view-source:https://www.facebook.com/emystras
 
  • .

Το Σύμπαν

Φθινόπωρο 2014

Του Χρίστου Γούδη

Νυν το περίβλημα της Γης Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξία σελάγισμα Νυν νυν το μηδέν Και αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!


Πέραν αυτής της ποιητικής προσέγγισης του Οδυσσέα Ελύτη από το «Άξιον εστί», που αποδίδει με ενάργεια, λιτότητα και αστρονομική πολυσημία την βαθύτερη σχέση του εφήμερου με την αιωνιότητα, αλλά και την μεγαλοσύνη των μικρών σε σχέση με την ασημαντότητα της ύπαρξης, χρονικά και χωρικά, πάντα θα μένουν χαραγμένα στη μνήμη μου τα καταληκτικά λόγια ενός μεγάλου της ρωσικής λογοτεχνίας στο έργο του «Η Λευκή Φρουρά», μέσα από το οποίο, καθώς το διάβαζα όταν ήμουν ακόμα στην εφηβία, βίωσα τις επιπτώσεις μιας δραματικής κοινωνικής αναταραχής στη ζωή των καθημερινών ανθρώπων:

«Όλα θα περάσουν. Τα βάσανα, οι πόνοι, το αίμα, η πείνα, οι αρρώστειες. Το σπαθί θα εξαφανισθεί, όμως τα άστρα θα μείνουν, ακόμα κι όταν τα χνάρια απ΄ τα κορμιά και τις πράξεις μας θάχουνε σβήσει από τη γη. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη το ξέρει. Τότε λοιπόν γιατί δε θέλουμε να στρέψουμε το βλέμμα μας επάνω τους; Γιατί ;»

Τα άστρα σαν καταφυγή και απόδραση από μια ζοφερή γήϊνη πραγματικότητα ήταν η εικόνα που πρόβαλε εκείνη τη στιγμή μπροστά μου. Τα άστρα σαν βασίλειο μιας αιώνιας παρουσίας. Σαν πλαίσιο σταθερότητας μπροστά σε μια συνεχή ροή ανατροπής ενός κοινωνικού καταστημένου. Είναι η εικόνα αυτή αληθινή; Για την ανθρώπινη χρονική κλίμακα ναι, για την αστρική, όχι.

Η αστρονομία είναι ίσως ο μοναδικός κλάδος της επιστήμης που διατηρεί την επικαιρότητά του από την εμφάνιση του ανθρώπινου πολιτισμού μέχρι σήμερα. Δεν θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι το ενδιαφέρον του ανθρώπου για τα άστρα είναι ταυτισμένο με την ίδια του την υπόσταση ως διαφοροποιημένου νοήμονος όντος που «θεωρεί τα άνω».

Αυτή η ιδιόμορφη τάση του (που κατά πολλούς περικλείεται και στην ετυμολογία της λέξεως άνθρωπος) είναι ίσως η πιο καθοριστική ιδιότητα της όλης εξελικτικής του πορείας. Είναι η ιδιότητα που τον κάνει να βλέπει τον εαυτό του από μία ευρύτερη σκοπιά, σε σχέση με ένα σημείο αναφοράς που συνέχεια αλλάζει και απομακρύνεται μέσα στον Χώρο και στον Χρόνο.

Η συνεχής επανεκτίμηση της θέσεως του ανθρώπου μέσα στον ευρύτερο Κοσμικό Χώρο, που έρχεται σαν αποτέλεσμα των αστρονομικών μελετών, έχει καθοριστικό χαρακτήρα στη διαμόρφωση της γενικότερης φιλοσοφίας του, επιτρέποντάς τον να ξεφύγει από τα δεσμά και τις παγίδες της καθημερινότητας, από τον περιορισμένο ορίζοντα της ενασχόλησής του με τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας ή των πανταχού παρόντων τηλεοπτικών παραθύρων. Χάρη στα επιτεύγματα της αστρονομίας αποκτά κανείς την εποπτεία των πραγμάτων μέσα από τη θέα του αητού και όχι του βατράχου. Αυτή την πανοραμική θέα θα προσπαθήσω να σας κοινωνήσω σταδιακά, προσεγγίζοντάς την ιστορικά, και οριοθετώντας την μέσα από τα υπαρξιακά ερωτήματα που ανακύπτουν από το σοκ της επαφής μας μαζί της.

Ο άνθρωπος της εποχής του Πτολεμαϊκού Σύμπαντος, του μικρού γεωκεντρικού κόσμου, είναι ο άνθρωπος-κατακτητής, ο άνθρωπος ο γεμάτος εμπιστοσύνη στο μεγαλείο του εαυτού του, ο εγωκεντρικός κυρίαρχος της Γης. Ο άνθρωπος της εποχής του Κοπέρνικου αρχίζει να κλονίζεται. Η Γη δεν είναι πια το κέντρο του Σύμπαντος, αλλά ένα σώμα που κινείται γύρω από κάτι πιο σημαντικό (πιο ζωντανό ίσως), τον Ήλιο. Το κίνημα της εκθρόνισης της Γης από το κέντρο του Σύμπαντος χρειάσθηκε τον ιστορικό του χρόνο για να εκδηλωθεί και να επικρατήσει. Γιατί η ευρύτερη αποδοχή επαναστατικών αντιλήψεων που αλλάζουν τον κατεστημένο τρόπο πρόσληψης των πραγμάτων, είναι αποτέλεσμα μίας συλλογικής ανθρώπινης ωριμότητας, που για να επιτευχθεί χρειάζεται ένα μακρό χρονικό διάστημα. Διαφορετικά δεν θα μπορούσε κάποιος να εξηγήσει, πώς η πρωτοπόρος σύλληψη του Αρίσταρχου που έζησε τετρακόσια περίπου χρόνια πριν από τον Πτολεμαίο («τά μέν απλανέα τών άστρων καί τόν ήλιον μένειν ακίνητον, τήν δέ γήν περιφέρεσθαι περί τόν ήλιον κατά κύκλου περιφέρειαν»), κυριολεκτικά αγνοήθηκαν από τους ανθρώπους της εποχής του, για να γίνει αποδεκτή μετά από χίλια οκτακόσια χρόνια, με την επανεισαγωγή της από τον Κοπέρνικο, που σημειωτέον ήταν γνώστης και θαυμαστής της θεωρίας του Αριστάρχου.

Το έργο του Κοπέρνικου το δημοσιευμένο πρακτικά τη στιγμή του θανάτου του το 1543 φέρει τον λατινικό τίτλο De Revolutionibus Orbium Coelestium: «Περί της Περιφοράς των Ουρανίων Σφαιρών» δηλαδή των πλανητών. Η υπαρξιακή ανατροπή που προκάλεσε στο χώρο του πνεύματος ήταν τόσο συγκλονιστική ώστε η λέξη Revolutio από την αρχική ψυχρή αστρονομική της έννοια τη σημαίνουσα «περιφορά», απέκτησε τον ηφαιστειακό δυναμισμό της, που συνοδεύει την καθιερωμένη πλέον φορτισμένη έννοια της στις λατινογενείς και αγγλοσαξωνικές γλώσσες, την έννοια της «Επανάστασης». Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας επιστημονικής αρχικά λέξεως που ξεπερνά το πρωτογενές της νόημα και, λόγω της ανατρεπτικότητας που προκαλεί στο χώρο των ιδεών της επιστήμης, επεκτείνεται νοηματικά για να καλύψει σεισμικά και ηφαιστειακά κοινωνικά φαινόμενα μείζονος ιστορικής σημασίας.

Ο άνθρωπος της σύγχρονης εποχής έχει πλέον κυριολεκτικά συρρικνωθεί στις ασήμαντες κοσμικές διαστάσεις του. Ακόμη και ο Ήλιος δεν είναι πια παρά ένα κοινό αστέρι μέσα στον ασύλληπτο αριθμό των αστεριών του Γαλαξία, ένα αστέρι μέσα στα πολλά δισεκατομμύρια. Και ο Γαλαξίας δεν είναι, παρά ένας κοσμικός κόκκος μέσα σε πολλά δισεκατομμύρια γαλαξίες του γνωστού σε μας Σύμπαντος. Μέσα σ’ αυτό τον αχανή σε έκταση χώρο, η σύλληψη της έννοιας άνθρωπος αρχίζει να γίνεται δύσκολη. Ο εκθρονισμένος, απομυθοποιημένος σημερινός άνθρωπος, κοιτά τον εαυτό του σε σχέση με τα σημερινά κοσμικά δεδομένα και διερωτάται για την έννοια της υπόστασής του. Ο Κόσμος ολόγυρά του έχει δραματικά αλλάξει, από τον πρώτο κοσμικό συνοικισμό του Πτολεμαίου και το μικρό στατικό, επαρχιακό Σύμπαν του Κοπέρνικου, στο απρόσωπο αχανές Σύμπαν του σήμερα. Το καλοφτιαγμένο, μονότονο μηχανικό ρολόϊ παραχώρησε τη θέση του σε έναν νευρικό κοσμικό οργανισμό που γεννιέται, εξελίσσεται και πεθαίνει.

Η γνώση της φύσης και ιδιαίτερα η συνειδητοποίηση της συγκρότησής της σε μείζονα κλίμακα, δρα καταλυτικά στον τρόπο θέασης όλων των προβλημάτων μας. Η υπέρβαση μιας εγωκεντρικής πραγματικότητας, από το γεωκεντρικό στατικό Σύμπαν των άστρων που πλάσθηκαν σαν στολίδια για να κοσμούν τον άνθρωπο, στο ηλιοκεντρικό μηχανικό Σύμπαν – με την Γη ως μείζονα περιφερόμενη επαρχία γύρω από τον Ήλιο – και στη συνέχεια στο σύγχρονο οργανικό εξελισσόμενο Σύμπαν των πολλών δισεκατομμυρίων γαλαξιών με τον κάθε γαλαξία να περιέχει πολλά δισεκατομμύρια ήλιους, και ποιός ξέρει πόσους πλανήτες, και ποιός ξέρει πόσες μορφές ζωής, διαμορφώνει την εικόνα μιας Γης μεγέθους κόκκου κοσμικής σκόνης, και ενός ανθρώπου αδύναμου μπροστά σ΄ αυτήν την αποκαλυπτική εικόνα και συνάμα δυνατού στην ικανότητα κατανόησης και σε κάποιο βαθμό χειραγώγησής της.

Η ιστορική αυτή διαστολή που υφίσταται το Σύμπαν ως αντανάκλαση της διαστολής της γνώσης και της συνειδητότητας της μείζονος, και παράλληλα διαστελλόμενης αριθμητικά, ανθρωπότητας μέσα στην ιστορική της πορεία στο χρόνο, στηρίζεται σε απτά παρατηρησιακά δεδομένα. Και είναι τα δεδομένα αυτά που συνεχώς αλλάζουν την έκταση και το περιεχόμενο τού κατά καιρούς θεωρούμενου Σύμπαντος, για να αντιληφθούμε, στις αρχές του 20ου αιώνα, ότι ο Ήλιος δεν ήταν παρά ένα ασήμαντο άστρο μέσα στα τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια άστρα που αποτελούν τον ουράνιο δίσκο που ακούει στο όνομα ο «Γαλαξίας» μας.

Και ακόμα χειρότερο για τον γήϊνο εγωϊσμό μας, μεσούντος του 20ου αιώνα, να συνειδητοποιήσουμε ότι και αυτός ο τεράστιος Γαλαξίας μας δεν είναι παρά ένας από τα 100 ή και περισσότερα δισεκατομμύρια γαλαξιών που απαρτίζουν το γνωστό Σύμπαν. Τα οποία μάλιστα, δομημένα σε σμήνη και υπερσμήνη γαλαξιών, μετέχουν σε μία συνεχή φυσική αυτήν την φορά, και όχι ιστορική, διαστολή, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάποτε όλο αυτό το κοσμικό βεγγαλικό ξεκίνησε από μία μεγάλη έκρηξη.

Έτσι, παίζοντας play back την ταινία της δημιουργίας του Σύμπαντος, με τον ίδιο τρόπο που ξαναστήνουμε όρθιους τους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης γυρίζοντας ανάστροφα την ταινία της πτώσεώς τους, προσπαθούμε να αναχθούμε στο σημείο μηδέν του Σύμπαντος, όπου τα πάντα ήταν εγκλωβισμένα, πριν από 14 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια, σ΄ αυτό το μυστηριακό μαθηματικό σημείο, και μάλιστα αρμονικά συναγμένα με μεγάλη τάξη, γιατί από τη στιγμή που ξεχύθηκαν συνοδεύονται από αύξουσα αταξία, αυτό που στην φυσική ονομάζουμε εντροπία, παρά τις «παρασιτικές» πολύπλοκες δομές, όπως η ζωή, που εμφανίζονται προσωρινά, απορροφώντας και αξιοποιώντας πληροφορία, ενέργεια, και ύλη από τον περιβάλλοντα χώρο.

Αυτό το λιλιπούτειο ορφικό αυγό της σύγχρονης κοσμολογίας δεν γεννά μόνο την ύλη και την ακτινοβολία αλλά και τον χώρο και τον χρόνο. Όλα αυτά είναι μέσα του. Όλη αυτή η μάζα κι η ενέργεια, που είναι σήμερα ξεχυμένη εδώ κι εκεί, βρίσκονταν κάποτε συμπιεσμένη σ΄ αυτό το κοσμικό αυγό. Ο μακρόκοσμος που παρατηρούμε σήμερα ξεκίνησε κάποτε από έναν μικρόκοσμο. Έναν δηλαδή διαφορετικό κόσμο που έπρεπε να διαρραγεί, σαν το ορφικό αυγό, για να βγεί από μέσα του ο «θαυμάσιος καινούργιος κόσμος» στον οποίο ζούμε και τον οποίο βιώνουμε.

Φυσικά το Σύμπαν δεν παύει να είναι μια λέξη-κουβέρτα που κουκουλώνει την άγνοιά μας. Η γνώση μας γι΄ αυτό αυξάνει καθημερινά με την βελτίωση των τεχνολογικών αισθητήρων μας, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά προέκταση των αισθήσεών μας και των δυνατοτήτων τού εγκεφάλου μας. Η γνώση μας, μέρα με τη μέρα, αυξάνεται δραματικά σαν μπαλόνι που διαστέλλεται. Όμως η επιφάνειά του, που αντιπροσωπεύει τη γνωστή μας άγνοια, πάντα υπερκαλύπτει τις γνώσεις μας, πάντα γεννά περισσότερα ερωτηματικά από αυτά που επιλύει η αύξηση της γνώσης μας. Και πάντα παραμένει ανοικτό το ερώτημα εάν είναι ποτέ δυνατόν ο άνθρωπος, δημιούργημα της συμπαντικής αστερόσκονης, βλαστάρι και έκφανση του σύμπαντος, να αντιληφθεί πράγματι τον δημιουργό του.

Οι Ορφικοί, πολύ πριν από την σημερινή εποχή, πίστευαν ότι ο άνθρωπος ήταν ουράνιας καταγωγής, φτιαγμένος από «αστερόσκονη». Αυτό υποδήλωνε η ρήση τους: «γης παις ειμί και ουρανού αστερόεντος, αυτάρ εμοί γένος ουράνιον». Ήταν μια μεγαλειώδης σύλληψη, δεν είχαν όμως ευρήματα και αποδείξεις για να στηρίξουν τη θέση τους. Η ανθρωπότητα έπρεπε να περιμένει την σημερινή εποχή για την απαιτούμενη τεκμηρίωσή της. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αστέρια του Γαλαξία μας είναι πελώριες μάζες υδρογόνου που αυτοκαταναλώνονται, μετασχηματίζοντας στον πυρήνα τους το υδρογόνο σε ήλιο και στη συνέχεια το ήλιο σε βαρύτερα στοιχεία. Πολλά από τα αστέρια πεθαίνουν βίαια, σκορπώντας με μια δυνατή έκρηξη ένα μέρος από την αέρια μάζα τους και αφήνοντας πίσω τους εξωτικά αστρικά πτώματα: λευκούς νάνους, αστέρια από νετρόνια ή μελανές οπές, γνωστές στο ευρύ κοινό ως μαύρες τρύπες. Από τα αέρια της εκρήξεως που είναι εμπλουτισμένα με βαρύτερα στοιχεία, τα οποία αναμειγνύονται με την περιρρέουσα μεσοαστρική ύλη, γεννιούνται καινούργια πολυπλοκότερα αστέρια. Και γύρω τους καινούργιοι πλανήτες. Και πάνω σε αυτούς: Ζωή και Νόηση.

Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες προσφορές της σύγχρονης αστροφυσικής στην υπαρξιακή αναζήτηση του ανθρώπου για την προέλευσή του. Είναι η ανακάλυψη ότι τα στοιχεία της φύσεως συντίθενται μέσα στ΄ αστέρια από τα οποία στη συνέχεια εκτινάσσονται δυναμικά, κυρίως κατά την έκρηξη των μαζικότερων άστρων όταν αυτά, στην πορεία τους προς τον θάνατό τους, εξελίσσονται σε υπερκαινοφανείς, με αποτέλεσμα να εμπλουτίζουν τα νέφη υδρογόνου του Γαλαξία μας με βαρύτερα στοιχεία. Μέσα σ΄ αυτά τα εμπλουτισμένα μοριακά νέφη γεννιούνται καινούργια αστέρια και από αυτά πλανήτες, επάνω στους οποίους αναπτύσσεται ή εμφυτεύεται η ζωή. Σε κάθε περίπτωση η ζωή, είτε δημιουργείται και εξελίσσεται σταδιακά επάνω σε πλανήτες (όπως ακόμα πιστεύουμε ότι συνέβη με τη Γη), είτε πρωτογεννιέται μέσα στα σκοτεινά μοριακά νέφη και διασπείρεται στους πλανήτες, κρυμμένη σε κοσμικά οχήματα όπως οι μετεωρίτες και οι κομήτες (σύμφωνα με εναλλακτικές ανορθόδοξες θεωρήσεις του προβλήματος της γενέσεώς της που όμως κερδίζουν σήμερα έδαφος στην αστρονομική κοινότητα), είναι πάντα δημιούργημα της αστερόσκονης.

Ίσως, στο σημείο αυτό, αξίζει να ρίξουμε μια διεισδυτικότερη ματιά στις έμβιες εκφάνσεις του πλανήτη μας, όπως σκιαγραφούνται από το λεγόμενο «δέντρο της ζωής», κορυφαίος καρπός του οποίου είναι ο άνθρωπος., ο οποίος, στην αρχή του 21ου αιώνα, βρίσκεται στο μεταίχμιο της μεταμόρφωσής του σε μετάνθρωπο. Η κάμπια που σέρνονταν για εκατομμύρια χρόνια στο έδαφος και κολυμπούσε στο υγρό αταβιστικό παρελθόν της, έγινε χρυσαλλίδα, έβγαλε φτερά, κι άρχισε να πετά δειλά-δειλά έξω από τη γήϊνη φωλιά της. Κι άρχισε να βλέπει τον πλανήτη Γη από ψηλά και ν΄ ατενίζει όλο και πιο ψηλά ρίχνοντας διεισδυτικότερες ματιές στο σύμπαν.

Κοιτώντας πίσω του βλέπει τα θραύσματα από τα κελύφη που τον περιόριζαν πνευματικά σ΄ ένα γεωκεντρικό σύμπαν, σ΄ ένα ηλιοκεντρικό σύμπαν, σ΄ ένα γαλαξιακό σύμπαν, και νοιώθει, παράλληλα με το μεγαλείο της υπέρβασης, την αμηχανία της μικρότητάς του. Για να συνειδητοποιήσει ότι μικρό δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη ασήμαντο, άσκοπο, και ανάξιο, και να προβληματισθεί για την υπόστασή του. Και να αντιληφθεί ότι συνυπάρχει, όχι μόνο με τους επιφανειακά γνωστούς και κατακτημένους κόσμους των φυτών και των ζώων, αλλά και με μικρούς αόρατους κόσμους άγνωστης προέλευσης και αποστολής.

Ο κόσμος των μικροοργανισμών, των βακτηρίων, και των ιών, είναι ένας από τους «θαυμαστούς καινούργιους κόσμους» που ενδέχεται να προκαλέσει την μεγάλη ανατροπή στις αντιλήψεις μας για τη ζωή στη Γη και στο Σύμπαν. Μοριακά νέφη στο Γαλαξία μας, αστεροειδείς, μετεωρίτες και κομήτες δεν αποκλείεται να κρύβουν μέσα τους ολόκληρους τέτοιους κόσμους σε συνεχή διαστημική διακίνηση. Συγκεκριμένες απορροφητικές υφές στο φάσμα της σκόνης των τεράστιων μοριακών νεφών (που μέσα τους έχουν ήδη ανιχνευθεί πολύπλοκα οργανικά μόρια) και της σκόνης των μετεωριτών, συμπίπτουν με αντίστοιχες φασματικές υφές που προέρχονται από καλλιέργειες μικροβίων, ενώ η περιοδικότητα επιδημιών που οφείλονται σε παρόμοιους μικροοργανισμούς συμπίπτει με την χρονική περίοδο της εισόδου της Γης σε περιοχές του πλανητικού μας περιβάλλοντος που είναι γεμάτες από υπολείμματα κομητών. Πέραν αυτών, οι ιδιότητες των βακτηρίων όσον αφορά την αντοχή τους σε ακραίες καταστάσεις πίεσης και θερμοκρασίας αλλά και σε υψηλές δόσεις ακτινοβολίας, καταστάσεις που ποτέ δεν χαρακτήριζαν τον πλανήτη μας για να αποδοθούν στην ικανότητα προσαρμογής τους, είναι αινιγματικά εξωγήϊνες.

Ο ρόλος των βακτηρίων στην προέλευση της ζωής στη Γη και στην εξέλιξη των μορφών της, όταν διερευνηθεί, δεν αποκλείεται να ανατρέψει οριστικά την «επαρχιακή» θεωρία της εξελίξης, η οποία, πέραν του ενστικτώδους γεωκεντρισμού της, δέχεται σοβαρά πλήγματα από την οριστικοποίηση των παλαιοντολογικών ευρημάτων ότι οι πολύπλοκες μορφές ζωής στον πλανήτη ενέσκυψαν αιφνιδιαστικά (από που άραγε;) πριν από περίπου 600 εκατομμύρια χρόνια. Ήταν κάτι σαν ένα είδος απρόσμενης ανθοφορίας από ένα δέντρο του οποίου ο κορμός και τα κλαδιά δεν μας είναι ορατά. Η δε θρυλούμενη εξέλιξη των ειδών προχωρεί με εκρηκτικά άλματα, ανά 100 περίπου εκατομμύρια χρόνια, ανάμεσα σε κοσμικά ατυχήματα καταστροφών της Γης από συγκρούσεις με αστεροειδείς, που εξαφανίζουν μαζικά και οριστικά ολόκληρα είδη ζωής (για παράδειγμα εξαφάνιση των δεινοσαύρων και πολλών άλλων ειδών πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια). Κι όλα αυτά εν μέσω έμβιων όντων με «εξωγήϊνες» αντοχές σε υψηλές δόσεις ακτινοβολίας – χαρακτηριστικό του χώρου του Διαστήματος – που εμφανίσθηκαν το καθένα τους αιφνιδιαστικά και ουδεμία εξέλιξη υπέστησαν έκτοτε, για εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια (κατσαρίδες, γαρίδες, σκορπιοί).

Η όλη εικόνα είναι συμβατή με το σενάριο της πιθανής περιοδικής εισόδου του ηλιακού μας συστήματος σε πυκνά μοριακά νέφη, κατά την πορεία του γύρω από το κέντρο του Γαλαξία μας, μια πορεία που χρειάζεται περίπου 250 εκατομμύρια χρόνια για μια πλήρη περιφορά. Η «σύγκρουση» του ηλιακού μας συστήματος με ένα τέτοιο μοριακό νέφος έχει σαν αποτέλεσμα τον εκσφενδονισμό πολλών κομητών από το «νέφος κομητών» που περιβάλλει το ηλιακό μας σύστημα, προς όλες τις κατευθύνσεις. Κάποιοι από αυτούς που πλησιάζουν ή συγκρούονται με τη Γη, ίσως να την ψεκάζουν κυριολεκτικά με νέο γενετικό υλικό, δημιουργώντας «γενετικές καταιγίδες» (βροχές βακτηρίων και ιών;) που επηρεάζουν, κατευθύνουν ή καθορίζουν την εμφάνιση νέων μορφών ζωής στον πλανήτη μέσα από γενετικές παρεμβάσεις.

Η πρόσφατη διαπίστωση των βιολόγων ότι η οριζόντιος μεταφορά γενετικού υλικού από είδος σε είδος, μέσω των ιών κυρίως, αποτελεί (και αποτέλεσε στο παρελθόν) έναν κορυφαίο μηχανισμό δημιουργίας νέων ειδών, μέσα από γενετικές «ενδοσυμβιώσεις», συγκολλήσεις, ενσωματώσεις, και υβριδικές μεταμορφώσεις (για παράδειγμα στο γονιδίωμα της αγελάδας έχει ανιχνευθεί ένα κομμάτι DNA φιδιού που φαίνεται ότι «πέρασε» οριζόντια μέσα του πριν από 50 εκατομμύρια χρόνια) έχει πρακτικά ακυρώσει την δαρβινική σύλληψη του «δέντρου της ζωής» και οδηγεί σε αναζήτηση μιας άλλης τοπολογίας, δικτυακής, κατά πάσα πιθανότητα, μορφής.

Οι απόψεις αυτές, ως ιδέες, δεν ήταν ξένες στην επιστήμη του 20ού αιώνα, δεδομένου ότι προβλήθηκαν συστηματικά από ολιγάριθμους μεν, αλλά σημαντικούς επιστήμονες του καιρού τους (από την αρχή έως και το τέλος του αιώνα), χωρίς όμως να κατορθώσουν να διατρήσουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που από τη φύση του είναι συντηρητικό και απαιτεί (ορθώς) σκληρές αποδείξεις για την συμπερίληψή τους στο τρέχον ερμηνευτικό σχήμα της πραγματικότητας, όπως την αντιλαμβανόμαστε μέσα από τα μάτια της κατεστημένης επιστήμης. Η αυξανόμενη αξιοπιστία τους των τελευταίων ετών οφείλεται ακριβώς στις επιστημονικές ενδείξεις (αν όχι αποδείξεις) που παρέχονται μέσα από αστροφυσικές κυρίως έρευνες, συνεπικουρούμενες από την αναγκαστική πλέον αναθεωρητική έρευνα των γεωλογικών και βιολογικών ευρημάτων και δεδομένων.

Ο χώρος της Αστρονομίας υπήρξε ιστορικά ο κατ΄ εξοχήν ταραξίας του κατεστημένου (Αρίσταρχος, Κοπέρνικος, Γαλιλαίος, Τζιορντάνο Μπρούνο για παράδειγμα), οι αλήθειες όμως που διακήρυττε έπρεπε να περιμένουν την ευρύτερη κοινωνική ωρίμανση, για να επιβεβαιωθούν μέσα από την ενασχόληση του κύριου σώματος των ερευνητών της επιστήμης και την παροχή αδιαφιλονίκητων αποδείξεων. Θυμηθείτε ότι για την οριστική αποδοχή του ηλιοκεντρικού συστήματος απαιτήθηκαν 100 περίπου χρόνια από την δημοσίευση του έργου του Κοπέρνικου. Έχουμε λοιπόν καιρό μπροστά μας.

Μέχρι τότε η προσοχή μας θα είναι στραμμένη στους ψίθυρους των άστρων. Μήπως και κάποιο μήνυμα μας έρθει από κάποιον αδελφό ή ανάδελφο εξώκοσμο πολιτισμό. Μέχρι να καταφέρουμε τουλάχιστον να στείλουμε εμείς το μήνυμά μας «εκεί» ή να κάνουμε γνωστή την παρουσία μας, ζωντανά, ραδιοφωνικά, εικονικά ή έστω πνευματικά.

Όμως κι αυτή μας η προσπάθεια πιθανόν να μην ξεφεύγει από τα επαρχιακά κοσμικά όρια της αντίληψής μας και τον εγωκεντρισμό της σκέψης μας. Αλήθεια ποιός κάθεται να σκεφτεί σοβαρά πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένα ολόκληρο ιδιότυπο Σύμπαν; Πως κουβαλά μέσα του δισεκατομμύρια «αυτόνομα» κύτταρα (έτσι νομίζουν αυτά τουλάχιστον) που ζουν τη δική τους ζωή μέσα σε μια δυναμική ισορροπία που η καθημερινότητά της χαρακτηρίζεται από 500 εκατομμύρια θανάτους και άλλα 500 εκατομμύρια γεννήσεις; Γιατί τόσα υπολογίζονται ότι είναι τα κύτταρα που πεθαίνουν και άλλα τόσα που γεννιούνται κάθε μέρα, στον ανθρώπινο οργανισμό. Κι όλα τους ζουν και δουλεύουν στο δικό τους κόσμο, με τα δικά τους καθήκοντα, τις δικές τους αποστολές, τις δικές τους μάχες με τους εισβολείς ιούς, το δικό τους σύστημα επικοινωνίας.

Σαν πείραμα σκέψης, μεταμορφώστε τον κάθε άνθρωπο σε λιλιπούτειο κύτταρο και δείτε ένα πλέγμα ανθρώπινο να περιβάλλει τον πλανήτη Γη. Επιδερμικά, επιφανειακά, σαν ένα δίκτυο εγκέφαλων, ανθρώπινων και ηλεκτρονικών, με την πληροφορία να κινείται και να διαχέεται στην υδρόγειο, με τον καθένα μας να νομίζει πως μάχεται στον δικό του πόλεμο, πως εξυπηρετεί τις δικές του προσωπικές επιδιώξεις. Έτσι ακριβώς, όπως τα κύτταρα μέσα στον δικό μας οργανισμό. Σκεφθείτε για μια στιγμή τα κύτταρα της γλώσσας μας. Δουλεύουν και παράγουν πρωτεϊνες, χωρίς ποτέ να μπορούν να αντιληφθούν πως είναι μέρος ενός οργάνου που, μεταξύ των άλλων που κάνει, χρησιμοποείται – εργαλειακά έστω – για να μιλά, να αρθρώνει λόγο επικοινωνίας με κάποιο συνάνθρωπό του, που για τα κύτταρά μας δεν είναι ούτε ορατός, ούτε κατανοητός.

Μήπως κι εμείς είμαστε απλά τα κύτταρα ενός μετανθρώπινου εγκέφαλου που περιβάλλει τον πλανήτη Γη, έκφανση της ενδότερης δυναμικής της ύλης του ή έστω της εξώκοσμης σποράς της; Μήπως «εγκέφαλοι-πλανήτες» μιλούν εδώ και χρόνια μεταξύ τους, γελάνε, κλαίνε, αστειεύονται (με μας), «ενώ εις την οδόν έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί»; Λέμε, μήπως;

Η όλη εικόνα του κόσμου, όπως παρουσιάστηκε μέχρι τώρα, προέρχεται από τα επιτεύγματα κυρίως της αστρονομίας και της αστροφυσικής, και είναι μια εικόνα που προκύπτει από δυνάμεις πέραν του καλού και του κακού: δυνάμεις βαρύτητας, ηλεκτρομαγνητικές, ισχυρές και ασθενείς πυρηνικές δυνάμεις σε ένα συνεχές παιχνίδι δημιουργίας και καταστροφής, συγκρότησης και μετάλλαξης, ισορροπίας και ευστάθειας, έκρηξης και βίας, ένα κοσμικό παιχνίδι που διέπει τον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο, ένα πολύπτυχο δράσεων, μορφογένεσης και εξαΰλωσης κάτω από την παρουσία δυνάμεων, ορατών τε και αοράτων.

Και είναι ακριβώς η γνώση αυτή, προαπαιτούμενη για τη χάραξη της πορείας μας στην κοινωνία των ανθρώπων. Η συνειδητοποίηση ότι είμαστε εκφάνσεις και δημιουργήματα ενός τέτοιου μυστηριακού Σύμπαντος μας βοηθά να κατανοήσουμε την ετερότητα, το «διαφορετικό» γύρω μας, και να αναπτύξουμε έναν κώδικα αξιών και συμπεριφοράς στηριγμένο στην ανοχή αλλά και στην χάραξη των ορίων της. Γιατί οι κοινωνίες των ανθρώπων, αντίθετα από τη συγκρότηση της φύσεως, υπάρχουν και λειτουργούν όχι πέραν, αλλά μέσα από τη γνώση των δυνάμεων του καλού και του κακού και τις συνειδητές επιλογές μας, με μέτρο πάντα τον άνθρωπο.

Τον άνθρωπο που υπερβαίνει τις υλικές του ανάγκες μπροστά σε ένα αχανές Σύμπαν και στρέφεται συχνά στους περιπλανώμενους σοφούς του πλανήτη που μόνη τους έγνοια είναι η γνώση των άστρων, στους σύγχρονους εκείνους νομάδες της επιστήμης που τόσο παραστατικά περιέγραψε ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, μέσα από τους στίχους του «Δωδεκάλογου»:

«Κι ήρθαν και οι γύφτοι που γνωρίζουν - των πλανητών τα κατατόπια - κι όλα τα μυστικά των άστρων, - και που μιλάνε με τ΄ αστέρια, - και που θωρώντας τα μαντεύουν ζωές, αγάπες, μοίρες, χάρους. - Κι ήρθαν κι οι γύφτοι οι διαβασμένοι - κι οι σκεφτικοί κι οι βυθισμένοι στ΄αξήγητου το ξήγημα»...

Είναι αυτή ακριβώς η «εξήγηση του ανεξήγητου» που απασχολεί το ανθρώπινο μυαλό από την εποχή που η κουλτούρα και ο πολιτισμός άρχισαν να χαρακτηρίζουν συλλογικά το ανθρώπινο είδος.

Ίσως εδώ θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η αναζήτηση των αρχών της δημιουργίας και της εξέλιξης του Κόσμου, η Κοσμολογία, όντας ελληνική λέξη και, τολμώ να πω, ελληνική σύλληψη – γνωστού όντος ότι ήταν οι Έλληνες φυσικοί, κυρίως από την Ιωνία, εκείνοι που πρώτοι συνέλαβαν τα πρώτα στοιχεία και τις υποκείμενες εγγενείς με αυτά διαδικασίες μετασχηματισμού και εξέλιξης του Σύμπαντος – διαπερνιέται από το κλασικό ελληνικό πνεύμα, σε ότι αφορά την αναγκαιότητα της βασικής γνώσης.

Ήταν ο Αριστοτέλης εκείνος που επεσήμανε αυτή την αναγκαιότητα με τη ρήση του: «ο άνθρωπος του ειδέναι ορέγεται φύσει», ο άνθρωπος επιζητά την γνώση από την ίδια του τη φύση, αν και, όπως όλοι γνωρίζουμε, τρώγωντας κανείς απ΄ το δέντρο της γνώσης μπορεί μερικές φορές να έχει θανατηφόρες συνέπειες.

Πράγματι αν πιστεύουμε στην ύπαρξη του Παραδείσου, είμαστε σίγουρα σε πορεία καθόδου, σε διαδρομή ελευθέρας πτώσεως, κάτω από την διαβρωτική επίδραση της αμαρτίας της γνώσης. Αν όμως έχουμε χάσει τον Παράδεισο από τα μάτια μας, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τους εαυτούς μας σαν θαλασσοπόρους χαμένους στο Διάστημα, που αναζητούν το νόημα της σύντομης ζωής τους στις αχανείς και μυστηριώδεις εκτάσεις του Σύμπαντος.

Είναι άραγε το Σύμπαν ένα τεράστιο κοσμικό πυροτέχνημα που τόσο εξάπτει την φαντασία μας, μέσα απ΄ το οποίο αναπηδά εξακολουθητικά μια συνεχής αλυσίδα πολύχρωμων κοσμικών βεγγαλικών, κάτι παρόμοιο με κοσμικά μορφοκλασματικά, με fractals, ή είναι ένα κλουβί του οποίου τα κάγκελα δεν μπορούμε να δούμε; Ή μήπως είναι οι δικές μας προσπάθειες που καθιστούν τα κάγκελα αόρατα, εμβαθύνοντας τις γνώσεις μας, διευρύνοντας τους ορίζοντές μας, και σταδιακά απωθώντας όλο και πιο μακρυά τα όρια της άγνοιάς μας;

Και όλα αυτά δεν είναι παρά ένα κοσμικό σενάριο που ξετυλίγεται μέσα στον χρόνο. Τι είναι όμως χρόνος; «Φυσικά και γνωρίζω, όμως μη με ρωτάτε, γιατί δεν μπορώ να σας εξηγήσω». Είμαι βέβαιος πως όλοι όσοι έχουν εντρυφήσει στα κλασικά χριστιανικά κείμενα θα έχουν επισημάνει την ομοιότητα της απάντησης με τη ρήση του ιερού Αυγουστίνου του 5ου μ.Χ αιώνα: «Τι είναι λοιπόν χρόνος; Αν δεν με ρωτήσει κανείς, ξέρω τι είναι. Αν όμως με ρωτήσει και πρέπει να του εξηγήσω τότε δεν ξέρω».

Σε αντίθεση με τον «χώρο» τον οποίο η καθημερινή εμπειρία γεμίζει με αντικείμενα και του προσδίδει ιδιότητες αντικειμενικής υπάρξεως, ο «χρόνος» παραμένει αίσθηση υποκειμενική μέσα στην οποία κινούνται οι ιδέες μας, τα αισθήματα μας, η αυτοσυνείδησία μας. Το «τικ- τακ» του ρολογιού ή της καρδιάς μας ή του πλανήτη μας (κάθε φορά που συμπληρώνει μία περιφορά γύρω από τον Ήλιο), γενικά «του χρόνου τα γυρίσματα», όπως προσφυώς εκφράζει ο λαός μας την αίσθηση της περιοδικότητας με την οποία είναι συνυφασμένη η εικόνα της μέτρησης του χρόνου, όλα αυτά είναι σαν να έχουν διαφορετική ροή σαν να τρέχουν κι αυτά μέσα σ΄ έναν άλλο, διαφορετικό για τον καθένα μας χρόνο. Είναι αίσθηση, φαντασία ή πραγματικότητα;

O «Ριπ-βαν-Ουϊνκλ» ο ήρωας των παιδικών μας χρόνων από το κλασικό αριστούργημα του Ουάσιγκτον Ίρβινγκ, ξεχνιέται στο μαγικό βουνό με τους νάνους για ένα βράδυ, κι όταν επιστρέφει στο χωριό του ανακαλύπτει ότι δεν ζει κανείς από την οικογένεια και τους γνωστούς του, εγγόνια και δισέγγονα κατοικούν το χωριό, δεν υπάρχουν πιά άλογα και κάρα, τα αυτοκίνητα έχουν πλημμυρίσει τον τόπο, ηλεκτρισμός και τηλέφωνο παντού. Γυρίζει σ΄ έναν άλλο κόσμο που έχει τρέξει μέσα στο χρόνο. Ή μήπως πάγωσε ο δικός του χρόνος όσο έτρεχε στο μαγικό βουνό;

«Αυτό είναι», θα σας απαντήσει ο κάθε σύγχρονος αστροφυσικός, γνώστης των συμπερασμάτων της ειδικής θεωρίας της σχετικότητας. «Ρολόγια που τρέχουν πάνε αργά», και τα ρολόγια φυσικά δεν τρέχουν μόνα τους, τα φορούν οι αστροναύτες στα διαστημόπλοια που αναπτύσουν ταχύτητες – θα αναπτύξουν για την ακρίβεια – που πλησιάζουν την ταχύτητα του φωτός. Τότε ο χρόνος γι αυτούς κυλάει αργά σε σχέση με το χρόνο που περνά για το δίδυμο αδελφό τους που έμεινε στη Γη. Κι όταν γυρίσουν απ΄ το διάστημικό ταξίδι ένα-δυο χρόνια μεγαλύτεροι, τ΄ αδέλφια τους άλλα θάχουν πεθάνει κι άλλα θα είναι σε βαθειά γεράματα – το λεγόμενο «παράδοξο των διδύμων».

«Ποταμός από συμβάντα και ρεύμα ορμητικότατο αποτελεί ο χρόνος» κατά τον Μάρκο Αυρήλιο. Αυτό το ρεύμα η επιστήμη σήμερα, νομίζει πως βρήκε τρόπο – θεωρητικά τουλάχιστον – να το επιβραδύνει. Αν θα τα καταφέρει στην πράξη, ο «χρόνος» θα δείξει. Όταν στο «μέλλον», εγγύς ή απώτερο, καταφέρει ο άνθρωπος να τρέξει με ταχύτητες παραπλήσιες της ταχύτητας του φωτός, τότε θα κριθεί τελεσίδικα η «αλήθεια» της θεωρίας που δεν αναγνωρίζει παρόν, παρελθόν και μέλλον γιατί ο «χρόνος» δεν υπάρχει γι αυτήν παρά μόνο σαν μία τέταρτη διάσταση ενός χώρου ο οποίος γεννιέται και εξελίσσεται μαζί με το Σύμπαν.

Αυτή η έννοια του «χωροχρόνου» δεν είναι εύκολο να οπτικοποιηθεί. Η συνήθης προσομοίωση γίνεται με την περιστολή του τρισδιάστατου χώρου σε δισδιάστατο, με την μεταμόρφωση για παράδειγμα του ανθρώπου σε αμοιβάδα που κινείται σε ένα επίπεδο και όχι στον χώρο. Τότε η τρίτη διάσταση είναι ο χρόνος η δε μορφή του επιπέδου γύρω από ένα έντονο βαρυτιακό κέντρο, όπως για παράδειγμα μια μαύρη τρύπα, παίρνει την μορφή ενός χωνιού που προσροφά ότι πλησιάσει κοντά του.

Αυτή ακριβώς η ιδιότητα που παραμορφώνει την γεωμετρία του χώρου παρέχει δυνατότητες ταχείας επικοινωνίας που εκ πρώτης όψεως είναι αντισυμβατικές. Φανταστείτε για παράδειγμα μια ζώνη που κάμπτουμε σε σχήμα φουρκέτας με δύο παράλληλους διαδρόμους: για να βρεθεί κανείς στον κάτω διάδρομο θα πρέπει ξεκινώντας εξωτερικά από τον επάνω διάδρομο να περάσει από το καμπύλο μέρος που ενώνει τους δύο διαδρόμους και να συνεχίσει στον κάτω. Όμως σε περίπτωση που πέσει στην μαύρη τρύπα, στο χωνί, τότε αυτό γίνεται τούνελ αν στο από κάτω σημείο της ζώνης βρίσκεται κι εκεί μια μαύρη τρύπα. Αυτό που θα πέσει στο χωνί της πρώτης (πληροφορία, ταξιδιώτης ή οτιδήποτε άλλο) θα περάσει από το ανάστροφο χωνί της δεύτερης και θα βρεθεί στην κάτω λωρίδα, σε χρόνο πρακτικά μηδέν σε σχέση με τον χρόνο που απαιτείται για να διασχίσει κανείς συμβατικά την ζώνη (έτσι ώστε να φθάσει από την μία μαύρη τρύπα που βρίσκεται στην επάνω λωρίδα στην κάτω μαύρη τρύπα που βρίσκεται στην κάτω λωρίδα).

Θα μπορούσε να το παρομοιάσει κανείς με το ασανσέρ ενός ουρανοξύστη που σας κατεβάζει πολύ γρήγορα στο ισόγειο σε σχέση με τον χρόνο που θα χρειαζόσασταν για να κατεβείτε με τις σκάλες. Ίσως μ’ αυτόν τον τρόπο να επικοινωνούν μεταξύ τους πολλά παράλληλα σύμπαντα, αν αυτό που θεωρούμε σήμερα ως Σύμπαν δεν είναι το μοναδικό, αλλά ένα από τα πολλά μιας άλλης μετασυμπαντικής πραγματικότητας. Ψέματα ή αλήθεια; Όπως και νά ’χει το πράγμα, όπως λένε κι οι Ιταλοί: se non e vero, e ben trovato, έστω κι αν δεν είναι αλήθεια, είναι πολύ ευρηματικό.

Πάντως, μέχρι να δούμε τι απ’ όλα αυτά ισχύει και τι όχι, ας περιοριστούμε στην ψευδαίσθηση του δικού μας Σύμπαντος. Εδώ, όπως έχουν τα πράγματα, «το βέλος του χρόνου» ταξιδεύει σε μονόδρομο αφήνοντας πίσω το παρέλθον, αδυνατώντας να σταθεί στο παρόν, στοχεύοντας το απρόβλεπτο μέλλον. Αν και οι νόμοι της φύσης όπως τους αντιλαμβάνεται η φυσική είναι οι ίδιοι και δεν αναγνωρίζουν παρόν, παρελθόν ή μέλλον, η πορεία των γεγονότων ακολουθεί το «βέλος του χρόνου». Ο ζεστός καφές όταν τον αφήσουμε κρυώνει – κανείς ποτέ δεν παρατήρησε τον κρύο καφέ να ζεσταίνεται από μόνος του – καθορίζοντας έτσι το «θερμοδυναμικό βέλος του χρόνου», εμείς μεγαλώνουμε και γερνούμε – καμία νεανική ενδυμασία, καμία ανάμνηση των μαθητικών μας χρόνων, κανένα λίφτινγκ δεν μας ξανακάνει νέους – γεγονός που αναδεικνύει το «βιολογικό βέλος του χρόνου». Κι όλα αυτά ακολουθούν τη μονόδρομη πορεία που ακολουθούν, γιατί ζούμε σ΄ ένα Σύμπαν που διαστέλλεται, ένα Σύμπαν-Όρφικό Αυγό που κάποτε έσπασε (πώς; γιατί;), ξεχύθηκε, και συνεχίζει να ξεχύνεται ασταμάτητα (προς τα πού; γιατί;) διαμορφώνοντας το «κοσμολογικό βέλος του χρόνου», με παρελθόν, παρόν και μέλλον, με ζωή που αρχίζει στην κούνια και τελειώνει στον τάφο. Αυτή είναι η σύγχρονη μυθολογία μας.

Τι θα γίνει όμως αν, σύμφωνα πάντα με τις τρέχουσες επιστημονικές θεωρίες του ανθρώπου, το κοσμικό αυτό άθυρμα, γέννημα ίσως κάποιας παρτίδας θεϊκού σκακιού, επιβραδύνει τη διαστολή του, φρενάρει και αρχίσει να συστέλλεται; Θα αναστραφεί το ορμητικό ρεύμα του χρόνου; Τα ερείπια των ναών μας θα αναστηλωθούν από μόνα τους και θα δούμε ξανά τον Παρθενώνα, έστω για λίγο, να ξαναζωντανεύει τη δόξα που ήταν κάποτε η Ελλάδα; Θα δούμε τη ζωή να γεννιέται στους τάφους αρχίζοντας με γέροντες και την εξουσία να περνά στα χέρια των σοφών παιδιών; Ίσως ο «σκοτεινός», ο «οχλολοίδoρος», ο «αινικτής» Ηράκλειτος να είχε τελικά δίκαιο: «Αιών παίς εστί παίζων, πεσσεύων, παιδός η βασιληίη».

Σίγουρα η Αστρονομία έχει τον πρώτο λόγο για όλα αυτά τα θέματα. Και είναι ακριβώς η τολμηρή προσπάθεια της παρατήρησης των απόμακρων ουρανίων σωμάτων και φαινομένων εκείνη που την καθιστά επιστήμη ρεαλιστική, εκείνη που κυριολεκτικά βάζει τα θεμέλια της πραγματικότητας που μας περιβάλλει. Και που είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε και να αντιμετωπίσουμε.

Μήπως όμως η «πραγματικότητα» είναι συνεχώς «υπό κατασκευήν»; Είναι άραγε τα μηνύματα που παίρνουμε από το Σύμπαν αρκετά καθαρά ώστε να αποκρυπτογραφήσουμε την πεμπτουσία του; Θα καταστεί ποτέ δυνατόν σε όντα σαν κι εμάς, ασήμαντες εκφάνσεις του Σύμπαντος, να κατανοήσουμε την προέλευση και τις διεργασίες του Δημιουργού μας; Ή ακόμη και οι ευφυέστερες ιδέες μας γύρω από το θέμα είναι καταδικασμένες να είναι αντιφατικές; Αλλά και πάλι, δεν αποκλείεται το Σύμπαν καθεαυτό να είναι μία Αντίφαση per se. Μπορώ να το νοιώσω μέσα από το πνεύμα των στίχων εκείνου του μεγάλου Αμερικανού ποιητή, του πληθωρικού Ουώλτ Ουϊτμαν, στη μεγάλη του έκρηξη:

«Αντιφάσκω με τον εαυτό μου; Πολύ καλά λοιπόν, αντιφάσκω με τον εαυτό μου. Είμαι πελώριος. Εμπεριέχω πολλαπλότητες».

Μερικές τουλάχιστον από αυτές τις πολλαπλότητες είμαστε σήμερα σε θέση να τις προσεγγίσουμε, να τις αντιληφθούμε και να τις κατανοήσουμε. Δεν είναι φυσικά παρά το πρώτο σκαλί στην κλίμακα του Ιακώβ που ανεβαίνει στα ουράνια. Όμως, για να θυμηθούμε και τον μεγάλο μας Αλεξανδρινό:

«Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο - πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει. - .............................................................. - Εδώ που έφθασες λίγο δεν είναι, - τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα».

Πάντως, ας μη ξεχνάμε ποτέ ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να πορευθεί κανείς στη γνώση αυτού του πρώτου σκαλοπατιού και στην όποια δόξα το συμπαρομαρτεί.. Κι ο καθένας μας καλείται να επιλέξει τον δικό του. Ευχή και ελπίδα όλων μας, τον όποιον δρόμο διαλέγουμε να είναι ανθρώπινος, να έχει καρδιά. Κι ένα ευτυχισμένο αστέρι να φωτίζει πάντα τα βήματά μας στο σύντομο ταξείδι της ζωής.

7 προβολές0 σχόλια