• .

Συντακτική Βουλή, συντεταγμένο σώμα και εθνοσυνέλευση

25.7.2020

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Τα χρόνια της Κρίσης (δεκαετία 2010), ειδικά δε κατά την πρώτη μνημονιακή περίοδο, αμφισβητήθηκε έντονα από διάφορους κύκλους -κυρίως από τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος- το πολιτικό σύστημα, αλλά και το ίδιο το πολίτευμα της χώρας. Οι αμφισβητίες θεώρησαν τη σύγχρονη προεδρευόμενη δημοκρατία της Ελλάδας (την περίφημη Γ΄ ελληνική δημοκρατία), όχι απλώς αναποτελεσματική, αλλά και ως την πηγή του όλου κακού, ως ένα σάπιο καθεστώς από το οποίο πηγάζουν οι κακοδαιμονίες του τόπου. Έτσι, με τρόπο αυθαίρετο και περίπου επιπόλαιο, κάποιοι μίλησαν για την ανάγκη “συντακτικής εθνοσυνέλευσης”...

Θα πρέπει, λοιπόν, αναγκαία να αποσαφηνίσουμε τους όρους, από τη στιγμή που αυτοί επιδέχονται τόσων παρερμηνειών. Πρώτα απ' όλα, τι σημαίνει “εθνοσυνέλευση”; Εθνοσυνέλευση -και με νομικούς όρους: συντακτική εθνοσυνέλευση- είναι η έκτακτη Βουλή, που συγκροτείται μέσα σε ειδικές περιστάσεις και με προϋπόθεση την ύπαρξη συνταγματικού κενού, με τελικό σκοπό τη θεσμοθέτηση νέου πολιτεύματος. Αυτό συμβαίνει, όταν κάποιο ξαφνικό πολιτικό ή άλλο γεγονός οδηγεί στην κατάλυση του προηγούμενου συνταγματικού/πολιτειακού συστήματος.

Ιστορικά, αυτό συνέβη στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, είτε σε φάσεις εθνικής ανασυγκρότησης είτε σε περιόδους πολιτειακής ανωμαλίας. Όταν, δηλαδή, επιβαλλόταν εκ των πραγμάτων η θέσπιση νέου συντακτικού χάρτη (συνεπώς, νέου πολιτεύματος), ακριβώς επειδή προηγουμένως είχε δημιουργηθεί συνταγματικό -και πολιτειακό- κενό. Με δυο λόγια, όταν εμφανίστηκε το πρώτο ελληνικό κράτος της σύγχρονης ιστορίας (μετά την εθνεγερσία του 1821), άρα έπρεπε να δημιουργηθεί Σύνταγμα εκ του μηδενός, ή όταν το πολίτευμα κατέρρεε και επιβαλλόταν να αντικατασταθεί από κάποιο άλλο, καινούριο: αυτό συνέβη με την επανάσταση της Γ΄ Σεπτεμβρίου 1843, αλλά και αργότερα, με εθνικές ή συντακτικές συνελεύσεις που έδωσαν νέα Συντάγματα.

Η πρώτη εθνοσυνέλευση της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας υπήρξε εκείνη της Επιδαύρου, με τελικό αποτέλεσμα να ψηφιστεί (1 Ιανουαρίου 1822) το “Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος”. Ακολούθησε, το 1823, κι ενώ ακόμη το ελληνικό -επαναστατημένο- κράτος δεν ήταν διεθνώς αναγνωρισμένο, η Β΄ εθνοσυνέλευση, του Άστρους, που αναθεώρησε το Σύνταγμα της Επιδαύρου. Λίγα χρόνια μετά, το 1827, πραγματοποιήθηκε η Γ΄ εθνοσυνέλευση, στην Τροιζήνα, η οποία οδήγησε στην εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδας, και μερικές ακόμη, έως το κρίσιμο έτος 1843.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1843 ξέσπασε επανάσταση, με ιθύνοντα νου τον στρατηγό Ιωάννη Μακρυγιάννη, με σκοπό την επιβολή Συντάγματος. Ήδη από το 1832, λίγο καιρό μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής επέβαλλαν στην Ελλάδα τη συνταγματική μοναρχία, χωρίς την ύπαρξη Συντάγματος που να ορίζει το καθεστώς. Τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν, οδήγησαν τελικά στην παραχώρηση Συντάγματος από τον τότε βασιλέα Όθωνα: η Ελλάδα από απόλυτη μοναρχία που υπήρξε έως τότε, έγινε συνταγματική μοναρχία. Στο μεταξύ, είχαν λάβει χώρα οι εκλογές του φθινοπώρου του 1843, με τους εκλεγμένους πληρεξούσιους να συγκροτούν συνταγματική εθνική συνέλευση. Ο Όθωνας αναγκάστηκε να υπογράψει το πρώτο Σύνταγμα στην ιστορία του Βασιλείου της Ελλάδος (Μάρτιος 1844) και η μέχρι τότε πλατεία Ανακτόρων μετονομάστηκε σε πλατεία Συντάγματος των Αθηνών...

20 χρόνια αργότερα, κι αφού ο Όθωνας είχε ήδη από τον Οκτώβριο του 1862 διωχθεί από τη χώρα, πραγματοποιήθηκε η Β΄ εθνική συνέλευση (1863 – 1864), η οποία συνέταξε το Σύνταγμα του 1864. Μ' αυτό σημειώθηκε αλλαγή στο πολίτευμα της Ελλάδας, η οποία από συνταγματική μοναρχία καθίστατο πλέον βασιλευόμενη δημοκρατία. Στη θέση της βαυαρικής δυναστείας του Οίκου των Βίττελσμπαχ, στην οποία ανήκε ο Όθωνας, καθιερώθηκε η δυναστεία των Γλύξμπουργκ (ένας δανογερμανικός βασιλικός Οίκος). Στις 30 Μαρτίου 1863, ο Γεώργιος Α΄ διαδέχθηκε τον Όθωνα στον θρόνο της Ελλάδας. Μία σημαντική λεπτομέρεια: οι τότε εξελίξεις άλλαξαν πράγματι ριζικά το πολίτευμα, αφού η βασιλευόμενη δημοκρατία είναι μία ήπια μορφή βασιλείας (ο βασιλεύς έχει περιορισμένες αρμοδιότητες), σε σχέση με τη συνταγματική μοναρχία, όπου οι εξουσίες του είναι ουσιαστικά απεριόριστες. Επίσης, ενώ ο Όθωνας ονομαζόταν “Βασιλεύς της Ελλάδος”, από τον Γεώργιο Α΄ και έπειτα ο τίτλος άλλαξε και έγινε “Βασιλεύς των Ελλήνων”, συνεπώς περιελάμβανε και τους τότε αλύτρωτους Έλληνες που ζούσαν σε επαρχίες που δεν είχαν ακόμη συμπεριληφθεί στο ελληνικό κράτος, όπως η Θεσσαλία, η Ήπειρος, η Μακεδονία, η Κρήτη, η Θράκη και πολλά νησιά.

Το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί (1909) επέβαλλε εκ των πραγμάτων τη θέσπιση νέου Συντάγματος, εφόσον οι καταστάσεις θεωρήθηκαν ανατρεπτικές. Καρπός των εξελίξεων ήταν πράγματι ένα νέο Σύνταγμα, εκείνο του 1911, που πάντως δεν γεννήθηκε με ομαλό συνταγματικά τρόπο, κι αυτό επειδή δεν έγινε η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα του 1864 συνταγματική αναθεώρηση. Συνεπώς, το Σύνταγμα του 1911 (αν και κατ' ουσίαν ήταν μία αντιγραφή του προηγούμενου, πλην των θεμελιωδών διατάξεων), δημιουργούσε νέα συνταγματική τάξη. Μία νέα ισχυρή προσωπικότητα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αναδύθηκε από τα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Ο Βενιζέλος, φιλοβασιλικός ο ίδιος (ουδέποτε αμφισβήτησε τη βασιλεία, ούτε καν τη βασιλική δυναστεία της Ελλάδας), εν τούτοις ήταν ο πρώτος κυβερνήτης που συγκρούστηκε σφόδρα με το παλάτι, με επακόλουθο τον “εθνικό διχασμό” της περιόδου 1915 – 1917. Δραματική κατάληξη της ανώμαλης εκείνης πολιτειακής συγκυρίας ήταν η Μικρασιατική καταστροφή του 1922...

Μία νέα συντακτικού χαρακτήρα συνέλευση (η αποκαλούμενη Δ΄ εθνική συνέλευση) ανέτρεψε τον Ιανουάριο του 1924 το πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας και επέβαλλε την περίφημη Β΄ ελληνική δημοκρατία [ως Α΄ ελληνική δημοκρατία εννοείται το προσωρινό ελληνικό κράτος, που διήρκεσε από το 1822 έως το 1832 και την έλευση του Όθωνα]. Το δημοψήφισμα της 13ης Απριλίου 1924 επικύρωσε την απόφαση της Δ΄ εθνικής συνέλευσης, η οποία όμως δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις εργασίες της για την κατάρτιση νέου Συντάγματος, λόγω του πραξικοπήματος του στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου (30 Ιουνίου 1925). Τελικά, μετά την πτώση του Πάγκαλου το 1926, εξελέγη η συντακτική Βουλή που ψήφισε το καινούριο Σύνταγμα του 1927.

Όμως το 1935 συνέβησαν δραματικά γεγονότα, με αποτέλεσμα το ξέσπασμα νέας πολιτειακής ανωμαλίας. Έπειτα από συνεχείς αλλαγές κυβερνήσεων, μια σειρά στρατιωτικών κινημάτων, καθώς και μία δικτατορία, στις 10 Οκτωβρίου 1935 ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης οργάνωσε στρατιωτικό κίνημα που επικράτησε αναίμακτα. Λίγους μήνες προηγουμένως (Μάρτιος 1935) είχε αρχίσει τις εργασίες της η λεγόμενη Ε΄ συντακτική συνέλευση, η οποία τις συνέχισε και μετά το κίνημα του Κονδύλη. Αποτέλεσμα: η επαναφορά του Συντάγματος του 1911 (άρα και της βασιλευόμενης δημοκρατίας) και η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την επικύρωση της απόφασης αυτής. Το δημοψήφισμα τελέστηκε στις 3 Νοεμβρίου 1935 -με αποχή της φιλοβενιζελικής παράταξης- και ένα 97,88% ενέκρινε το νέο Σύνταγμα και την επάνοδο του βασιλέως. Φυσικά, οι φιλοβενιζελικοί αμφισβήτησαν το αποτέλεσμα αυτό, αλλά λίγες ημέρες αργότερα ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ επέστρεψε στην Ελλάδα. Ενδιαφέρον στοιχείο: ο στρατηγός Κονδύλης, αν και στα γεγονότα του 1909 – 1911 (κίνημα στο Γουδί, Σύνταγμα του 1911) ήταν υπέρμαχος της αβασίλευτης δημοκρατίας, 25 χρόνια αργότερα είχε αλλάξει προσανατολισμό και αποδέχτηκε τον βασιλιά.

Μετά τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και την τριπλή κατοχή της Ελλάδας, η χώρα οδηγήθηκε εκ νέου σε συνταγματικό αδιέξοδο. Οι εκλογές του 1946 (Δ΄ αναθεωρητική Βουλή) δεν στάθηκαν ικανές να δώσουν νέο βιώσιμο Σύνταγμα, κι έτσι η Βουλή διαλύθηκε χωρίς όμως να προκηρυχθούν εκλογές για άλλη αναθεωρητική Βουλή. Στο μεταξύ, ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος ή συμμοριτοπόλεμος που ταλαιπώρησε τη χώρα έως το 1949, και έπρεπε να φθάσει το έτος 1952 για να αποκτήσει η Ελλάδα καινούριο Σύνταγμα. Το Σύνταγμα εκείνο καταλύθηκε με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967...

Τέλος, η Ελλάδα έγινε προεδρευόμενη δημοκρατία σε δύο φάσεις.

Την πρώτη, όταν το 1973 ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, αρχηγός των Απριλιανών πραξικοπηματιών, αποφάσισε να αλλάξει το πολίτευμα, βάσει του Συντάγματος που είχε ο ίδιος επιβάλλει το 1968 (92,21% ήταν το υπέρ του παπαδοπουλικού Συντάγματος αποτέλεσμα σχετικού δημοψηφίσματος που διενεργήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1968, το οποίο φυσικά αμφισβήτησαν οι εχθροί της δικτατορίας). Σε ένα άλλο δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε στις 29 Ιουλίου του 1973, με ερώτημα το πολίτευμα της χώρας, “ΝΑΙ” στην προεδρική κοινοβουλευτική δημοκρατία -καθεστώς εμπνευσμένο από τον Παπαδόπουλο- ψήφισε το 78,43% και “ΌΧΙ” το 21,57%.

Τη δεύτερη, όταν -μετά την πτώση της δικτατορίας, το καλοκαίρι του 1974, και την τραγωδία της Κύπρου- σε σχετικό με το πολίτευμα δημοψήφισμα (στις 8 Δεκεμβρίου 1974) “Κατά” της βασιλευόμενης δημοκρατίας ψήφισε το 69,18% του λαού, ενώ “Υπέρ” της, μόλις το 30,82%. Είχαν προηγηθεί οι εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 (στην πρώτη επέτειο από την εξέγερση του Πολυτεχνείου), τελικό δε επακόλουθο των δραματικών εκείνων γεγονότων υπήρξε η ψήφιση, τον Ιούνιο του 1975, του νέου Συντάγματος. Αυτό το Σύνταγμα είναι εν ισχύ και σήμερα, ορίζοντας ως πολίτευμα της χώρας την προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Δεν προσέχθηκε όμως ιδιαίτερα τότε, ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής -που ανέλαβε πρωθυπουργός της Ελλάδας μετά την πτώση της δικτατορίας- κατάργησε μεν το παπαδοπουλικό Σύνταγμα του 1968, επαναφέροντας το Σύνταγμα του 1952, αυτό όμως το έκανε χωρίς να επαναφέρει ταυτόχρονα και τις θεμελιώδεις διατάξεις εκείνου του Συντάγματος! Άρα, χωρίς να επαναφέρει και τη βασιλευόμενη δημοκρατία, γεγονός που καθιστούσε το Σύνταγμα του 1952 “κολοβό”. Ήταν κάτι το πρωτοφανές, σε παγκόσμιο επίπεδο, αφού είναι κοινά αποδεκτό από τους νομικούς ότι το Σύνταγμα -το κάθε Σύνταγμα- είναι εν ισχύ μόνο μαζί με τις θεμελιώδεις διατάξεις του, εκείνες δηλαδή που περιγράφουν το πολίτευμα της χώρας. Αυτό το γεγονός έδωσε λαβή στους πολιτικούς αντιπάλους του Καραμανλή, να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της επανόδου των παλαιοκομματικών πολιτικών στα πράγματα (και, κατ' επέκταση, να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της περίφημης Μεταπολίτευσης)...

Μία μικρότερη πολιτειακή κρίση πήγε να δημιουργηθεί, όταν τον Μάρτιο του 1985 εξελέγη ως πρόεδρος της Δημοκρατίας ο ανώτατος δικαστικός Χρήστος Σαρτζετάκης. Η τότε αξιωματική αντιπολίτευση (Νέα Δημοκρατία), υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, αμφισβήτησε τη νομιμότητα της εκλογής του από τη Βουλή των Ελλήνων, διότι ο νέος πρόεδρος εξελέγη οριακά -με 180 ψήφους-, και μάλιστα με την ψήφο του προέδρου της Βουλής, Ιωάννη Αλευρά, που εκείνη την περίοδο εκτελούσε χρέη προέδρου Δημοκρατίας· ο προηγούμενος ανώτατος άρχοντας, Κωνσταντίνος Καραμανλής, είχε παραιτηθεί αιφνιδίως στις 10 Μαρτίου 1985, κι έτσι αναπληρωνόταν κατά το Σύνταγμα από τον τρίτο σε ιεραρχία (μετά τον πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον πρωθυπουργό) πολιτειακό παράγοντα. Όμως η αξιωματική αντιπολίτευση ισχυρίστηκε ότι ως αναπληρωτής πρόεδρος Δημοκρατίας, ο Αλευράς δεν είχε δικαίωμα ψήφου στις σχετικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Επίσης, η Νέα Δημοκρατία διαμαρτυρήθηκε, επειδή στις ψηφοφορίες της Βουλής για την εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας έγινε χρήση εγχρώμων (γαλάζιων) ψηφοδελτίων υπέρ του Σαρτζετάκη, σε αντιδιαστολή με τα λευκά ψηφοδέλτια.

Αμέσως μετά τις εξελίξεις αυτές, και την εκλογή Σαρτζετάκη, προκηρύχθηκαν βουλευτικές εκλογές για τις 2 Ιουνίου 1985. Κεντρικό θέμα του προεκλογικού αγώνα ήταν η διαμάχη για τη νομιμότητα ή όχι της εκλογής του Σαρτζετάκη στον προεδρικό θώκο. Ο Μητσοτάκης, αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, δήλωσε δημόσια ότι εάν κερδίσει τις εκλογές θα προκαλέσει... την πτώση του Σαρτζετάκη από την προεδρία της Δημοκρατίας! Αυτό υπήρξε και το κεντρικό του πολιτικό λάθος, που οδήγησε τελικά τη Νέα Δημοκρατία στην ήττα· οι οριακοί (κεντρογενείς) ψηφοφόροι, που έκριναν και το αποτέλεσμα, φοβήθηκαν από τη δήλωση Μητσοτάκη, η οποία οδηγούσε αναπόφευκτα σε πολιτειακή ανωμαλία. Πώς θα προκαλούσε την πτώση του Σαρτζετάκη; Θα τον ανάγκαζε μήπως να παραιτηθεί; Θα προξενούσε άραγε ακύρωση της εκλογής του; Δεν υπήρχε καμία σχετική διαδικασία, βάσει του Συντάγματος και των νόμων. Φυσικά, το κυβερνών ΠΑΣΟΚ εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο το ατόπημα αυτό της Νέας Δημοκρατίας, κι έτσι κέρδισε με μεγάλο ποσοστό στις εκλογές του 1985. Τελικά, μετά την εκλογική διαδικασία και τη συγκρότηση της νέας Βουλής, ο Μητσοτάκης αναγνώρισε τον Σαρτζετάκη ως πρόεδρο της Δημοκρατίας, δηλώνοντας ότι η ήττα του κόμματός του σήμαινε ότι ο λαός αποφάνθηκε σχετικά υπέρ της νομιμότητας των διαδικασιών που τηρήθηκαν στις κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες του Μαρτίου 1985.

Από νομικής πλευράς, όσα συνέβησαν τον Μάρτιο του 1985 στη Βουλή, γύρω από την εκλογή του Χρήστου Σαρτζετάκη, ήταν απολύτως νομότυπα. Ο Ιωάννης Αλευράς, ως αναπληρωτής πρόεδρος της Δημοκρατίας, ΔΕΝ έχανε την κοινοβουλευτική του ιδιότητα, διότι αφενός ήταν προσωρινός στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα -μέχρι να εκλεγεί ο επόμενος- και μη εκλεγμένος, αφετέρου δε, ήταν πρακτικά αδύνατο η Βουλή ως συγκροτημένο σώμα να μείνει με... 299 μόνο βουλευτές! Επίσης, κατά την τότε ισχύουσα διάταξη του Συντάγματος, στις ψηφοφορίες για την εκλογή προέδρου της Δημοκρατίας προβλεπόταν η χρήση ΟΜΟΙΟΜΟΡΦΩΝ ψηφοδελτίων, και όχι ΟΜΟΙΟΧΡΩΜΩΝ. Συνεπώς, η χρήση γαλάζιων ψηφοδελτίων με το όνομα “Χρήστος Σαρτζετάκης” δεν παραβίαζε κατά κανένα τρόπο το Σύνταγμα.

Αμέσως μετά τις εκλογές του 1985 ακολούθησε αναθεωρητική διαδικασία από τη Βουλή των Ελλήνων, που είχε ως αποτέλεσμα την περικοπή των αρμοδιοτήτων του προέδρου της Δημοκρατίας (των λεγόμενων “υπερεξουσιών” που θεωρείται ότι είχε). Βέβαια, για πολίτευμα παρέμεινε η προεδρευόμενη δημοκρατία, όμως ο ανώτατος άρχοντας έχανε σημαντικά προνόμιά του, όπως για παράδειγμα να μπορεί να διαλύσει τη Βουλή ή να μπορεί να προκηρύσσει δημοψήφισμα. Έκτοτε, ο ρόλος του προέδρου της Δημοκρατίας είναι περισσότερο συμβολικός και διακοσμητικός, ενώ ως αντίβαρο ενισχύθηκαν οι εξουσίες του πρωθυπουργού, της κυβέρνησης και του κοινοβουλίου.

Όπως βλέπουμε, λοιπόν, από τα παραπάνω πλούσια ιστορικά παραδείγματα, για να αλλάξει το πολίτευμα της χώρας είναι απαραίτητη η ύπαρξη ορισμένων βασικών προϋποθέσεων: όπως, για παράδειγμα, έκτακτες καταστάσεις να δημιουργούν όρους ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης και, ασφαλώς, να υφίσταται συνταγματικό κενό. Σε πολιτικό και νομικό επίπεδο, αυτό συνεπάγεται συντακτική Βουλή (δηλαδή, σώμα εφάμιλλο των παλαιότερων εθνοσυνελεύσεων), η οποία να δύναται να παράγει τον πλέον θεμελιώδη νόμο της πολιτείας, όπως είναι το Σύνταγμα. Κάτι που, οπωσδήποτε, δεν μπορεί να κάνει η οποιαδήποτε Βουλή, η οποία λειτουργεί ως συντεταγμένο σώμα, και όχι ως συντακτικό· εάν συνέβαινε το αντίθετο, εάν δηλαδή η κάθε εκλεγμένη Βουλή αποτελούσε εκ προοιμίου συντακτικό σώμα, τότε η κάθε εφήμερη -απόλυτη, ή ακόμη και σχετική σε ορισμένες περιπτώσεις- πλειοψηφία του κοινοβουλίου θα μπορούσε δυνητικά να ιδρύει νέο καθεστώς, καταργώντας το υπάρχον πολίτευμα.

Αυτό όμως είναι αδύνατο να συμβεί, και το έχει προβλέψει ο νομοθέτης. Το να μιλάει, συνεπώς, κάποιος για την ανάγκη... “συντακτικής εθνοσυνέλευσης”, υπό αυτές τις συνθήκες, αποτελεί μάλλον απατηλό όνειρο θερινής νυκτός, και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται στα σοβαρά. Μία τέτοια άποψη κατατάσσεται αυτομάτως στις γραφικές, μην έχοντας καμία απολύτως τύχη εφαρμογής της, όπως άλλωστε αποδεικνύεται και από τη σχετική ιστορική εμπειρία. Η πολιτική μάχη στο σύγχρονο πεδίο αντιπαραθέσεων δίνεται με όρους πολιτικής, όχι με όρους εξωπραγματικούς που δεν υφίστανται στην πραγματική ζωή, παρά μόνο στη φαντασία του δημιουργού τους. Αποδεχομένες τους πολιτικούς κανόνες, οι πολιτικές δυνάμεις αγωνίζονται με θεμιτά μέσα προκειμένου να επιβάλλουν τις δικές τους απόψεις, πάντα μέσα στα πλαίσια του κοινώς αποδεκτού πολιτικού παιχνιδιού. Απ' την άλλη πλευρά, μόνο μία ανείπωτη εθνική τραγωδία, με διαστάσεις ασύλληπτες, μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για την αμφισβήτηση και την ανατροπή του καθεστώτος.


161 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates