• .

Το Ισλάμ του παρασκηνίου

ΜΩΑΜΕΘ, ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑ, ΑΣΑΣΙΝΟΙ

Ιούνιος 2008

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Η ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ


Η εθνική άνοδος των Αράβων και η τάση τους προς αυτοκρατορική προοπτική κατά τα χρόνια του μεσαίωνα οφείλεται καθαρά σε ένα μοναδικό και αξιοπερίεργο ιστορικό φαινόμενο. Πρόκειται για την άμεση μεταφυσική εμπειρία του Μωάμεθ, ενός εμπόρου από τη Μέκκα, που είχε γεννηθεί περί το 570 μ.Χ. Ο Μωάμεθ, που στα 25 του είχε παντρευτεί με την πλούσια χήρα Χατίτζα, σταδιακά άρχισε να ασχολείται με τα πνευματικά ζητήματα και να μελετά την ιστορική πορεία του λαού του. Κατέληξε γρήγορα στο συμπέρασμα ότι το αραβικό έθνος βρίσκεται σε πλήρη παρακμή, η οποία εν πολλοίς οφειλόταν στην καθυστερημένη του θρησκευτική αντίληψη (εκείνη την περίοδο οι Άραβες εντάσσονταν ακόμη στα ειδωλολατρικά έθνη). Έπρεπε συνεπώς κάποιος να οδηγήσει το λαό αυτό σε μια νέα πνευματικότητα, στα πλαίσια της εξελικτικής του διαδικασίας μέσα στην ιστορία.

Ο «κλήρος» έλαχε να πέσει στον ίδιο τον Μωάμεθ. Ακριβώς επειδή ασχολούνταν με το γενικό εμπόριο και ταξίδευε σε όλη την αραβική χερσόνησο, πολύ γρήγορα σχημάτισε οριστική αντίληψη της πραγματικότητας. Ήρθε σε επαφή και με τις δύο κυρίαρχες θρησκείες της περιοχής – πέραν της παλιάς πίστης των Βεδουίνων –, δηλαδή τον ιουδαϊσμό και τον χριστιανισμό και διαμόρφωσε την άποψη ότι χρειάζονταν ένα τέταρτο στάδιο θρησκευτικής εξέλιξης, μία νέα θεία αποκάλυψη, η οποία θα έδινε ώθηση στην ιστορία, για να περάσει πλέον στο τελικό στάδιο τελείωσής της.

Η αποκάλυψη ήρθε λοιπόν στον Μωάμεθ το έτος 610. Τότε ήταν που, ευρισκόμενος σε απομόνωση σε σπήλαιο του όρους Χίρα (κοντά στη Μέκκα), όπου νήστευε και προσεύχονταν, έπεσε σε επιληπτική κρίση, κατά τη διάρκεια της οποίας είδε το όραμα που έμελλε να αλλάξει την ιστορία της περιοχής˙ παρουσιάστηκε ενώπιον του ο αρχάγγελος Γαβριήλ (Τζιμπρίλ), ο οποίος του είπε ότι είναι ο αληθινός προφήτης, ο τελευταίος μετά τους Αδάμ, Νώε, Αβραάμ, Μωϋσή και Ιησού, στον οποίο θα υπαγορευόταν η οριστική Βίβλος, που ο Κύριος Αλλάχ θα πρόσφερε στους ανθρώπους για τη σωτηρία τους [ΣΗΜ.: Στα αραβικά Αλ Κιτάμπ (= Το Βιβλίο), δηλαδή το Κοράνι, μπορούμε να το μεταφράσουμε ως Ανάγνωσμα]. Έκτοτε ο Μωάμεθ έπεφτε συχνότατα σε παρόμοιες εκστάσεις και στο τέλος παρέδωσε στο λαό του το Κοράνι.

Γρήγορα φάνηκε ότι η νέα πίστη κάλυπτε ένα κενό. Δεν ήταν λοιπόν καθόλου παράξενο που αρκετοί ήταν εκείνοι που πίστεψαν τη διδασκαλία του Μωάμεθ (πρώτη απ’ όλους η γυναίκα του, η Χατίτζα) και του έγιναν αφοσιωμένοι και φανατικοί οπαδοί. Όλοι αυτοί μάλιστα ήταν έτοιμοι ακόμη και για δυναμικές ενέργειες, προκειμένου να θέσουν την ιστορία σε νέα τροχιά και να προσδώσουν δυναμική στο λαό τους. Όσο όμως απήχηση βρήκαν οι θεωρήσεις του Μωάμεθ στα λαϊκά στρώματα, άλλο τόσο αντίδραση προκαλούσαν σε κύκλους κυρίως της εξουσίας. Οι κύκλοι αυτοί διείδαν τον κίνδυνο κάποιας λαϊκής εξέγερσης και, φυσικά, θέλησαν να λάβουν μέτρα κατά του Μωάμεθ προτού να είναι γι’ αυτούς πολύ αργά.

Ο Μωάμεθ κατάλαβε το μέγεθος του κινδύνου. Κατέφυγε λοιπόν στην πόλη Μεδίνα (ή Γιατρίμπ), βόρεια της Μέκκας, όπου και οργάνωσε δικό του στράτευμα, αποτελούμενο από αποφασισμένους ακόμα και να θυσιαστούν οπαδούς του, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του, οι οποίοι ανοιχτά πια τον κυνηγούσαν να τον σκοτώσουν. Στα πλαίσια του μικρού του στρατού, ο Μωάμεθ οργάνωσε μια μικρή ομάδα κατασκόπων, οι οποίοι πολλές φορές του φάνηκαν χρήσιμοι και του έσωσαν τη ζωή.

Το έτος 624 ο Μωάμεθ κήρυξε κι επίσημα πια τον πόλεμο κατά της «άπιστης» Μέκκας. Τότε ήταν που έθεσε σε πλήρη λειτουργία την ομάδα των κατασκόπων του, η οποία και τον δικαίωσε απόλυτα. Για παράδειγμα μία ημέρα οι πράκτορές του, που μπαινοέβγαιναν στις τάξεις του εχθρού και μάθαιναν πολλά, τον πληροφόρησαν ότι το ίδιο εκείνο βράδυ σχεδιάζονταν η δολοφονία του. Ο Μωάμεθ δεν πανικοβλήθηκε, αλλά γρήγορα κατέστρωσε το σχέδιό του˙ δεν θα κοιμόταν τη νύχτα εκείνη στο κρεβάτι του, αλλά θα κατέφευγε στα βουνά. Στη θέση του θα έβαζε κάποιο ομοίωμα, για να ξεγελάσει την μυστική ομάδα αυτών που θα προσπαθούσαν να τον σκοτώσουν. Έτσι κι έγινε. Οι επίδοξοι φονιάδες του μπήκαν αργά τη νύχτα στο δωμάτιό του και με πάθος άρχισαν να χτυπάνε με τα μαχαίρια τους κάτω απ’ τις κουβέρτες. Φαντάζεται κανείς την έκπληξή τους, όταν χωρίς να το καταλάβουν βρέθηκαν αλυσοδεμένοι απ’ τους άνδρες του Μωάμεθ και είδαν ότι αυτό που με τόση μανία χτυπούσαν προ ολίγου δεν ήταν παρά ένα... ανδρείκελο!

Μία άλλη φορά οι κατάσκοποί του τον ενημέρωσαν ότι η Μέκκα είχε οργανώσει στράτευμα αριθμητικά τριπλάσιο απ’ ότι αυτό του Μωάμεθ και ήταν έτοιμοι να τους επιτεθούν. Πάλι ψύχραιμος ο Μωάμεθ έδωσε τη λύση˙ οδήγησε το δικό του στρατό στην κοιλάδα του Μπεντρ, όπου είχε τον έλεγχο των πηγών του νερού. Όταν λοιπόν κατέφτασε εκεί ο μεγαλύτερος σε αριθμό εχθρικός στρατός ο Μωάμεθ έκανε τέτοιον έξυπνο σχεδιασμό, ώστε πολύ γρήγορα ο αντίπαλος εξαντλήθηκε, αφού δεν μπορούσε να ανεφοδιάζεται με νερό. Έτσι, εντελώς ξαφνικά, το στράτευμα του Μωάμεθ πραγματοποίησε κατά μέτωπον επίθεση και κατατρόπωσε τον εχθρό, σημειώνοντας έτσι και την πρώτη του μεγάλη νίκη στο πολεμικό πεδίο. Η μάχη του Μπεντρ αποδείχτηκε πολύ κρίσιμη για τη συνέχεια και την εξάπλωση του Ισλάμ στην αραβική χερσόνησο...

Την ίδια περίοδο ο Μωάμεθ, βλέποντας την ισχύ του να αυξάνεται, αποφάσισε να απευθυνθεί με ειρηνικό τρόπο στους γειτονικούς του λαούς, προκειμένου αυτοί να ασπασθούν τη νέα πίστη, της οποίας ο ίδιος ήταν ο αληθινός προφήτης. Έστειλε λοιπόν απεσταλμένους του με επιστολές προς ηγέτες των τριγύρω κρατών, όπως τους βασιλείς της Περσίας, Χασρόη τον 2ο, και του Βυζαντίου, Ηράκλειο. Ο Χασρόης ο 2ος, εξοργισμένος από την αυθάδεια όπως πίστευε του Μωάμεθ, κατέσχισε την επιστολή, ενώ ο Ηράκλειος, πιστεύοντας ότι ο Μωάμεθ δεν ήταν παρά ένας ασήμαντος φύλαρχος της Μεδίνας, ούτε καν του απάντησε.

Όμως ο Μωάμεθ ήταν πια συγκεντρωμένος στον κυρίαρχο στόχο του, που δεν ήταν παρά η κατάληψη της Μέκκας. Ο στρατός της Μέκκας είχε ανασυγκροτηθεί μετά την ήττα του στην κοιλάδα του Μπεντρ και μάλιστα κατάφερε και απώθησε το στράτευμα του Μωάμεθ, ύστερα από τη σύγκρουση στην περιοχή Ουχούντ. Ήταν όμως αργά۬ ο Μωάμεθ ήταν πια πολύ δυνατός και, αποφασίζοντας να τα παίξει όλα για όλα, επιτέθηκε ξαφνικά κατά της Μέκκας το έτος 630. Ο στρατός του Μωάμεθ θριάμβευσε και μπήκε νικητής στη Μέκκα. Έτσι, το Ισλάμ άρχισε πια να επικρατεί στην αραβική χερσόνησο, εφόσον είχε καταλάβει τα πλέον σημαντικά και στρατηγικά της σημεία.

Να σημειωθεί εδώ ότι για την κατάκτηση της Μέκκας σημαντικότατος ήταν ο ρόλος που έπαιξε η ειδική ομάδα κατασκόπων που είχε δημιουργήσει ο Μωάμεθ. Γνωρίζοντας ότι θα ήταν πολύ δύσκολο για το στρατό του να αλώσει τη Μέκκα, χωρίς προηγουμένως να την έχει διαβρώσει εκ των έσω, είχε αποστείλει πολύ πριν ανθρώπους του να ζήσουν στη Μέκκα και μάλιστα να παριστάνουν ότι ήταν φανατικοί του εχθροί. Με τον τρόπο αυτό οι πράκτορές του απέσπασαν την απόλυτη εμπιστοσύνη των αντιπάλων και τοποθετήθηκαν ακόμη και σε θέσεις-κλειδιά της εχθρικής εξουσίας και του στρατού. Φυσικά οι κατάσκοποι αυτοί ενημέρωναν τον Μωάμεθ για όλα τα σχέδια του εχθρού, αλλά και για πολλές λεπτομέρειες που αφορούσαν τα αδύνατά του σημεία. Μπόρεσε λοιπόν ο Μωάμεθ να οργανωθεί τέλεια χάρη στην πολύτιμη πληροφόρηση που είχε από τους πράκτορές του κι έτσι αιφνιδίασε πλήρως τον αντίπαλο με την επίθεσή του το 630...

Αφού εγκαθίδρυσε το Ισλάμ στη Μέκκα, όλες οι αραβικές φυλές αναγνώρισαν σε σύντομο χρονικό διάστημα τον Μωάμεθ ως κυρίαρχό τους και δέχτηκαν να ασπαστούν το νέο δόγμα. Ο Μωάμεθ οργάνωσε για το σκοπό αυτό ειδικές διαφωτιστικές (δηλαδή προπαγανδιστικές) ομάδες πιστών του ανθρώπων, οι οποίοι έσπευσαν σε όλες τις περιοχές της αραβικής χερσονήσου προκειμένου να διδάξουν στους πάντες τη νέα λατρεία. Η πολύ καλή οργάνωση αυτών των ομάδων απέφερε τέλεια αποτελέσματα, εφόσον σε πολύ λίγο καιρό ακόμα και στα πιο απόμακρα από τη Μέκκα σημεία της χώρας ξεπηδούσαν καινούριοι πιστοί, το ίδιο θερμοί για τη νέα πίστη, όπως και οι παλιότεροι.

Οι κατάσκοποι του Μωάμεθ τον γλίτωσαν κάποτε και από έναν άλλον κίνδυνο. Μόλις λοιπόν σιγουρεύτηκε ότι το Ισλάμ είχε εξαπλωθεί παντού στην αραβική επικράτεια, ο Μωάμεθ θέλησε να επιτεθεί κατά του Βυζαντίου και να τιμωρήσει τους Χριστιανούς για την «απιστία» τους. Άρχισε λοιπόν να μαζεύει στρατό στα σύνορα της Συρίας, με σκοπό να εξαπλώσει τη νέα λατρεία και προς τη Δύση. Απ’ την άλλη, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ηράκλειος κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση συναγερμού, για να προλάβει πιθανή επίθεση του Μωάμεθ. Ήταν τόσο μεγάλη και εντυπωσιακή η κινητοποίηση των Βυζαντινών, ώστε οι πράκτορες του Μωάμεθ που είχαν σπεύσει να πάρουν πληροφορίες τον ενημέρωσαν για το μέγεθος του κινδύνου που πλησίαζε. Τελικά, ο Μωάμεθ έκανε αυτή τη φορά πίσω. Επανήλθε πίσω στην πατρίδα του κι έτσι η κατάσταση εκτονώθηκε...

Δεν πέρασε λίγος καιρός και ο Μωάμεθ δέχτηκε το πρώτο μεγάλο χτύπημα της μοίρας. Ο αγαπημένος του γιος, ο Ιμπραήμ, πέθανε σε πολύ νεαρή ηλικία. Μετά το θλιβερό αυτό γεγονός η κατάσταση της υγείας του Μωάμεθ επιδεινώθηκε ραγδαία. Οι επιληπτικές κρίσεις ήταν πια γι’ αυτόν καθημερινό φαινόμενο, ενώ αισθάνονταν εξαντλημένος από τις υπερπροσπάθειες των προηγούμενων ετών. Διαισθανόμενος λοιπόν το τέλος του οργάνωσε την τελευταία του πορεία προς τη Μέκκα. Ξεκίνησε από τη Μεδίνα, ανεβασμένος πάνω σε μια καμήλα και, ακολουθούμενος από τις εννέα συζύγους του και πλήθος λαού, έφτασε στην ιερή πόλη. Εκεί πραγματοποίησε το τελευταίο του προσκύνημα και θυσίασε 63 καμήλες, όσα δηλαδή ήταν και τα έτη ζωής του. Ξύρισε το κεφάλι του και επέστρεψε στη Μεδίνα, όπου απομονώθηκε εντελώς έως το θάνατό του λίγες εβδομάδες αργότερα. Η νέα λατρεία όμως που εγκαθίδρυσε δεν χάθηκε μετά το τέλος του. Αντίθετα, επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες και λαούς και, αντίθετα απ’ τις προβλέψεις της εποχής του, επιβίωσε αιώνες ολόκληρους.


ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΙ ΤΩΝ ΑΡΑΒΩΝ


Τον 8ο αιώνα μ.Χ. οι σχέσεις Βυζαντίου-Αράβων βρίσκονταν στο ναδίρ. Οι Άραβες χαλίφηδες έβλεπαν στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το σημαντικότερό τους εχθρό για μια σειρά από λόγους, με προεξάρχοντες τις θρησκευτικές διαφοροποιήσεις και τις γεωπολιτικές αντιθέσεις. Πράγματι, οι συνολικότερες συνθήκες εκείνης της εποχής φανέρωναν μια γενική αντιπαλότητα Ελλήνων και Αράβων, στο μεταίχμιο ειδικότερα των εδαφικών τους ορίων, όπου και υπήρχαν πλέον σημεία «τριβής». Οι Άραβες είχαν ιδιαίτερη ανάγκη από καλή πληροφόρηση για τον εχθρό και την πραγματική του δύναμη, καθώς και τις προθέσεις του. Γνώριζαν πολύ καλά ότι ο πόλεμος πολλές φορές κερδίζεται όχι στο πεδίο της μάχης, αλλά στα παρασκήνια...

Στην «πλάστιγγα» των δυνάμεων ανάμεσα σε Βυζαντινούς και Άραβες, οι δεύτεροι είχαν ένα σημαντικό μειονέκτημα˙ αντίθετα από τους Έλληνες, που διέθεταν συμπαγείς πληθυσμούς μέσα στα εδάφη που έλεγχαν οι Άραβες, οργανωμένους μάλιστα σε ολόκληρες ελληνικές πόλεις και οικισμούς, οι αντίπαλοί τους δεν είχαν απολύτως τίποτα δικό τους εντός του βυζαντινού κρατικού κορμού. Ιδιαίτερα άσχημη ήταν η κατάσταση στη Μικά Ασία, περιοχή γεμάτη με ελληνικούς πληθυσμούς, οι οποίοι ήταν εχθρικά διακείμενοι έναντι των Αράβων και των προσπαθειών τους να βρουν διέξοδο προς δυσμάς. Συνεπώς ήταν πολύ δύσκολο για τους Άραβες να οργανώσουν υποτυπώδη έστω δίκτυα κατασκοπείας, με στόχο τις πολυπόθητες πληροφορίες από το στρατόπεδο των Ρωμηών.

Αποφασίστηκε λοιπόν η αλλαγή στάσης. Ήδη από τα μέσα του 8ου αιώνα, στις ελληνικές πόλεις της Συρίας που κατέκτησαν τα αραβικά στρατεύματα τηρήθηκε εκ μέρους των Αράβων μια διαφορετική τακτική, βασισμένη σε δύο πυλώνες: πρώτον, δε θα θίγονταν για κανένα λόγο τα ιερά των Χριστιανών, ούτε βεβαίως και η πίστη τους, αλλά θα δεικνυόταν εκ μέρους των κατακτητών απόλυτη ανεκτικότητα. Δεύτερον, θα ξεκινούσε μία προπαγανδιστική εκστρατεία υποσχέσεων στους χριστιανικούς πληθυσμούς, με υποσχέσεις χρηματικού και όχι μόνο χαρακτήρα, έτσι ώστε να στρατολογηθούν Έλληνες, οι οποίοι θα αποστέλλονταν στο Βυζάντιο ως πράκτορες των Αράβων...

Η επιτυχία του αραβικού σχεδίου ήταν ίσως παραπάνω από επιτυχής. Όχι μόνο υπήρξαν πολλοί που δέχτηκαν κατευθείαν την αραβική πρόταση συνεργασίας, αλλά αρκετοί έρχονταν κι από μόνοι τους και αυτοπροτείνονταν για πράκτορες, προκειμένου να αποσταλλούν στη γη της Ρωμανίας και να φέρουν πίσω πολύτιμες πληροφορίες. Να σημειωθεί εδώ απαραίτητα ότι ένα ακόμα προνόμιο, που έδιναν οι Άραβες σε όσους Έλληνες αποσκίρτηζαν, ήταν η άρση γι’ αυτούς και τις οικογένειές τους του κεφαλικού φόρου, που ήταν υποχρεωμένοι όλοι οι σκλαβωμένοι Χριστιανοί να πληρώνουν στη νέα εξουσία (το περίφημο «χαράτσι»). Οι προδότες λοιπόν απαλλάσσονταν οριστικά από το βαρύ φόρο, τον οποίο επωμίζονταν – και ως «τιμωρία» που δεν συνεργάζονταν – οι υπόλοιποι Χριστιανοί. Ήταν λοιπόν φυσικό μέσα σε τέτοιες αφόρητες συνθήκες οι επιθυμούντες να γίνουν πράκτορες των Αράβων να είναι ουκ ολίγοι...

Οι πράκτορες αυτοί παρίσταναν πολλές φορές τους εμπόρους, που συνέχιζαν την επαγγελματική τους δραστηριότητα με το Βυζάντιο, εφόσον πολλοί από αυτούς ήταν όντως έμποροι και όταν οι επαρχίες τους ήταν ακόμη ελληνικές. Ταξίδευαν για μήνες ολόκληρους στα βυζαντινά εδάφη και όταν γύριζαν πίσω ενημέρωναν τον αντίστοιχο εμίρη με πλήρεις λεπτομέρειες για τα σχέδια των Βυζαντινών, την ανάπτυξη των στρατευμάτων τους, την κατάσταση που επικρατούσε μέσα στην αυλή του εχθρού και άλλα πολύτιμα. Έτσι, οι Άραβες έφτασαν στο σημείο το φοβερό γεωπολιτικό τους μειονέκτημα να το μετατρέψουν σε λίγα μόλις χρόνια σε σημαντικό πλεονέκτημα και να βρίσκονται πια σε επίπεδο πληροφοριών πιο μπροστά από τους Βυζαντινούς...

Σιγά-σιγά στους παραπάνω κατασκόπους προστέθηκε και μία άλλη, μικρότερη πάντως αριθμητικά, αλλά όχι αμελητέα, κατηγορία Βυζαντινών προδοτών. Επρόκειτο για τους Έλληνες λιποτάκτες, που για λόγους πολιτικούς ή άλλους διέφευγαν από το Βυζάντιο και αναζητούσαν άσυλο στους Άραβες. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο για τους τελευταίους να εκμεταλλευτούν όσο περισσότερο γίνεται την κατάσταση αυτή, με το μίσος των φυγάδων κατά της βυζαντινής εξουσίας, και να τους μετατρέπουν σε πράκτορές τους, οι οποίοι ήταν έτοιμοι να κάνουν τα πάντα, αρκεί να έριχναν πισώπλατη μαχαιριά στην ελληνική αυτοκρατορία του μεσαίωνα!... Περνούσαν λοιπόν από σύντομη εκπαίδευση, στη διάρκεια της οποίας οι Άραβες τους όξυναν ακόμα πιο πολύ τα αρνητικά τους αισθήματα για την πατρίδα τους, και έπειτα αποστέλλονταν ως κατάσκοποι στο Βυζάντιο, προκαλώντας του πολλές και σημαντικές φθορές.

Ίσως η χαρακτηριστικότερη περίπτωση Βυζαντινού λιποτάκτη, που κατέστη επικίνδυνος πράκτορας των Αράβων, είναι αυτή του πρώην αξιωματικού του βυζαντινού στρατού, Θωμά του Σλάβου. Ο Θωμάς εγκατέλειψε το Βυζάντιο το έτος 797˙ τη χρονιά εκείνη η αυτοκράτειρα Ειρήνη έριξε από το θρόνο, τυφλώνοντάς τον μάλιστα, το γιο της, Κωνσταντίνο τον 5ο. Ο Θωμάς έζησε στο χαλιφάτο σχεδόν 25 χρόνια, παίρνοντας πολύ σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα. Το 820, επικεφαλής αραβικού στρατιωτικού σώματος, είχε ήδη κατακτήσει την Αρμενία και άλλα βυζαντινά εδάφη της περιοχής της Υπερκαυκασίας, όταν αποφάσισε να εισβάλλει στη Μικρά Ασία. Ήταν η περίοδος που στο Βυζάντιο είχαμε αλλαγές στο θρόνο: στη θέση του Λέοντα του 5ου, που δολοφονήθηκε, αυτοκράτορας έγινε ο Μιχαήλ ο 2ος. Την ώρα που οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας έπεφταν η μία μετά την άλλη στα χέρια των Αράβων του Θωμά, ο χαλίφης Αλ Μαμούν διέταξε τον τότε πατριάρχη Αντιοχείας (πόλη ελληνική επίσης, που είχε γίνει αραβική) να ανακυρήξει τον Θωμά ως... αυτοκράτορα των Ρωμαίων, δηλαδή του Βυζαντίου! Ο Θωμάς είχε φτάσει πια στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης το 821, ξεσηκώνοντας μάλιστα και ελληνικούς πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής κατά του αυτοκράτορα Μιχαήλ. Όμως δεν κατάφερε τελικά να καταλάβει την πόλη˙ έπαθε πραγματικό ντελίριο, συνελήφθη και εκτελέστηκε ως προδότης...

Ένας από τους ηγέτες του βυζαντινού στρατού, που το 821 σταμάτησαν την έφοδο του Θωμά στην Πόλη, ήταν ο ξακουστός στρατηγός Μανουήλ, θείος μάλιστα της αυτοκράτειρας Θεοδώρας. Κι όμως, παρά τα ανδραγαθήματά του υπέρ «του Χριστού και της αυτοκρατορίας», αυτός ο άνθρωπος έμελλε μερικά χρόνια αργότερα να καταντήσει κι αυτός πράκτορας των Αράβων! Διέφυγε στον εχθρό περίπου στα μισά της βασιλείας του Μιχαήλ του 2ου (820-829) και έγινε πολύτιμος συνεργάτης του χαλίφη Αλ Μαμούν. Μάλιστα θρυλείται ότι επέδειξε ιδιαίτερη μανία κατά χριστιανικών πληθυσμών και μάλιστα μερικές φορές ήταν ο άνθρωπος που ηγήθηκε αραβικών ένοπλων τμημάτων, που κατέπνιγαν στο αίμα τις εξεγέρσεις των τοπικών σκλαβωμένων ελληνικών πληθυσμών. Πάντως, όταν αυτοκράτορας των Ρωμηών ανέλαβε ο Θεόφιλος (το έτος 829), παρατηρήθηκε προσέγγιση του Μανουήλ από τη νέα εξουσία. Ο βυζαντινός θρόνος εξέδωσε «άφεση αμαρτιών» στο στρατηγό, ο οποίος επέστρεψε στην πατρίδα του και μάλιστα έλαβε ξανά θέσεις ευθύνης... Σκοτώθηκε το 838 σε μάχη κατά των Αράβων και θάφτηκε με τιμές ήρωα.

Ένας άλλος επιτυχημένος τρόπος για να λαμβάνουν οι Άραβες πληροφορίες μέσα από το Βυζάντιο ήταν δια της μεθόδου στρατολόγησης των αιχμαλώτων πολέμου. Πράγματι, μετά από πολεμικές συγκρούσεις πολλές φορές συλλαμβάνονταν Βυζαντινοί στρατιώτες από τους Σαρακηνούς, όπως βέβαια συνέβαινε και το αντίθετο. Οι Βυζαντινοί αιχμάλωτοι δεν αποτελούσαν αντικείμενο κακομεταχείρισης, ίσα-ίσα θα μπορούσε να πει κανείς ότι τους περιποιούνταν ιδιαίτερα, με στόχο βέβαια να τους προσηλυτίσουν και να τους καταστήσουν πράκτορες, που θα εργάζονταν από εκεί κι έπειτα για λογαριασμό των Αράβων. Μέχρι λοιπόν τη στιγμή που γινόταν η καθιερωμένη ανταλλαγή των αιχμαλώτων από τις δύο πλευρές, οι Έλληνες αιχμάλωτοι περνούσαν από ειδικές διαδικασίες εκπαίδευσης και προπαγάνδας, ώστε στο τέλος μετατρέπονταν σε πιστούς πράκτορες του Ισλάμ. Επιστρέφοντας κατόπιν στην πατρίδα, ξεκινούσαν την κατασκοπευτική τους δραστηριότητα, που τις περισσότερες φορές αποδεικνύονταν πολύ ωφέλιμη για τα αραβικά συμφέροντα.

Αξίζει να παρατηρήσει κανείς τη δύναμη της έλξης που εξασκούσε ανέκαθεν το Ισλάμ σε συνηθισμένους ανθρώπους, αλλά και σε άλλους που κατείχαν καίρια πόστα στο Βυζάντιο. Όταν αυτοί οι άνθρωποι έπεφταν στα χέρια των Αράβων, πιστεύεται ότι επενεργούσε πάνω τους το ίδιο το Κοράνι, το οποίο τους «μαγνήτιζε» και τους καθιστούσε από εκεί κι έπειτα ορκισμένους πιστούς του Αλλάχ και των συμφερόντων του ισλαμικού έθνους. Ήταν σίγουρα ένα επιπρόσθετο «όπλο» στα χέρια των Αράβων, που σε καμία περίπτωση δε διέθεταν οι Έλληνες του Βυζαντίου, που ακολουθούσαν τη χριστιανική διαλεκτική και αδυνατούσαν φυσικά να βάλουν σε εφαρμογή παρόμοιες μεθόδους...


ΤΟ ΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΑΣΑΣΙΝΩΝ


Ήδη από τους πρώτους αιώνες ανάπτυξής του το Ισλάμ, που είχε γίνει πια κυρίαρχη θρησκευτική λατρεία σχεδόν όλης της Μέσης Ανατολής και της Περσίας, άρχισε να διασπάται σε αντιτιθέμενες μεταξύ τους συνιστώσες. Η βασική διάσπαση, που ισχύει έκτοτε και για σειρά αιώνων, αφορά αυτή μεταξύ σουνιτών και σιιτών. Οι σουνίτες [ΣΗΜ.: εκ της αραβικής λέξεως “σούννα” (= “ο δρόμος προς την πηγή”], που αριθμητικά υπερτερούν κατά πολύ των δεύτερων (αναλογία περίπου εννέα προς ένα!), θεωρούν εαυτούς «ορθόδοξους» μουσουλμάνους, οι οποίοι ακολουθούν χωρίς παρεκτροπές την ισλαμική παράδοση των «τεσσάρων χαλίφηδων». Απ’ την άλλη οι σιίτες [ΣΗΜ.: εκ της αραβικής λέξης «σί’ α» (= παράταξη»)], που αριθμούν περίπου το 1/10 των μουσουλμάνων, προέκυψαν απ’ τους υποστηρικτές του χαλίφη Αλή όσον αφορά την πρωτοκαθεδρία στους διαδόχους του Μωάμεθ۬ στην πορεία του χρόνου στους σιίτες εντάχθηκαν πλήθος άλλων ισλαμικών αιρέσεων.

Ακριβώς μέσα στους σιίτες αναπτύχθηκε ήδη από το δεύτερο ήμισυ του 7ου αιώνα η αίρεση των Ισμαηλιτών. Την αίρεση αυτή δημιούργησαν οι οπαδοί του Ισμαήλ Μπεν Τζαφαάρ, για τον οποίον πίστευαν ότι είναι ο μόνος αληθής διάδοχος του Αλή και ότι στην πραγματικότητα δεν πέθανε, αλλά ζει κάπου κρυμμένος και αναμένεται μια μέρα να επιστρέψει για να αποκαταστήσει τη σωστή διδασκαλία του Κορανίου. Οι Ισμαηλίτες ήρθαν έτσι γρήγορα σε κάθετη αντίθεση με κάθε χαλιφικό οίκο, δηλαδή οργανωμένη σουνιτική φράξια, που δεν κατάγονταν από τον Αλή, ιδιαίτερα δε με τους Αβασίδες.

[ΣΗΜ.: Οι Αβασίδες είναι τη δυναστεία που κυβερνούσε το ισλαμικό χαλιφάτο με πρωτεύουσα τη Βαγδάτη από το 749 έως το 1258. Ιδρυτής της υπήρξε ο Αμπού Αμπάς Σαφφάχ, απ’ όπου και προέρχεται και το όνομα της δυναστείας.]

Στο πλαίσιο των Ισμαηλιτών διαμορφώθηκε με την πάροδο του καιρού ένα αιρετικό «καρκίνωμα», με έφεση προς τη βία, το οποίο διαμορφώθηκε ακριβώς ως αντίδραση στις διώξεις των Αβασίδων. Το μόρφωμα αυτό σύντομα προσέλαβε τη δομή οργανωμένου τάγματος, που ως κέντρο του είχε το κάστρο του Αλαμούτ (σημαίνει «φωλιά γυπών») στο Ιράν. Ιδρυτής του τάγματος ήταν ο Χασάν Μπεν Σαμπάχ, ο οποίος αποσχίστηκε από τους Ισμαηλίτες του Καΐρου και κήρυξε την απαρχή της τρομοκρατίας την περιοχή. Δημιούργησε λοιπόν μία αυστηρά ιεραρχικά δομημένη ομάδα, αποτελούμενη σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από νέους, φανατισμένους και γυμνασμένους άντρες. Όλοι αυτοί περνούσαν πρώτα από μια διαδικασία, την οποία πολλοί παρομοιάζουν με πραγματική πλύση εγκεφάλου, στην οποία εθίζονταν στη χρήση οπίου, και κατόπιν υποβάλλονταν σε σκληρές δοκιμασίες, προκειμένου να λάβουν την τελική έγκριση για μύησή τους στο τάγμα. Ακριβώς λόγω της χρήσης εκ μέρους τους χασισιού, έλαβαν απ’ τους εχθρούς τους την ονομασία «Ασασίνοι», δηλαδή «χασίσιοι».

Χαρακτηριστικό της σκληρότητάς τους και της πρωτοφανούς δράσης τους είναι και το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα σε πολλές γλώσσες της Δυτικής Ευρώπης η λέξη «Ασασίνος» σημαίνει «δολοφόνος» (για παράδειγμα στα αγγλικά η λέξη “assassin” = δολοφόνος). Την ονομασία αυτή τους την προσέδωσαν οι Χριστιανοί σταυροφόροι της εποχής, οι οποίοι ήρθαν ουκ ολίγες φορές αντιμέτωποι με τους Ασασίνους καμικάζι. Πράγματι, η βασική τακτική των Ασασίνων ήταν οι επιθέσεις αυτοκτονίας κατά των αντιπάλων۬ έπεφταν πάνω στους εχθρούς οπλισμένοι με ένα μαχαίρι και κατέσφαζαν όσους περισσότερους απ’ αυτούς μπορούσαν. Φυσικά ύστερα συλλαμβάνονταν και θανατώνονταν, όμως αυτό δεν τους ενδιέφερε καθόλου, αφού – σύμφωνα με τις θεωρήσεις τους – αν πέθαιναν κατά τη διάρκεια της αποστολής τους θα πήγαιναν μια ώρα αρχύτερα στον Παράδεισο, όπου τους περίμεναν πλούσιες υλικές απολαύσεις.

Οι πρόγονοι αυτοί των σημερινών Ισλαμιστών καμικάζι αυτοαποκαλούνταν «Αλ Ντάουα Αλ Τζαντίντα», δηλαδή «Νέο Δόγμα». Τα μέλη τους ορίζονταν ως «φενταγίν» («αυτός που είναι έτοιμος να θυσιαστεί για ένα σκοπό»), όταν δε έπεφταν νεκρά αφού πρώτα είχαν σκορπίσει τον θάνατο στους εχθρούς έπαιρναν τον τιμητικό και δοξαστικό τίτλο του «σαχίμπ» (= «μάρτυρας»). Όσο για την επήρεια που είχε πάνω τους το όπιο, όντως η όλη δράση τους θύμιζε υπνωτισμένους δολοφόνους, οι οποίοι είχαν το νου τους αποκλειστικά και μόνο στην εκπλήρωση της αποστολής τους. Μάλιστα οι ενέργειές τους πάντοτε γίνονταν σε δημόσιους χώρους, προκειμένου να υπάρξουν όσο γίνεται περισσότερα θύματα, αλλά και να προκαλέσουν στους υπόλοιπους όσο γίνεται μεγαλύτερο σοκ και τρόμο... Οι Ασασίνοι τα έβαλαν στην εποχή τους με τους πάντες και τα πάντα, από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας και τους Αβασίδες έως τους Χριστιανούς σταυροφόρους και τους Σελτζούκους Τούρκους. Οι στόχοι τους ποικίλλανε από άρχοντες και ηγεμόνες έως απλά κι αθώα γυναικόπαιδα...

Ο αρχηγός τους απέκτησε με τον καιρό στα μάτια όλων μυθικές διαστάσεις. Τον αποκαλούσαν «ο Γέρος του Βουνού» και η μυστηριώδης και αινιγματική του μορφή – αφού κανένας δεν μπορούσε να τον δει και να τον περιγράψει – συνοδεύονταν πάντα από δέος και τρόμο. Ο Γέρος του Βουνού επιδρούσε τόσο πολύ στο μυαλό των Ασασίνων του, ώστε δε σήκωνε αντίρρηση καμία απολύτως διαταγή του. Έτσι πολλές φορές οι Ασασίνοι κατέβαιναν στις πόλεις και τα χωριά, προκαλώντας μεγάλες ληστείες και πλιάτσικα. Μαζεύτηκαν έτσι σιγά-σιγά αμύθητοι θησαυροί, που ο θρύλος θέλει να παραμένουν ακόμη κρυμμένοι σε ένα βαθύ σπήλαιο της Ανατολής.

Οι Ασασίνοι είχαν φυσικά πολύ προηγμένη κατασκοπεία, αφού είχαν πληροφορίες σχεδόν για τα πάντα που τους αφορούσαν. Μάλιστα η κατασκοπευτική τους φήμη και ικανότητες είχαν προκαλέσει στους κοινούς ανθρώπους τόσο μεγάλο πανικό, ώστε πολλές φορές όλο και κάποιος Ασασίνος λέγονταν ότι έπινε τον καφέ του στα κεντρικά σημεία των πόλεων, κατάλληλα μεταμφιεσμένος βέβαια για να μην γίνει αντιληπτός. Τη δυνατή κατασκοπεία των Ασασίνων εκθειάζει στις περιγραφές των ταξιδιών του ακόμη και ο ίδιος ο Μάρκο Πόλο, ο οποίος μάλιστα δείχνει να αντιμετωπίζει και με κάποιο δέος τον Γέρο του Βουνού για τις συνωμοτικές του δυνατότητες.

Εκείνο που κατάφερε ο Γέρος του Βουνού ήταν να πείσει τους πάντες ότι μπορούσε να χτυπήσει οποιαδήποτε ώρα και οπουδήποτε επιθυμούσε. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση, γύρω στο 1090, του Σελτζούκου σουλτάνου Σιντζάρ, που υπήρξε εκείνα τα χρόνια θερμός αντίπαλος των Ασασίνων. Μια νύχτα λοιπόν ο Γέρος του Βουνού, ο Χασάν Μπεν Σαμπάχ, έστειλε με τον τρόπο του ένα σαφές μήνυμα στον Σιντζάρ, έτσι ώστε ο τελευταίος να σταματήσει να αντιμάχεται τους Ασασίνους. Ο Σιντζάρ κοιμόταν ήσυχα στο κρεβάτι του, όταν ξαφνικά εισέβαλλε στο δωμάτιό του ένας πράκτορας του Χασάν˙ ο Ασασίνος όμως δεν σκότωσε το σουλτάνο, αν και θα μπορούσε να το κάνει χωρίς να τον αντιληφθεί κανένας. Αντίθετα, άφησε δίπλα στο μαξιλάρι του ένα πολύ κοφτερό μαχαίρι. Όταν ο Σιντζάρ ξύπνησε το πρωί και είδε το μαχαίρι κατατρόμαξε, αφού κατάλαβε ότι θα μπορούσε κάλλιστα την ώρα εκείνη να είναι νεκρός! Συνειδητοποίησε όμως και κάτι άλλο: ότι το χέρι του Γέρου του Βουνού έφτανε πολύ πιο μακριά απ’ τη φωλιά του...

Το πόσο εκπαιδευμένοι ήταν οι Ασασίνοι σε μεθόδους κατασκοπείας γίνεται φανερό και από τα πρώτα κιόλας στάδια των δοκιμασιών τους. Τότε ο αρχηγός τους έστελνε τους υποψήφιους Ασασίνους να εκτελέσουν μια αποστολή κοντά στην περιοχή τους (συνήθως να σκοτώσουν κάποιον). Πίσω όμως από την ομάδα αυτή των δόκιμων Ασασίνων έστελνε μια άλλη ομάδα καλά εκπαιδευμένων κατασκόπων, με εντολή να παρακολουθούν κάθε κίνηση των πρώτων και κατόπιν να του αναφέρουν ποιος από εκείνους ήταν ο πιο γενναίος και επιδέξιος! Με τον τρόπο αυτό ο Γέρος του Βουνού γνώριζε τα πάντα για τους Ασασίνους του, πριν ακόμη εκείνοι να μυηθούν σαν τέτοιοι...

Μοιραία για τους Ασασίνους στάθηκε η σφοδρή τους σύγκρουση με τους Μογγόλους. Ήταν η περίοδος των μεγάλων μογγολικών επιδρομών προς δυσμάς κατά τον 13ο αιώνα, όταν οι σκληροί εισβολείς της Άπω Ανατολής έμαθαν από πρώτο χέρι τι θα πει Ασασίνος. Ένας από τους γιούς του Μεγάλου Χαν των Μογγόλων, του Μόνγκε, είχε κατακτήσει κάποιες περιοχές όπου κατοικούσαν μουσουλμανικοί πληθυσμοί. Ο πρίγκιπας αυτός φέρονταν στους σκλαβωμένους μωαμεθανούς με πολύ βάναυσο τρόπο και τους απαγόρευσε ρητά να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Οι Ασασίνοι έβλεπαν τους φτωχούς μουσουλμάνους να στενάζουν κάτω από την εξουσία του Μογγόλου κατακτητή και αποφάσισαν να τιμωρήσουν το νεαρό και αλαζόνα πρίγκιπα. Έστειλαν λοιπόν έναν αυτόχειρα Ασασίνο, ο οποίος πήρε τη ζωή του αγαπημένου γιου του Μόνγκε...

Ο Μογγόλος τύραννος, γεμάτος πόνο και οργή για το χαμό του παιδιού του, αλλά και καταλαβαίνοντας καλά ότι κινδύνευε κι ο ίδιος απ’ τους τρομοκράτες της περιοχής, ορκίστηκε να εξαφανίσει άπαξ δια παντός τους Ασασίνους από προσώπου γης. Έστειλε λοιπόν τον αδελφό του, τον Χουλένγκου, με τη σαφή αποστολή να καταστρέψει όλους τους Ασασίνους, αλλιώς να μην τολμούσε να εμφανιστεί ξανά μπροστά του ζωντανός! Ο Χουλένγκου δεν είχε άλλη επιλογή. Πήρε μαζί του τους καλύτερους Κινέζους μηχανικούς, που είχε στη δούλεψή του, και τους διέταξε να φτιάξουν πολιορκητικούς κριούς και καταπέλτες, έτσι ώστε να χτυπήσουν με τρομακτική δύναμη τα κάστρα όπου κρύβονταν οι Ασασίνοι. Ύστερα επεξεργάστηκε στρατηγική τέτοια, που θα έκανε τη ζωή των αντιπάλων του φοβερά δύσκολη... Και πράγματι, σύντομα τα οχυρά των Ασασίνων έπεφταν το ένα μετά το άλλο. Η οργή των Μογγόλων ξέσπασε με πρωτοφανή ισχύ πάνω στους δύστυχους Ασασίνους, οι οποίοι γνώριζαν την πρώτη και χειρότερη ήττα της ιστορίας τους. Γεμάτος απόγνωση ο τότε αρχηγός τους παρακάλεσε τον Χουλένγκου να τον οδηγήσει μπροστά στον Μόνγκε, να τον παρακαλέσει μήπως και τον λυπηθεί και του χαρίσει τη ζωή... Ο βάρβαρος Μόνγκε όμως κάθε άλλο παρά λυπήθηκε τον τελευταίο επικεφαλής των Ασασίνων. Ενώ λοιπόν οι Ασασίνοι είχαν πια εξοντωθεί, δε δίστασε να σκοτώσει με κτηνώδη τρόπο τον μόνο εναπομείναντα απ’ αυτούς, παίρνοντας έτσι την τρομερή του εκδίκηση για το χαμό του γιου του. Ήταν το έτος 1256...

69 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates