• .

Συνθήκη των Σεβρών (1920) και Συνθήκη της Λωζάνης (1923) Συγκριτική Αντιπαράθεση

Ενημερώθηκε: Μαι 14

6.11.2016

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Στα τέλη της ταραγμένης δεκαετίας του 1910 η ανθρωπότητα έβγαινε βαρύτατα πληγωμένη από τη φοβερή περιπέτεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, με τους εκατομμύρια νεκρούς και τους πολλαπλάσιους σακατεμένους… Για πρώτη φορά στην ιστορία ο πλανήτης Γη γνώρισε μία τόσο εκτεταμένη και βαθιά καταστροφή μαζικής κλίμακας. Ήταν φανερό ότι η ανάπτυξη της τεχνολογίας είχε πολλές φορές ολέθριες για τον άνθρωπο συνέπειες, αφού οι πολιτικές αποφάσεις ήταν τέτοιες που οδηγούσαν σε εντελώς λανθασμένους χειρισμούς· η διεθνής κοινότητα, σοκαρισμένη από το μέγεθος της συμφοράς, προσπαθούσε να επουλώσει τα τραύματα, με τις απαραίτητες συμφωνίες και συνθήκες που ακολουθούν τη λήξη ενός πολέμου.

Η Ελλάδα έβγαινε πολλαπλά λαβωμένη από τη δεκαετία εκείνη. Ενώ ήταν ακόμη νωπές οι μνήμες της στρατιωτικής ήττας από τους Τούρκους, του 1897, ενώ δεν είχαν περάσει παρά ελάχιστα χρόνια από το ξέσπασμα του Μακεδονικού αγώνα, η χώρα βίωσε την περιπέτεια δύο συνεχόμενων Βαλκανικών πολέμων (1912-1913), ενώ τελικώς ενεπλάκη και στο «καμίνι» του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το 1919 ξεκίνησε και η περίφημη Μικρασιατική εκστρατεία, με τη γνωστή τραγική κατάληξη τρία χρόνια αργότερα… Ενδιάμεσα όμως, έπρεπε να διευθετηθούν, με κάποια διεθνή Συνθήκη, τα μείζονα θέματα που αφορούσαν την πατρίδα μας και τον λαό της.

Αυτό και συνέβη με τη Συνθήκη των Σεβρών. Η εν λόγω Συνθήκη υπεγράφη στις 28 Ιουλίου (10 Αυγούστου, με το νέο Ημερολόγιο) του 1920 στην πόλη Σεβρ (Sevres) της Γαλλίας. Ήταν η Συνθήκη εκείνη που όριζε την ειρήνη ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τις Συμμαχικές και σχετιζόμενες Δυνάμεις μετά τη λήξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Εκ μέρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε αποδεκτή από τον σουλτάνο Μεχμέτ ΣΤ΄, ο οποίος προσπαθούσε να σώσει τον θρόνο του, αλλά απορρίφθηκε από το ανεξάρτητο κίνημα των Νεότουρκων. Μάλιστα, το κίνημα αυτό, υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, χρησιμοποίησε αυτή τη διένεξη για να αυτοανακηρυχθεί κυβέρνηση και να καταργήσει το χαλιφάτο… Σημειώνουμε εδώ ότι οι συμμαχικές και οι σχετιζόμενες δυνάμεις ήταν οι εξής: Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία (πρωταρχικοί σύμμαχοι), Αρμενία, Βέλγιο, Ελλάδα, Χετζάζ, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία και Τσεχοσλοβακία.

Η συνθήκη όριζε σε γενικές γραμμές τα εξής: η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέδιδε την κυριαρχία της Μεσοποταμίας (Ιράκ), της Παλαιστίνης και της Υπεριορδανίας στη Βρετανία ως προτεκτοράτα της Κοινωνίας των Εθνών, τη Συρία και τον Λίβανο στη Γαλλία -επίσης ως προτεκτοράτα- και η Ανατόλια υπαγόταν πλέον στη σφαίρα επιρροής της Ιταλίας. Η Χετζάζ (μέρος της σημερινής Σαουδικής Αραβίας), το Κουρδιστάν και η Αρμενία προβλεπόταν να γίνουν ανεξάρτητα κράτη.

Σε ό,τι αφορά ιδιαίτερα την Ελλάδα, σύμφωνα με την ως άνω Συνθήκη παραχωρούνταν τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος, καθώς και η Ανατολική Θράκη μέχρι τη γραμμή της Τσατάλτζας κοντά στην Κωνσταντινούπολη· δηλ. η Ελλάδα επανακτούσε την Ανατολική Θράκη, χωρίς όμως την ιστορική πρωτεύουσα του ελληνισμού, αφού η Πόλη και όλη η περιοχή των Στενών ανακηρύσσονταν διεθνοποιημένη ζώνη, υπό την επιτροπεία των μεγάλων δυνάμεων. Η περιοχή της Σμύρνης έμενε υπό την ονομαστική επικυριαρχία του Σουλτάνου, αλλά θα διοικούνταν από Έλληνα αρμοστή ως εντολοδόχο των Συμμάχων και θα μπορούσε να προσαρτηθεί στην Ελλάδα μετά από πέντε χρόνια μετά τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Το άρθρο 26 της Συνθήκης όριζε ακόμα ότι αν οι οθωμανικές αρχές δεν συναινούσαν στην εφαρμογή της, θα εξέπιπταν από την κυριαρχία τους στην Κωνσταντινούπολη, την οποία θα μπορούσε να καταλάβει η Ελλάδα, κάτι το οποίο έντεχνα είχε προωθήσει ο Βενιζέλος.

Ένα μυστικό Σύμφωνο της Συνθήκης των Σεβρών όριζε ακόμη ότι η Βόρεια Ήπειρος (Νότια Αλβανία) θα ενσωματωνόταν στην Ελλάδα· ήταν το μυστικό Σύμφωνο Βενιζέλου-Τιττόνι, το οποίο εθεωρείτο ότι αποκαθιστούσε την εδαφική αδικία που έγινε στους Έλληνες, όταν το 1912 (με την ίδρυση του αλβανικού κράτους) οι μεγάλες δυνάμεις έκαναν «δώρο» στην Αλβανία τη Βόρειο Ήπειρο. Η Ιταλία συμφώνησε ακόμα να παραχωρήσει τα Δωδεκάνησα (εκτός από τη Ρόδο και το Καστελλόριζο) στην Ελλάδα, και όταν η Βρετανία έδινε στο μέλλον την Κύπρο στην Ελλάδα, τότε (μετά από δημοψήφισμα και πάλι) θα παραχωρούνταν και αυτά τα νησιά στη χώρα μας. Πάντως, πρέπει να σημειώσουμε πως η τελευταία αυτή συμφωνία ακυρώθηκε από την Ιταλία το 1922, επειδή κρίθηκε ασύμφορη για τα ιταλικά συμφέροντα).

Ένα άλλο σημείο της Συνθήκης των Σεβρών αφορούσε τα στενά των Δαρδανελίων και τη θάλασσα του Μαρμαρά, που πλέον αποστρατικοποιήθηκαν και έγιναν προσωρινά διεθνής περιοχή. Έτσι, οι Σύμμαχοι απέκτησαν τον οικονομικό έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επίσης καθορίζονταν η ισότητα και τα δικαιώματα των χριστιανικών μειονοτήτων…

Όμως από την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών απουσίαζε η Ρωσία, που από το 1917 είχε υποπέσει υπό κομμουνιστικό έλεγχο. Οι Ρώσοι κομμουνιστές, προσανατολιζόμενοι σε σχηματισμό άξονα με τους Οθωμανούς, υπέγραψαν ξεχωριστή συνθήκη μαζί τους. Μετά την επικράτηση των Νεότουρκων, που μετέφεραν την πρωτεύουσα από την Κωνσταντινούπολη στην Άγκυρα, καθώς και τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι σύμμαχοι υπέγραψαν νέα συνθήκη ειρήνης, την περίφημη Συνθήκη της Λωζάνης, το 1923, με ευνοϊκότερους όρους για τη νεοϊδρυθείσα Τουρκία.

Η Συνθήκη της Λωζάνης ήταν η συνθήκη ειρήνης που έθεσε τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας. Υπογράφηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας στις 24 Ιουλίου 1923 από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις άλλες χώρες που πολέμησαν στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο (1914-1918) και τη Μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922) και συμμετείχαν επίσης στη Συνθήκη των Σεβρών, συμπεριλαμβανομένης αυτή τη φορά και της Σοβιετικής Ένωσης (ΕΣΣΔ), που δεν συμμετείχε στην προηγούμενη συνθήκη.

Το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της νέας Συνθήκης ήταν ότι κατάργησε τη Συνθήκη των Σεβρών (που, να σημειωθεί, δεν είχε γίνει αποδεκτή από τη νέα κυβέρνηση της Τουρκίας που διαδέχθηκε τον Σουλτάνο της Κωνσταντινούπολης). Μετά την εκδίωξη από τη Μικρά Ασία του ελληνικού στρατού από τον τουρκικό υπό την ηγεσία του Κεμάλ Ατατούρκ, εμφανίστηκε η ανάγκη για αναπροσαρμογή της συνθήκης των Σεβρών. Γι’ αυτό, στις 20 Οκτωβρίου του 1922 ξεκίνησε το συνέδριο που διακόπηκε μετά από έντονες διαμάχες στις 4 Φεβρουαρίου 1923, για να ξαναρχίσει στις 23 Απριλίου του ιδίου έτους. Το τελικό κείμενο υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου μετά από 7,5 ολόκληρους μήνες διαβουλεύσεων.

Με τη Συνθήκη της Λωζάνης, η Τουρκία πήρε πίσω κάποια χαμένα εδάφη της: ανέκτησε την Ανατολική Θράκη, δύο νησιά του Αιγαίου (Ίμβρος και Τένεδος), μια λωρίδα γης κατά μήκος των συνόρων με τη Συρία, την περιοχή της Σμύρνης, καθώς και τη διεθνοποιημένη ζώνη των Στενών, η οποία όμως προβλεπόταν ότι θα έμενε αποστρατικοποιημένη και αντικείμενο νέας διεθνούς διάσκεψης. Παραχώρησε τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία, όπως προέβλεπε και η συνθήκη των Σεβρών, αλλά χωρίς πρόβλεψη για δυνατότητα αυτοδιάθεσης. Ανέκτησε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα σε όλη της την επικράτεια και απέκτησε δικαιώματα στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε όλη την επικράτειά της, εκτός της ζώνης των Στενών.

Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει σε είδος (ελλείψει χρημάτων) τις πολεμικές επανορθώσεις. Η αποπληρωμή έγινε με επέκταση των τουρκικών εδαφών της Ανατολικής Θράκης πέρα από τα όρια της συμφωνίας. Τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος παραχωρήθηκαν στην Τουρκία με τον όρο ότι θα διοικούνταν με ευνοϊκούς όρους για τους Έλληνες. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχασε την ιδιότητα του Εθνάρχη που έφερε προηγουμένως και το Πατριαρχείο τέθηκε υπό ειδικό διεθνές νομικό καθεστώς.

Σε αντάλλαγμα, η Τουρκία παραιτήθηκε από όλες τις διεκδικήσεις για τις παλιές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκτός των συνόρων της και εγγυήθηκε τα δικαιώματα των μειονοτήτων στην Τουρκία. Με ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποφασίστηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών από τις δύο χώρες και η αποστρατικοποίηση κάποιων νησιών του Αιγαίου.

Η ανταλλαγή μειονοτήτων που πραγματοποιήθηκε προκάλεσε μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών. Μετακινήθηκαν από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη στην Ελλάδα 1.650.000 Τούρκοι υπήκοοι (άλλοι κάνουν λόγο για περίπου 2.000.000), ελληνικής καταγωγής και χριστιανικού θρησκεύματος και από την Ελλάδα στην Τουρκία 670.000 Έλληνες υπήκοοι, τουρκικής συνείδησης και μουσουλμανικού θρησκεύματος. Η θρησκεία πάντως και όχι η εθνικότητα αποτέλεσε το βασικό κριτήριο για την ανταλλαγή των πληθυσμών. Σύμφωνα με το άρθρο 2β της συνθήκης χρησιμοποιήθηκε ο όρος «Μουσουλμάνοι» και όχι «Τούρκοι». Αυτό οφείλεται στο ότι κατά την Οθωμανική αυτοκρατορία η θρησκεία μετρούσε πολύ περισσότερο από ό,τι η εθνικότητα και από την άλλη πλευρά η Τουρκία ήθελε όλοι οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης να παραμείνουν στις εστίες τους.

Μεταξύ των ανταλλάξιμων πληθυσμών περιλαμβάνονταν επίσης οι Έλληνες του Πόντου, αλλά και τουρκόφωνοι Έλληνες, όπως τουρκόφωνοι Πόντιοι και Καραμανλήδες της Καππαδοκίας (όλοι αυτοί ήρθαν στην Ελλάδα), καθώς και ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι, όπως οι Βαλαάδες της Δυτικής Μακεδονίας, που πήγαν στην Τουρκία. Εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή οι Έλληνες κάτοικοι της νομαρχίας της Κωνσταντινούπολης (οι 125.000 μόνιμοι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκιποννήσων και των περιχώρων, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1918) και οι κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου (6.000 κάτοικοι), ενώ στην Ελλάδα παρέμειναν 110.000 Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης.

Επιπλέον, βάσει του άρθρου 23 της Συνθήκης της Λωζάνης, η Τουρκία απεμπόλησε πλήρως τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί της Κύπρου. Τα δικαιώματα αυτά τα επανέκτησε μόνο μετά τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, το 1959, όταν και ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, με την Τουρκία να είναι «εγγυήτρια δύναμη» από κοινού με την Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο. Πάνω σ’ αυτή την επανάκτηση των δικαιωμάτων της επί της Κύπρου, η Τουρκία βασίστηκε νομικά για να πραγματοποιήσει την εισβολή στη Μεγαλόνησο το καλοκαίρι του 1974…

Όπως βλέπουμε από όλα τα παραπάνω, γύρω από τις δύο αυτές Συμφωνίες -των Σεβρών και της Λωζάνης- υπήρχαν είτε μυστικά Σύμφωνα (όπως του Βενιζέλου-Τιττόνι), είτε ξεχωριστές συμφωνίες, όπως εκείνη περί της ανταλλαγής πληθυσμών ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία. Επρόκειτο για συμπληρώματα στις Συνθήκες, τα οποία ασχολούνταν με πιο εξειδικευμένα θέματα που αφορούσαν τις διμερείς σχέσεις κρατών. Τα μυστικά Σύμφωνα και οι ξεχωριστές συμφωνίες φανερώνουν ότι πάντοτε σχεδόν γύρω από μεγάλες διεθνείς Συνθήκες υφίστανται τα λεγόμενα «μυστικά παραρτήματά» τους, τα οποία ναι μεν συμφωνούνται (και υπογράφονται) από τις ενδιαφερόμενες πλευρές, αλλά δεν δημοσιοποιούνται- τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια που ακολουθούν…

Και εδώ προκύπτει το μείζον ερώτημα: υπάρχει άραγε τέτοιο «μυστικό παράρτημα», δορυφορικό της Συνθήκης της Λωζάνης, το οποίο να προβλέπει ότι μετά από 100 χρόνια η ως άνω Συνθήκη λήγει; Αυτό φοβούνται πολλοί. Και ναι μεν, τέτοιο άρθρο δεν υπάρχει στην επίσημη Συνθήκη της Λωζάνης, δεν γίνεται δηλ. πουθενά ρητή αναφορά ότι κάποτε αυτή τερματίζεται (σε συγκεκριμένη ημερομηνία). Εάν όμως υπάρχει «μυστικό παράρτημα» που να προβλέπει ότι πράγματι μετά από έναν αιώνα, δηλ. εν έτει 1923, η Συνθήκη αυτή αυτομάτως παύει να υφίσταται; Στην περίπτωση αυτή, η απάντησή μας είναι βραχεία, αλλά με νόημα: τότε, δικαιολογείται ο φόβος πολλών ότι το 2023 θα έχουμε νέα σύνορα στην περιοχή, αφού μία νέα Συνθήκη πολέμου θα αντικαταστήσει αυτή της Λωζάνης!

79 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates