ερίκ Ρουλώ υπήρξε η ακόλουθη: «Λέγεται πως οι συνταγματάρχες κατά βάθος θαυμάζουν τις εθνικιστικές ιδέες σας και τις οικονομικές σας διδαχές. Φαίνεται μάλιστα να έχουν υιοθετήσει, σε μεγάλο βαθμό, το σχέδιο πενταετούς προγράμματος που είχατε ετοιμάσει. Λαϊκής προελεύσεως, δεν ανήκουν στην οικονομική αυτή ολιγαρχία που τόσο πολύ καταγγείλατε. Σας ελευθέρωσαν και σας επέτρεψαν να αναχωρήσετε από την Ελλάδα. Γιατί λοιπόν τους έχετε τέτοια αδυσώπητη έχθρα;» Ο Ανδρέας απήντησε: «Διότι άβυσσος μας χωρίζει. Είμαι δημοκράτης. Αυτοί είναι δικτάτορες. Ημιμαθείς θέλουν να επιβάλουν τον στρατό σαν ελίτ του έθνους... Οι περισσότεροι εξ αυτών είναι στενόμυαλοι και βιαίως ξενόφοβοι».

Η απάντηση αυτή επιβεβαίωνε ότι ο Ανδρέας υπήρξε ανέκαθεν η προτίμηση των Αμερικανών από τότε που ως αμερικανός υπήκοος τον είχαν στείλει στην Ελλάδα με αμερικανικά χρήματα του Ιδρύματος Φούλμπραϊτ. Αυτοί τον είχαν ενθαρρύνει να πάρη αριστερή ριζοσπαστική θέση και να αφήση γύρω του να σχηματισθή η στρατιωτική ριζοσπαστική αλλά αντικομμουνιστική στρατιωτική ομάδα ΑΣΠΙΔΑ, για να αποκλείση την βασιλική αγγλόφιλη συνωμοσία των στρατηγών που υπεστηρίζετο από την βασίλισσα Φρειδερίκη, ιδίως μετά την αποπομπή από το Παλάτι του Καραμανλή το 1963 και την προώθηση από το Λονδίνο των βασιλικών ανδρών, Σοφοκλή Βενιζέλου και Παναγιώτη Κανελλοπούλου που η αμάθεια των Ελλήνων τους είχε αναβιβάσει σε μεγάλους δημοκράτες! Αλλά και λόγω της εκλογικής ανόδου της ΕΔΑ μετά το 1958 και την αύξηση του «κομμουνιστικού κινδύνου», κάτι που θυμίζει τον σημερινό πανικό της Ευρωπαϊκής Ενώσεως από την εκλογική επιτυχία το 2012, της Χρυσής Αυγής.

Μία ενδεχομένη συνεργασία του Ανδρέα με την χούντα του Παπαδόπουλου που είχε αναλάβει την εξουσία χωρίς προτεραία συγκατάθεση των Αμερικανών και παρά τις διαβεβαιώσεις των τελευταίων ότι ήσαν φιλοαμερικανοί και αντικομμουνιστές, θα απέκλειε την δυνατότητα αμερικανικής διαδοχής στην περίπτωση, ως απεδείχθη τον Οκτώβριο του 1973, που το καθεστώς της 21ης Απριλίου δεν εξυπηρετούσε τα αμερικανικά και ισραηλινά συμφέροντα. Ο Ανδρέας λοιπόν έπρεπε να κρατηθή ως εφεδρεία για να χρησιμοποιηθή μετά την πτώση της χούντας, κάτι που τελικά οι ΗΠΑ επέτυχαν με την στημένη εξέγερση του Πολυτεχνείου της 17 Νοεμβρίου 1973, την πτώση του Παπαδόπουλου και την αντικατάστασή του από τον άμυαλο Ιωαννίδη.

Σήμερα, στην ελληνική πολιτική των Αμερικανών, την θέση του Ανδρέα έχει πάρει ο Σύριζα και σε περίπτωση αποτυχίας του Τσίπρα, ο ΓΑΠ. Αλλά και πάλι, στην σκιά των πολιτικών εξουσιών καραδοκούν χούντες του στρατού, ευρωπαϊκών, αμερικανικών και ρωσικών συμφερόντων και δεν γνωρίζουμε εάν και ποία εξ αυτών ενδεχομένως θα εκδηλωθή και θα επιχειρήση να αναλάβη την αρχή. Όσο για την Χρυσή Αυγή, ενώ η εντυπωσιακή εκλογική της άνοδος ήταν σύμφωνη με τις γενικευμένες τάσεις επικρατήσεως της ιδεολογίας του φασισμού σε όλην την Ευρώπη, αντίθετα με την σώφρονα τακτική της Marine Le Pen στην Γαλλία, οι ηγέτες της εφέρθησαν σαν ανήλικα παιδιά παίζοντας με σβάστικες και ξυρισμένα κεφάλια και όχι σαν υπεύθυνοι ηγέτες.

ε) Ο Ανδρέας στόχος του παλαιού πολιτικού κόσμου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου εγνώριζε το 1965, ότι η ανάμιξη του υιού του στην πολιτική είχε ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών και φθόνου που έπλητταν τον ίδιον τον Γέρο της Δημοκρατίας, δηλαδή την δράση του ως παλαιά καραβάνα του ελληνικού πολιτικαντισμού. Ένας από τους πλέον παλαιούς του φίλους, ο νουνός μου Πέτρος Γαρουφαλιάς, υπουργός Αμύνης, αλλά και άλλος παλαιός του φίλος, ο υπουργός Συντονισμού Στέφανος Στεφανόπουλος απεχθάνοντο τον Ανδρέα.

Τότε ο Γαρουφαλιάς εσκέφθη να εμπλέξη τον Ανδρέα για να τον εξουδετερώση. Στο βιβλίο του για τον ΑΣΠΙΔΑ ισχυρίζεται ότι ο Ανδρέας ήλθε να τον ειδή στις 28 Απριλίου 1965, ικετεύοντάς τον «με μάτια υγρά» να μεσολαβήση στον πατέρα του για να τον ξανακάμη υπουργό, ενώ ο Στ. Στεφανόπουλος ηρνείτο κατηγορηματικά να τον δεχθή στο υπουργείο του ως αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού. Τελικά τον εδέχθη κατόπιν πιέσεως του Γαρουφαλιά, ενώ ο τελευταίος εσχολίασε (σ. 20) για τον Γέρο «πως η ψυχική δύναμη επιβολής επί του γιου του και η δύναμη αντιστάσεως στις πράξεις του είχαν μειωθή και το χειρότερο, πως είχε συνείδηση της αδυναμίας του αυτής».

στ) Χρυσή Αυγή σήμερα, ΕΔΑ χθες

Ο Γαρουφαλιάς ήταν ο Δένδιας του 1965. Έπαιξε ως υπουργός Εθνικής Αμύνης τον ίδιο ρόλο προβοκάτορα κατά της ΕΔΑ που ο σημερινός υπουργός Δημοσίας Τάξεως παίζει κατά της Χρυσής Αυγής σήμερα. Ιδού τι γράφει στο προαναφερθέν βιβλίο του για την ΕΔΑ του 1965:

«Για πρώτη φορά εμφανίσθηκε πολιτικό κόμμα στην Ελλάδα να έχη δικές του εμπορικές επιχειρήσεις, θέατρα, κινηματογράφους, εκδοτικούς οίκους, βιβλιοπωλεία και να εκβιάζη επαγγελματίες με την απειλή μποϋκοταρίσματος των καταστημάτων τους για να προσχωρήσουν ή να γίνουν συνδρομητές της ΕΔΑ. Διέθεταν οι κομμουνιστές άφθονα χρηματικά μέσα, εξωτερικής και εσωτερικής προελεύσεως και έφθασαν να οργανώσουν και μαχητική κομμουνιστική δύναμη, δύναμη κρούσεως, εξοπλισμένη και έτοιμη να δράση σε δεδομένη στιγμή. Αλλά για την αποτελεσματική χρησιμοποίησή της θα έπρεπε να διαβρωθούν οι Ένοπλες Δυνάμεις» (σ. 23-24).

Γνωρίζουμε βέβαια, πως στις 21 Απριλίου 1967, η ΕΔΑ ευρέθη τελείως απροετοίμαστη για να αντιμετωπίση το παπαδοπουλικό πραξικόπημα αν και από τριετίας διεδίδετο ευρέως ότι ετοιμάζετο βασιλικό πραξικόπημα. Το ίδιο και ο Ανδρέας που η 21η Απριλίου τον έπιασε με τις πυτζάμες. Αυτό προήρχετο από το γεγονός ότι ναι μεν όλοι επερίμεναν κάποιο πραξικόπημα, το βασιλικό ή το ανδρεϊκό, αλλά ουδείς το παπαδοπουλικό.

Με τον ίδιο τρόπο που κατηγορούν σήμερα την Χρυσή Αυγή ότι έχει εκπαιδεύση τάγματα εφόδου, ο Γαρουφαλιάς το 1964 εκατηγόρει ψευδώς την ΕΔΑ ότι είχε κάμει το ίδιο. Γράφει λοιπόν: «Οι κινητοποιηθείσες Ένοπλες Δυνάμεις κρούσεως της ΕΔΑ υπερέβησαν τους 1000 άνδρες».

Παρά ταύτα σήμερα, ούτε η Χρυσή Αυγή, ούτε το ΚΚΕ εννοούν να βάλουν μυαλό και να δεχθούν την πρότασή μου κοινού εθνικομπολσεβικικού μετώπου κατά της κατοχικής κυβερνήσεως Σαμαρά και της προσπαθείας του να επιβάλη την θεωρία των δύο άκρων. Εάν αυτά τα δύο άκρα έχουν πράγματι πεισθή ότι η Ελλάς κινδυνεύει να εξαφανισθή από τον χάρτη, έρμαιη εξωτερικών επιχειρηματικών συμφερόντων, πρέπει να συμμαχήσουν για να καθαρίσουν την χώρα από την κόπρο του Αυγεία και μόνον μετά να αναμετρηθούν για την επικράτηση του ενός εκ των δύο. Χίτλερ και Στάλιν το είχαν καταλάβει όταν συνέπραξαν το 1939 με το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωβ. Δυστυχώς ο Χίτλερ εβιάσθη να καταστρατηγήση το σύμφωνο προτού ηττηθή η Δύση, με αποτέλεσμα να στραφή η ΕΣΣΔ προς τις δυτικές δυνάμεις και να ηττηθή η Γερμανία το 1945. Και μετά ήλθε η σειρά της ΕΣΣΔ να ηττηθή από την Δύση το 1991 και να αφεθή μόνος του ο παγκόσμιος καπιταλισμός να βασιλεύση επί της γης και να εξαθλιώση το 99% του πληθυσμού της.

ζ) Οι Γεώργιος και Ανδρέας Παπανδρέου υπεύθυνοι για την αποστασία του 1965

Το 1964, Άγγλοι και Αμερικανοί έσπρωχναν τον στρατό να πραξικοπηματήση αλλά διεφώνουν ως προς αυτούς που θα εκτελούσαν το πραξικόπημα. Οι Άγγλοι ετοίμαζαν γι’ αυτόν το σκοπό, την ηγεσία του στρατεύματος με σύμφωνη γνώμη του Σοφοκλή Βενιζέλου, Παναγιώτη Κανελλοπούλου, Πέτρου Γαρουφαλιά και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, τέσσερις άνδρες του φιλελευθέρου κεντρώου χώρου. Αντεπροσώπευαν την βασιλική αγγλική παράταξη που εξεφράζετο μέσω της εφημερίδος «Ελευθερία», εκδότης της οποίας ήταν ο δημοσιογράφος Πάνος Κόκκας σε στενή συνεργασία με τον γραμματέα των Ανακτόρων, τον Χοϊδά. Ο Μητσοτάκης εφημίζετο ότι ήλεγχε περίπου 80 βουλευτές. Σημειωτέον ότι και ο Γεώργιος Παπανδρέου εθεωρείτο βασιλικός και μέλος της αγγλικής και όχι της αμερικανικής παρατάξεως, αλλά είχε εγκλωβισθή στην αμερικανική παράταξη από τον υιό του.

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε δηλώσει τα παρακάτω (βλ. Μιχ. Παπακωνσταντίνου, «Η ταραγμένη εξαετία, 1961-1967»): «Η πολιτική κρίση του Ιουλίου 1965 ημπορούσε να αποφευχθή. Κατ’ αρχήν δεν υπήρχε διαφωνία, εάν ο Γ. Παπανδρέου δεν είχε κάνει το λάθος να παραχωρήση στον τότε Βασιλέα το δικαίωμα να έχη αποφασιστική γνώμη στα θέματα των Ενόπλων Δυνάμεων. Την παραχώρηση αυτή προς το Παλάτι είχε συμφωνήσει ανάμεσα στις εκλογές του 1963 και του 1964, ξαφνικά όμως εσκλήρυνε την στάση του και εζήτησε οπίσω όσα ο ίδιος είχε παραχωρήσει. Η αιφνιδία αυτή αλλαγή στάσεως που πιθανότατα εσχετίζετο με την πολιτική φθορά που ήδη είχε υποστή η κυβέρνηση της ΕΚ, προκάλεσε την έντονη αντίδραση των Ανακτόρων τα οποία, όπως ήταν φυσικό, επέμεναν, πάση θυσία, να διατηρήσουν τα κεκτημένα».

Οι Αμερικανοί ήθελαν τον Ανδρέα Παπανδρέου και τελικά κατέφθασαν οι απρόσκλητοι. Ο νουνός μου, ο Πέτρος Γαρουφαλιάς μου εδιηγήθη πως ήταν ενήμερος των κινήσεων του Παπαδόπουλου. Τον εθεώρη νασερικό και είχε συμβουλεύσει τον Βασιλέα να τον απομακρύνη από το στράτευμα. Ο Βασιλεύς όμως είχε αδρανήσει επειδή δεν τον επίστευσε. Όταν εξεδηλώθη η 21η Απριλίου ο Γαρουφαλιάς μου είπε ότι αυτή η κίνηση των παπαδοπουλικών αξιωματικών ήταν πολύ ανησυχητική επειδή τα μέλη της προήρχοντο από τις φτωχές συνοικίες των Αθηνών που ουδείς εγνώριζε προσωπικά ενώ τα πάμπολλα πραξικοπήματα στο παρελθόν, ιδίως στον Μεσοπόλεμο, εγένοντο από αξιωματικούς του Κολωνακίου και δεν έβαζαν σε κίνδυνο την αθηναϊκή «καλή κοινωνία».

Μία προσπάθεια πραξικοπήματος εκ μέρους των βασιλικών είχε ήδη εκδηλωθή στις 10 Οκτωβρίου 1964. Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου είχε τότε κινητοποιήσει τις δυνάμεις ασφαλείας και υποπτεύετο τον υπουργό του Εθνικής Αμύνης. Ο Γαρουφαλιάς γράφει σχετικά στην σελίδα 26: «Η ΚΥΠ όχι μόνον έφθασε μέχρι του σημείου να παρακολουθή τα προσωπικά μου τηλέφωνα και τις εν γένει κινήσεις μου, αλλά δεν εδίστασε να συντάσση και να εγχειρίζη στον πρωθυπουργό ψευδείς εκθέσεις για φανταστικές συναντήσεις μου για να διαταράξη τις μεταξύ μας σχέσεις. Δύο παρόμοιες εκθέσεις μου επέδειξε ο πρωθυπουργός για να διαπιστώση προφανώς την ακρίβειά τους».

Είτε τα σχεδιαζόμενα πραξικοπήματα ήσαν αγγλικής ή αμερικανικής εμπνεύσεως, η Ελλάς παρέμενε αμερικανικό προτεκτοράτο και συνεπώς υποχρεωτικά οι ΗΠΑ έπρεπε να ενημερώνονται. Έτσι ο βασιλικός Γαρουφαλιάς έγραφε πως «έχω συνεννοηθή ήδη με τον Μακ Ναμάρα [αμερικανό υπουργό Αμύνης] και έχω επιτύχει την αλλαγή της στρατηγικής του ΝΑΤΟ [οι συνήθεις κομπασμοί των δούλων ότι δύνανται να επηρεάζουν τα αφεντικά τους] ώστε να εξασφαλισθούν τα σύνορα της Ελλάδος και να αποκλεισθή η σύμπτυξη και εγκατάλειψη, έστω και μίας σπιθαμής ελληνικού εδάφους» (σ. 27).

η) Η ανταρσία του Γαρουφαλιά

Ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου απεφάσισε να αναλάβη ο ίδιος το υπουργείο Εθνικής Αμύνης και ενώπιον της αρνήσεως του Γαρουφαλιά να παραιτηθή, τον απέλυσε. Ταυτοχρόνως προσεπάθησε να δοθή αμνηστία στον Μπουλούκο και στους άλλους προφυλακισμένους για την συνωμοσία του ΑΣΠΙΔΑ, φθάνοντας στο σημείο να ζητηθή παρέμβαση των ΗΠΑ: «Η κυρία Μάργκαρετ Ανδρέα Παπανδρέου – γράφει ο Γαρουφαλιάς, στην σελίδα 64 – σε επιστολή της προς τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Τζόνσον, του εζήτησε να επέμβη και να πιέση τον Βασιλέα για να χορηγήση αμνηστία».

Τελικά η αμνηστία στον ΑΣΠΙΔΑ εχορηγήθη από την προσκείμενη σε αυτόν, επανάσταση της 21ης Απριλίου. Αλλά στην σύσκεψη του μικρού Υπουργικού Συμβουλίου που έλαβε χώρα την 1η Ιουλίου 1965, ο Γαρουφαλιάς υπήρξε προφητικός για τον επερχόμενο Εθνικό Διχασμό δηλώνοντας: «Είναι πιθανόν στην τελική φάση ο Βασιλεύς να εκθρονισθή. Είμαι όμως βέβαιος πως στην πρώτη φάση η Ένωση Κέντρου θα εξαφανισθή. Επαναλαμβάνω, θα εξαφανισθή». Και πράγματι ηκολούθησε η αποστασία.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Γέρος επεδίωκε την σύγκρουση με τον Βασιλέα, εφ’ όσον ο τελευταίος απεδέχετο την απόλυση του Γαρουφαλιά. Το μόνο που εζήτει ήταν να μην αναλάβη το υπουργείο Εθνικής Αμύνης ο ίδιος ο πρωθυπουργός αλλά να το αναθέση σε φίλο του, όσο θα διήρκη η εκδίκαση της υποθέσεως ΑΣΠΙΔΑ στην οποία ενεπλέκετο το όνομα του υιού του. Η επιμονή του πρωθυπουργού απεδείκνυε ότι ήταν γνώστης των ενεργειών του ΑΣΠΙΔΑ και του υιού του και επεδίωκε την σύγκρουση με τον Βασιλέα για να επιβάλη τον ΑΣΠΙΔΑ μέσα στο στράτευμα κατά τις επιθυμίες των ΗΠΑ. Σαφώς εκείνη την εποχή υπήρχε διαφοροποίηση μεταξύ της αγγλικής βασιλικής παρατάξεως Γαρουφαλιά-Μητσοτάκη που εξεφράζετο στο στράτευμα μέσω του στρατηγού Γεννηματά και της αμερικανικής παρατάξεως των Παπανδρέου που εξεφράζετο στο στράτευμα μέσω του ΑΣΠΙΔΑ. Διαφορετικά, η επιμονή του Γεωργίου Παπανδρέου δεν ηδύνατο να εξηγηθή.

«Το Βήμα», της 2ας Ιουλίου 1965, στην πρώτη του σελίδα με τον εντυπωσιακό τίτλο, «Ειλημμέναι αι αποφάσεις εξυγιάνσεως του Στρατού», έγραφε: «Ο κ. Πρωθυπουργός κατά την συνεργασία του μετά του Βασιλέως θα θέση υπό την έγκρισιν αυτού ειλημμένην ήδη υπό της Κυβερνήσεως απόφασιν, όπως απομακρύνη από την ηγεσίαν του ΓΕΣ τον αντιστράτηγον κ. Ι. Γεννηματάν, ο οποίος δι’ ωρισμένων ενεργειών του, έδωσεν αφορμήν να θεωρήται ότι δεν ασκεί, ως επιβάλλεται, την απαιτουμένην εποπτείαν δια να τηρήται ο στρατός μακράν της πολιτικής».

Στις 12 Ιουλίου 1965 σε συνεδρίαση της ολομελείας υπουργικού συμβουλίου ο πρωθυπουργός πρότεινε την διαγραφή του Γαρουφαλιά από την Ένωση Κέντρου η οποία και ενεκρίθη ομοφώνως από όλα τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου.

Θ) Η παραίτηση Γ. Παπανδρέου της 15ης Ιουλίου 1965 και η αποτυχία του βρεταννικού βασιλικού πραξικοπήματος

Ο Ανδρέας Παπανδρέου στο βιβλίο αναμνήσεών του, ανέφερε μία έκθεση της 1ης Ιουλίου 1968, ενός «μέλους δυσαρεστημένου της χούντας του Παπαδόπουλου που ζει σήμερα στο εξωτερικό» (“Democracy at Gunpoint”, σ. 221). Η έκθεση αυτή έλεγε πως «οι Βρεταννοί ήξεραν πολύ καλά πως ο βασιλεύς ετοίμαζε πραξικόπημα ιδικό του και πως προεβλέπετο για τις 13 Μαΐου [1967] τουρκικού μοντέλου και μερικές από τις κατευθύνουσες ιδέες είχαν δοθή από τους Βρεταννούς, οι οποίοι ήσαν στενά συνδεδεμένοι με το πραξικόπημα του Γκιουρσέλ [της 27 Μαΐου 1960]» (σ. 224). Πράγματι, η συνέχιση αγγλικών παρεμβάσεων στην ελληνική και τουρκική πολιτική ζωή και αυτό παρά την αμερικανική διαδοχή του 1947, προήρχετο από την διαιώνιση του προβλήματος της Κύπρου όπου το Λονδίνο διατηρεί πάντα δύο σημαντικές στρατιωτικές βάσεις.

Η προετοιμασία αυτού του πραξικοπήματος που απέτυχε και βραχυκυκλώθηκε από τους συνταγματάρχες, επεβεβαιώθη επισήμως από την ελληνική κυβέρνηση, στις 12 Οκτωβρίου 1971, κατά την διάρκεια συνεντεύξεως τύπου του αντιπροσώπου της, όπου ο πρωθυπουργός της παραμονής της 21ης Απριλίου 1967, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, εκατηγορήθη ονομαστικά. (Δ. Κιτσίκης, «Ιστορία του ελληνοτουρκικού χώρου, 1928-1973», Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Β΄ έκδοση, 1995, σ. 291).

ι) 2013 – Η Ιστορία και πάλι

Σήμερα στο σκηνικό του 1965-1967, προστίθεται η Ρωσία. Στην δεκαετία του 1960, η ΕΔΑ δεν ήτο σε θέση να δράση επαναστατικά με την βοήθεια της ΕΣΣΔ, παρά τις κραυγές κομμουνιστοφοβίας του Γαρουφαλιά και αργότερα της χούντας της 21ης Απριλίου για εξωτερική κατανάλωση. Οι δειλές προσπάθειες του έλληνος Νάσερ Παπαδόπουλου ακόμα και κανταφικών του μετέπειτα καθεστώτος Ιωαννίδη να ανοιχτούν προς Ανατολάς δεν είχαν αποδώσει.

Σήμερα όμως πολλά έχουν αλλάξει. Η Ρωσία του Πούτιν προβάλλει εν μέσω αμερικανικής παρακμής, ακόμη και ευρωπαϊκής παρακμής και η Αγγλία δυσκολεύεται να επιβάλη την επάνοδο του Βασιλέως που υπεστηρίχθη επιπολαίως από την Χρυσή Αυγή, στην οποία αντιτίθεται με σφοδρότητα η Γερμανία. Παραμένουν στην ελληνική σκακιέρα οι ΗΠΑ με τον ΓΑΠ και ο νέος αλλά άγνωστος ακόμη Καποδίστριας της σημερινής ανατολικής παρατάξεως. Οι υπόγειες διεργασίες είναι ακόμη εν εξελίξει και οι ιστορικοί περιμένουν να εμφανισθούν στην επιφάνεια για να κρίνουν».


69 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates