• .

Ο “Τρίτος Δρόμος” στην Ελλάδα

Η μικροαστική ιδεολογία στη σύγχρονη ελληνική ιστορία

Καλοκαίρι 2007

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ «ΤΡΙΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ» ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Αντίθετα απ’ ότι πιστεύεται ευρέως στην Ελλάδα, η λεγόμενη «φασιστική» ιδεολογία δεν έχει καθόλου να κάνει με τη Χούντα, το βασιλιά ή κομματικές παραφυάδες τύπου ΕΠΕΝ, αλλά με έναν άλλον πολιτικό χώρο, εν πολλοίς ανεξερεύνητο: τον χώρο του πολιτικού κέντρου που πρεσβεύει τον τριτοκοσμικό χαρακτήρα της Ελλάδας και την μικροαστική φύση της κοινωνίας της. [Όταν μιλούμε περί «τρίτου κόσμου» καθόλου δεν εννοούμε την υπανάπτυκτη Αφρική, αλλά τις χώρες εκείνες του Διάμεσου Χώρου της Ευρασίας και της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες χωρίς να ανήκουν εξολοκλήρου στη Δύση ή στην Ανατολή, απαρτίζουν μία εναλλακτική γεωπολιτική πραγματικότητα]

Ήδη στον αρχαιοελληνικό στοχασμό ήταν παρόντα παρόμοια ιδεολογικά στοιχεία. Χαρακτηριστικό για αυτό είναι το έργο του Πλάτωνα, στην «Πολιτεία» του οποίου εντοπίζουμε τις βάσεις ενός πρώιμου ολοκληρωτικού καθεστώτος. Άλλωστε πολύ πρόσφατα «κατηγορήθηκε» ο Πλάτωνας ως ο ουσιαστικός «πατέρας» αφενός του σταλινισμού και αφετέρου του χιτλερισμού. Κυρίαρχο παραμένει από την αρχαιότητα το πρόταγμα του αρχαίου Έλληνα στοχαστή: «Οι άρχοντες να γίνουν φιλόσοφοι ή οι φιλόσοφοι άρχοντες»!

Στο διεθνές πολιτικό στερέωμα των σύγχρονων καιρών την ιδιάζουσα αυτή ιδεολογία του «τρίτου δρόμου» (ή αλλιώς «τρίτη ιδεολογία») την έθεσε τον 18ο αιώνα ο Γάλλος φιλόσοφος και διανοούμενος του διαφωτισμού Ζαν-Ζακ Ρουσσώ (Jean-Jack Rousseau, 1712-1778). Αν και θεωρείται εκ των προδρόμων της φιλελεύθερης αντίληψης της πολιτικής και της οικονομίας, εντούτοις η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για τον άνθρωπο που δημιούργησε το σύγχρονο «καλούπι» της τριτοδρομικής αντίληψης των πραγμάτων, όπως εξάλλου διαφαίνεται και από την εργογραφία του. Πράγματι, τόσο στο θεμελιώδες έργο του «Το κοινωνικό συμβόλαιο», όσο και στα οικονομικά, παιδαγωγικά ή ανθρωπολογικά του έργα είναι εμφανής η αποστροφή του προς την άναρχη σκέψη του φιλελεύθερου Βολτέρου και η εμμονή του προς ένα μοντέλο ολοκληρωτικής δημοκρατίας: στο «Κοινωνικό συμβόλαιο» η περίφημη «γενική βούληση» δεν είναι παρά ο απόλυτος άρχοντας-«εικόνα» του έθνους, που δεν είναι παρά ο ίδιος ο αντικατοπτρισμός του κυρίαρχου λαού.

Στην Ελλάδα όλο το ρουσσωικό πολιτικό σύστημα εκφράστηκε κατά πρώτο από το Ρήγα Βελεστινλή (Φεραίο) και τον Γιάννη Μακρυγιάννη, μέσα βέβαια στις ιδιαίτερες ελληνικές συνθήκες και ενόψει της επανάστασης κατά της οθωμανικής εξουσίας. Το έργο του Ρήγα, εκτός του ότι είναι έντονα σοσιαλιστικό και διεθνιστικό, εμπνέεται σαφώς από το Ρουσσώ και είναι σφόδρα υπέρ της λαϊκής κυριαρχίας. Απ’ την άλλη, δε χρειάζεται ασφαλώς να ειπωθεί τίποτα για τον Μακρυγιάννη, εμπνευστή και κινητήριο μοχλό της λαοκρατικής επανάστασης της 3ης του Σεπτέμβρη (1843), όπου η επιταγή για Σύνταγμα δεν υπήρξε παρά η εφαρμογή της ρουσσωικής ιδέας περί «γενικής βούλησης».

Εν γένει, με όρους της πολιτικής επιστήμης, ιδού τα κυριότερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ιδεολογίας του «τρίτου δρόμου»:

1. είναι η κοινωνική ιδεολογία του αγροτικού και του μικροαστικού πληθυσμού μιας χώρας. Στην Ελλάδα τα κοινωνικά αυτά στρώματα πολύ εύστοχα ονομάστηκαν «μη προνομιούχοι», με την έννοια πως, αν και αποτελούν τα 3/4 του ενεργού ελληνικού πληθυσμού, εντούτοις για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεναν έξω απ’ το κύριο παιχνίδι της εξουσίας.

2. αρνείται την καπιταλιστική θεώρηση των κοινωνικών καταστάσεων, αλλά ταυτόχρονα και την κομμουνιστική αντίληψη, εφόσον δεν καταμερίζει την κοινωνία σε τάξεις (όπως ο κομμουνισμός), αλλά τη βλέπει ως ενιαίο σύνολο (το «έθνος»). Η κοινωνία δεν διασπάται σε κομμάτια, παρά είναι ένας ζωντανός οργανισμός ευρισκόμενος σε ενότητα λειτουργιών (οι τάξεις εκλαμβάνονται ως τεχνητό δημιούργημα-αποτέλεσμα εξελικτικών διαδικασιών).

3. είναι βέβαια διεθνιστικός (εφόσον βάζει τον άνθρωπο στην κορυφή των αξιών του), πρώτιστα όμως είναι σοσιαλισμός εθνικού τύπου. Αυτό συμβαίνει, επειδή κάθε εφαρμογή μέτρων κοινωνικού χαρακτήρα πρέπει να δομείται θεωρητικά και να μετουσιώνεται πρακτικά μέσα στα όρια ενός κράτους, αφού πουθενά στον κόσμο δεν γίνεται να έχουμε «επανάληψη» μιας συγκεκριμένης κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης παράλληλα σε δύο ή και παραπάνω κράτη.

4. αποδέχεται την παράδοση, όχι όμως σαν μια στείρα «αναπόληση της γριούλας», αλλά μέσα στα πλαίσια του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού. Είναι ο λεγόμενος «παραδοσιακός μοντερνισμός», που δεν είναι άρνηση ούτε του χθες ούτε του αύριο. Δεν μπορεί επομένως να έχει σχέση με την μονίμως παραπονούμενη συντηρητική θέση, που «κλαίγεται» ασταμάτητα για το «ξερίζωμα της παράδοσης», ενώ την ίδια ώρα λυσσαλέα στηρίζει την κάθε βιαστική (και αρκετές φορές λαθεμένη) «καινοτομία».

5. δεν αρνείται την ύλη, ούτε όμως και την θεοποιεί. Έχει μεταφυσικές τάσεις, αν ληφθεί υπόψη ότι πάντα δημιουργεί το «ηρωικό πρότυπο», την ηγετική λαϊκή φιγούρα, που συχνά γίνεται θρύλος. Παρόλα αυτά στηρίζεται στην «τέχνη» της διαλεκτικής, με τη σύνθεση των «άκρων», που παίρνει σάρκα και οστά στη δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας, που ορίζεται πάνω στον πολιτικό άξονα στη θέση του πολιτικού Κέντρου.

Ως λαοκρατία ο «τρίτος δρόμος» δεν είναι δυνατό να αποδέχεται τον κοινοβουλευτισμό (αντιπροσώπευση), παρά μόνο σαν μια ενδιάμεση και προσωρινή κατάσταση. Άρα είναι εκ των πραγμάτων υπέρ της άμεσης δημοκρατίας, που προωθεί τη συμμετοχή του λαού στη λήψη των αποφάσεων. Εκφραστής του λαού και των θελήσεών του είναι ο λαϊκός ηγέτης, που μέσω του ποπουλισμού (λαϊκισμού) λειτουργεί τόσο ως δέκτης των επιταγών των υπηκόων του όσο και ως πομπός της ενότητας και της κοινής πορείας του έθνους. Από αυτά συνεπάγεται ότι η σοσιαλφασιστική ιδεολογία δεν μπορεί να έχει σχέση με την ακροδεξιά, που, μίζερη και ρατσιστική, θέτει εαυτόν στο περιθώριο του πολιτικο-κοινωνικού φάσματος και είναι πρεσβευτής της πάσης φύσης εθνικοφροσύνης και συντηρητισμού. Συνεπώς η ταύτιση του φασισμού με το παλάτι ή τον Παπαδόπουλο είναι εντελώς αντιεπιστημονική και παράλογη.


ΚΡΥΠΤΟΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΡΙΤΟΚΟΣΜΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ


Αντίθετα απ’ ότι πιστεύεται, το να κατατάσσεται μία ιδεολογική κίνηση σε ένα σημείο του άξονα «Δεξιά – Κέντρο – Αριστερά» του πολιτικού φάσματος μόνο και μόνο σύμφωνα με αντιλήψεις άλλων για τη θεωρία και την πρακτική της είναι πλήρης αυθαιρεσία. Ένα πολιτικό σχήμα τοποθετείται ως ιδεολογικό δυναμικό αποκλειστικά και μόνο μέσα από τις ίδιες του τις θεωρήσεις και τη συνολική του δράση και όχι από τις γνώμες κάποιων τρίτων. Δηλαδή με δυο λόγια κάθε τέτοιος σχηματισμός τελικά αυτοπροσδιορίζεται, δεν είναι «ετερόφωτος», πόσο μάλλον όταν συχνά υπάρχει απέναντί του κριτική διάθεση ή και εχθρότητα.

Όπως λοιπόν είπαμε και στην προηγούμενη παράγραφο, η ελληνική μικροαστική ιδεολογία (που περιλαμβάνει στα ελληνικά δεδομένα και τον αγροτικό πληθυσμό, ενώ συχνά αλληλοκαλύπτεται με το «ανώτερο» προλεταριάτο ή ακόμα και με μικρό μέρος της μεγαλοαστικής τάξης!) δεν μπορεί να είναι η άκρα Δεξιά, ούτε και η συντηρητική μοναρχία: τούτο, γιατί η μεν πρώτη είναι αριθμητικά αμελητέα σε σύγκριση με την μικροαστική τάξη, η δε δεύτερη είναι από τους κύριους εκπροσώπους του «κατεστημένου» και συνεπώς δεν μπορεί να έχει σχέση με τις λαϊκές απαιτήσεις. Η μικροαστική ιδεολογία στην Ελλάδα δεν κατάφερε να γίνει κυρίαρχο αυτοτελές πολιτικό ρεύμα παρά μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με τη ραγδαία άνοδο του ΠΑΣΟΚ. Ως τότε βρίσκονταν «κρυμμένη» είτε σε διάφορα επαναστατικά σχήματα του «περιθωρίου» είτε στοιχεία της εκλαμβάνονταν από άλλες πολιτικές δυνάμεις της Δεξιάς ή της Αριστεράς (για παράδειγμα η επταετής δικτατορία της 21ης Απριλίου είχε πλήθος τέτοιων στοιχείων τόσο στο οικονομικό της πρόγραμμα όσο και στην εξωτερική της πολιτική).

Ο τροτσκισμός υπήρξε πάντοτε μία «περίεργη» ιδεολογική οντότητα, με τους πολιτικούς επιστήμονες να δυσκολεύονται όχι μόνο να τον ερμηνεύσουν με σαφήνεια, αλλά και να τον κατατάξουν κάπου συγκεκριμένα! Χώρια που «φήμες» έδιναν και έπαιρναν για τις σχέσεις του ίδιου του Λεφ Τρότσκι ή ανώτερων τροτσκιστών πότε με τεκτονικές στοές και πότε με τις ίδιες τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών! Το δε σύμβολο του τροτσκισμού (ο ανατέλλων ήλιος) «κατηγορήθηκε» αμέσως ως μασονικής προέλευσης! [Μαντέψτε ποιο κόμμα έχει αυτό το σύμβολο ως κομματικό του έμβλημα στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης!] Όποιος όμως μελετήσει προσεκτικότερα το έργο και τη δραστηριότητα του ιδίου του Τρότσκι και των κορυφαίων συνεργατών του θα καταλάβει γρήγορα ότι έχει να κάνει με κλασική περίπτωση ιδεολόγου του «τρίτου δρόμου» και όχι απλά με έναν «αποστάτη» του κομμουνισμού, που πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή την «προδοσία» του (από τους πράκτορες του Στάλιν, το 1940, στο Μεξικό)!

Στην Ελλάδα το τροτσκιστικό κίνημα υπήρξε μικρό σε αριθμό μελών, πλην όμως συμπαγές, ενώ από τις τάξεις του πέρασαν αξιόλογες προσωπικότητες της επιστήμης και της πολιτικής. Είναι γνωστό ότι από τον τροτσκιστικό χώρο πέρασαν μεταξύ άλλων ο γνωστός φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης, αλλά και ο μετέπειτα ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, αμφότεροι σε νεαρή ηλικία! Εξάλλου ο Καστοριάδης πάντοτε υποστήριζε στα έργα του το πολιτικό σύστημα της άμεσης δημοκρατίας, ο δε Ανδρέας το έβαλε ως βάση της θεωρητικής πλατφόρμας του ΠΑΚ στα τέλη της δεκαετίας του 1960...

Εκείνος όμως που έγινε κυρίως γνωστός από τη συμμετοχή του στον τροτσκισμό και επέμεινε μέχρι το τέλος του γήινου βίου του σ’ αυτόν υπήρξε ο Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο), μια προσωπικότητα γύρω απ’ την οποία ακόμα και σήμερα υφίσταται παχύς πέπλος μυστηρίου. Για πολλούς ο Πάμπλο ήταν απλά ένας ρομαντικός, ένας «Δον Κιχώτης» του 20ού αιώνα, για άλλους ένας επικίνδυνος επαναστάτης («κατηγορήθηκε» και ως αρχηγός της 17Ν!), ικανός να εμψυχώσει θετικές κοινωνικές αλλαγές, ενώ για μερικούς δεν ήταν τίποτα περισσότερο από «ειδικό συνεργάτη» της CIA!... Ο καθένας μπορεί βέβαια να λέει ό,τι επιθυμεί, όμως από το έργο του και την πολιτική του τοποθέτηση ο Πάμπλο (γραμματέας μάλιστα επί χρόνια της παγκόσμιας οργάνωσης των τροτσκιστών, της περίφημης Τέταρτης Διεθνούς) ανήκει σαφώς στον «τρίτο δρόμο»: υποστήριζε έντονα τα «τριτοδρομικά» αιτήματα (άμεση δημοκρατία, αυτοδιαχείριση), ενώ βοηθούσε ανάλογα πολιτικά «πειράματα», όπως π.χ. την αλγερινή αυτοδιάθεση, τη λιβυκή επανάσταση του Καντάφι, αλλά και το ΠΑΚ του προσωπικού του φίλου Ανδρέα Παπανδρέου...

Πριν τον Πάμπλο, βασικός εκφραστής του ελληνικού τροτσκισμού υπήρξε ο Δημήτρης Γιωτόπουλος (Βίττε), επικεφαλής τη δεκαετία του 1930 της κίνησης των «αρχειομαρξιστών», οι οποίοι απάρτιζαν μία μικρή αριθμητικά και «κλειστή» ομάδα υπό την ονομασία «Εργασία». Η ιστορία της «Εργασίας», που άρχισε να «σκαλίζεται» σχεδόν 70 χρόνια μετά, με αφορμή τη σύλληψη του γιου του Γιωτόπουλου, Αλέξανδρου, ως «εγκέφαλου» της επαναστατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη», παραμένει εν πολλοίς ένα μεγάλο μυστήριο, εφόσον οι πηγές γι’ αυτήν είναι ελάχιστες. Στα απομνημονεύματά του («Η πολιτική μου αυτοβιογραφία») ο Ράπτης γράφει και τα εξής ενδιαφέροντα για την πρώτη του συνάντηση με τον Γιωτόπουλο, που διαδραματίζονται μέσα σε μια παράξενη ατμόσφαιρα, που θα ταίριαζε περισσότερο σε αστυνομικό θρίλερ: «Ένα βράδυ [...] πήγα σε ένα φτωχικό εργατικό δωμάτιο στον Βοτανικό. Μέσα τρεμόφεγγε μια λάμπα πετρελαίου, και σε μια καρέκλα είδα καθισμένη την «Εργασία» αμίλητη, χωρίς να διακρίνω ακόμα το πρόσωπό της. Επικράτησε εσκεμμένη σιωπή, ίσως και για ένα τέταρτο. Σε μια στιγμή, η «Εργασία» αρχίζει αργά να περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της, ώσπου βλέπω επιτέλους καθαρά το πρόσωπό της. Εντυπωσιακό, μεγάλο μέτωπο, και δυο βαθιά γαλανά μάτια. Με το αριστερό της χέρι κρατά το πιγούνι της, κρύβοντας λίγο το στόμα. Ακόμα μερικά λεπτά βαριάς επιβλητικής σιωπής, και μετά μερικές αργές φράσεις [...] η επίσκεψη τελείωσε με δικιά μου πρώτη εντύπωση ότι η «Εργασία» διευθύνεται από άνθρωπο λιγόλογο, σοβαρό, καταρτισμένο. Είδα αρκετές φορές μετά τον Γιωτόπουλο, ακόμα και στο Παρίσι στο διάστημα του πολέμου [...]».

Εντύπωση προκαλεί βέβαια το ότι ο Πάμπλο ταυτίζει την οργάνωση με τον αρχηγό της, κάτι που αποτελεί καθαρά χαρακτηριστικό γνώρισμα του «τρίτου δρόμου», όπου ο ηγέτης πάντοτε αντανακλά και «γίνεται ένα» με το κίνημα. Ακολούθησε η δικτατορία του Μεταξά και ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος, με τους Έλληνες «τριτοδρομικούς» να διασκορπίζονται είτε στο εξωτερικό είτε να παραμένουν απομονωμένοι στην Ελλάδα. Οι διαδόσεις και πάλι «οργίαζαν», ότι ο Γιωτόπουλος συνεργάστηκε ως μυστικός πράκτορας με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά «στημένη υπόθεση» και άλλα πολλά ανάλογα, παρμένα μέσα από τον κόσμο της συνωμοσιολογίας και – ίσως – και της φαντασίας...

Ο Ράπτης αποχώρησε απ’ την Ελλάδα το 1937 και έκτοτε είχε ως βάση του το Παρίσι, μέχρι το 1974, που επανήλθε στην πατρίδα του. Συμμετείχε ενεργά στη διεθνή πολιτική και κατόρθωσε να αποκτήσει προσβάσεις τέτοιες, που προβλημάτισαν πολλούς: από τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του τρίτου κόσμου μέχρι και μεγάλες προσωπικότητες της Δύσης και της Ανατολής! Έφτασε μάλιστα στο σημείο να οριστεί και επίτιμος πρόξενος της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αλγερία από τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, που προσπαθούσε να εντάξει την Κύπρο στην τροχιά των αδέσμευτων χωρών! Για τη σχέση αυτή ειπώθηκαν πάρα πολλά, όμως οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν είναι τυχαία η σύνδεση του Πάμπλο με το καθεστώς του Μακάριου, σε μια εποχή μάλιστα όπου σαν τα μανιτάρια «ξεφύτρωναν» στη Μεσόγειο αδέσμευτα τριτοκοσμικά καθεστώτα (π.χ. Λιβύη του Καντάφι, Μάλτα του Μίντοφ κτλ.).

Μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο πάντως οι συνθήκες ανάπτυξης ανάλογων κινημάτων ήταν εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι και αδύνατη. Ήταν η περίοδος του ψυχρού ή ψυχολογικού πολέμου ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις (ΗΠΑ και ΕΣΣΔ) και η Ελλάδα, έχοντας από το 1947, με το δόγμα Τρούμαν και το σχέδιο Μάρσαλ, ενταχθεί στη σφαίρα επιρροής των Αμερικανών, ανέλαβε την εφαρμογή φιλοδυτικής και αντικομμουνιστικής πολιτικής. Οι Αμερικανοί μετέτρεψαν την Ελλάδα σε μια τεράστια βάση προώθησης των συμφερόντων τους: έφτιαξαν σειρά στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο ελληνικό έδαφος («βάσεις»), δημιούργησαν υπηρεσία πληροφοριών κατά τα πρότυπα της CIA, την ΚΥΠ (που τα αρχικά της σημαίνουν ό,τι ακριβώς και της «αδερφής» αμερικανικής υπηρεσίας!), ίδρυσαν νέο πολεμικό σώμα κομάντος, τα περίφημα ΛΟΚ (Λόχοι Ορεινών Καταδρομών), προς αντιμετώπιση κομμουνιστικών ενεργειών αντάρτικου και γενικά εφάρμοσαν προγραμματισμό τέτοιο, που έλαβε την κωδική ονομασία «Κόκκινη Προβιά» (“Red Sheep Skin”). Και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50 φαίνεται ότι έλεγχαν απόλυτα το παιχνίδι...


ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1960: ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΟΥ ΞΥΡΑΦΙΟΥ!


Οι βουλευτικές εκλογές του 1958 αποτέλεσαν για την Ελλάδα κομβικό σημείο της σύγχρονής της εξέλιξης. Είχαν προκληθεί μετά από την πτώση της κυβέρνησης Καραμανλή και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, ύστερα από μια ενέργεια των μεγαλοστελεχών της ΕΡΕ Ράλλη και Παπαληγούρα: οι δυο τους διαφώνησαν με τον πρωθυπουργό τους που είχε αναλάβει το 1955 (μετά τον ξαφνικό θάνατο του στρατάρχη Παπάγου) και δε δίστασαν να προβούν σ’ αυτή την πρώτη «αποστασία», προάγγελο κατά πολλούς εκείνης του 1965 και εντελώς ξεχασμένης για τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Έτσι στις εκλογές του 1958 η ΕΡΕ κέρδισε μεν εκ νέου την εξουσία, όμως – ελλείψει δυνατού κεντρώου κόμματος-αντίβαρου στη Δεξιά – αξιωματική αντιπολίτευση αναδείχτηκε η φιλοκομμουνιστική ΕΔΑ, που κατά τη Δύση χειραγωγούνταν απευθείας από το παράνομο τότε ΚΚΕ και τη Μόσχα! Το εκπληκτικό ποσοστό της ΕΔΑ, της τάξης του 25%, πανικόβαλε την ελληνική κυρίαρχη πολιτική κάστα και τις ΗΠΑ, που έπρεπε να βρουν άμεσα τρόπο αποφυγής του κινδύνου που ελλόχευε...

Το 1959, λίγους μόνο μήνες μετά τις εκλογές, επιστρέφει στην Ελλάδα μετά από 20 χρόνια ο Ανδρέας Παπανδρέου, γιος του ηγετικού παράγοντα του Κέντρου, Γεωργίου. Αν και τα πρώτα χρόνια δεν ασχολείται ενεργά με την ελληνική πολιτική, εντούτοις και εντελώς ξαφνικά κατεβαίνει την τελευταία στιγμή υποψήφιος το 1964 και από τότε αρχίζει ο πολιτικός του θρύλος...

Παράλληλα, το 1960, γίνεται η πρώτη προσπάθεια εφαρμογής του σχεδίου δημιουργίας ενός άλλου εναλλακτικού κυβερνητικού πόλου, ενός δεύτερου μεγάλου «εθνικού» κόμματος (πέραν της ΕΡΕ), που να απηχεί τις κεντρώες απόψεις και να συνενώνει όλες τις δυνάμεις του πολιτικού Κέντρου, που ως τότε ήταν διασπασμένες σε πολλά μικρά και αδύναμα κομμάτια. Ο στόχος προφανής: να ανακοπεί η πορεία της ΕΔΑ, που πιθανώς να ενδυναμώνονταν στη συνέχεια και να στραφούν οι τυχόν δυσαρεστημένοι της ΕΡΕ σε ένα «λογικό» πολιτικό κόμμα και όχι στους ακραίους κομμουνιστές με τις «ύποπτες» διασυνδέσεις. Κι όλα αυτά ενώ μαίνονταν πάνω στον πλανήτη ο ψυχρός πόλεμος ανάμεσα στο δυτικό και το ανατολικό μπλοκ με πρωτοφανή περιστατικά κατασκοπείας, τα περισσότερα των οποίων ίσως δεν βγουν ποτέ στο φως της δημοσιότητας...

Αφορμή για την ίδρυση της πρώτης «Ένωσης Κέντρου», υπό την ονομασία Κίνηση Εθνικής Αναδημιουργίας (ΚΕΑ), υπήρξε η υπογραφή απ’ τον Καραμανλή την προηγούμενη χρονιά των συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου για την Κύπρο, που η αντιπολίτευση χαρακτήρισε τότε ως προδοτικές. Η ΚΕΑ δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία κυρίως του Σοφοκλή Βενιζέλου, γιου του άλλοτε εθνικού ηγέτη Ελευθερίου, και ως επικεφαλής της είχε τον... στρατηγό Γεώργιο Γρίβα-Διγενή, ηγέτη στη δεκαετία του 1940 της περιβόητης Ομάδας «Χ» και αργότερα αρχηγό της θρυλικής ΕΟΚΑ, που ανέλαβε τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Κύπριων κατά της αγγλικής εξουσίας!

Η κίνηση όμως αυτή δεν προχώρησε. Έτσι την επόμενη χρονιά επαναλαμβάνεται το «πείραμα», αυτή τη φορά με τη δημιουργία της Ένωσης Κέντρου (ΕΚ), με επικεφαλής της τον παλαιό κεντρώο ηγέτη Γεώργιο Παπανδρέου, πρωθυπουργό της απελευθέρωσης στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Η ΕΚ εξαρχής ακολουθεί μια «έξαλλη» αντιπολιτευτική εκστρατεία κατά του πρωθυπουργού Καραμανλή, με τον περίφημο «ανένδοτο αγώνα», μη διστάζοντας παράλληλα να προσεγγίσει και το ίδιο το παλάτι, με βασιλιά τότε τον Παύλο και βασίλισσα τη Φρειδερίκη.

Κρίσιμο χρονικό σημείο αποτέλεσαν οι εξελίξεις του καλοκαιριού του 1963. Είχαν προηγηθεί οι εκλογές του 1961, που χαρακτηρίστηκαν ως «οι εκλογές της βίας και της νοθείας», με την εφαρμογή του στρατιωτικού σχεδίου «Περικλής» (απ’ την ομάδα στρατιωτικών ΙΔΕΑ, που αργότερα έκανε το πραξικόπημα του 1967), το οποίο όμως στρέφονταν όχι κατά των κεντρώων σχηματισμών (στην περίπτωση αυτή της Ένωσης Κέντρου), αλλά κατά των κομμουνιστικών κομμάτων, δηλ. της ΕΔΑ. Άρα χιλιάδες ψήφοι της ΕΔΑ «υποκλάπηκαν» προς όφελος της ΕΡΕ και της Ένωσης Κέντρου, εμποδίζοντας έτσι την άκρα Αριστερά να λάβει τα τρομακτικά ποσοστά του 1958. Είχε ακολουθήσει τότε ο «ανένδοτος αγώνας» της Ένωσης Κέντρου, που έδινε την ορμή προς την εξουσία σ’ αυτήν την παράταξη για πρώτη φορά με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Το καλοκαίρι όμως του 1963 φτάσαμε σε ένα χρονικό σημείο-σταθμό: ο πρωθυπουργός της οκταετίας Καραμανλής, ευνοούμενος άλλοτε του παλατιού, συγκρούστηκε με τον βασιλικό θρόνο και παραιτήθηκε απ’ τη θέση του. Άνοιξαν έτσι οι «ασκοί του Αιόλου», που οδήγησαν τα επόμενα έτη σε συγκλονιστικές εξελίξεις.

Τον Φεβρουάριο του 1964 (κι ενώ ο Καραμανλής έχει ήδη διαφύγει στο εξωτερικό κρυφά, με ψευδώνυμο ως «Τριανταφυλλίδης»!) η Ένωση Κέντρου «σπάζει» όλα τα κοντέρ, καταλαμβάνοντας το 53% των ψήφων. Ο Γεώργιος Παπανδρέου έχει μπροστά του μια ολόκληρη τετραετία για να εφαρμόσει το πρόγραμμά του και οι συνθήκες είναι πέρα για πέρα ευνοϊκές: η Δεξιά είναι εκλογικά συρρικνωμένη και τραυματισμένη, με αρχηγό τον «αναιμικό» Παναγιώτη Κανελλόπουλο κι όχι τον δυναμικό ηγέτη Καραμανλή, η ΕΔΑ είναι πια στο 10% και αμελητέα, χωρίς να παρουσιάζει πια ιδιαίτερο κίνδυνο, ενώ ο νέος πρωθυπουργός τα ’χει βρει και με το παλάτι και μάλιστα έχει άριστες σχέσεις με το νέο βασιλιά, το νεαρό Κωνσταντίνο, που ανέλαβε στη θέση του νεκρού Παύλου λίγο μετά τις εκλογές.

Ο «καταλύτης» όμως των εξελίξεων στη δεκαετία του ’60 υπήρξε η εμφάνιση στο πολιτικό προσκήνιο του γιου του πρωθυπουργού, Ανδρέα Παπανδρέου, διάσημου καθηγητή πανεπιστημίου στις ΗΠΑ την προηγούμενη δεκαετία και φορέα νέων, ριζοσπαστικών θεωρήσεων. Είναι απ’ την αρχή σαφές ότι ο Ανδρέας είναι εκφραστής της ιδεολογίας του «τρίτου δρόμου», με μείξη σοσιαλιστικών και εθνικιστικών ιδεωδών. Επομένως για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια η ιδεολογία αυτή εκφράζεται μέσα από το πολιτικό Κέντρο, ενσωματωμένη οργανικά σ’ αυτό, αφού είχε προηγηθεί η ηγεσία του ενιαίου Κέντρου υπό τον Γρίβα-Διγενή.

Ως αντίδραση στις δραστηριότητες μέσα στα πλαίσια του στρατού της οργάνωσης εθνικοφρόνων αξιωματικών ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών) δημιουργήθηκε η οργάνωση κατωτέρων αξιωματικών ΑΣΠΙΔΑ (Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα Ιδανικά Δημοκρατία Αξιοκρατία), που κυρίως είχε ως στόχο την άμβλυνση της «καταπίεσης» αυτών των στρατιωτικών απ’ τους ανωτέρους τους. Για τον ΑΣΠΙΔΑ εξαρχής ειπώθηκε απ’ τους πρωταγωνιστές του ότι ήταν ανύπαρκτος, ένα παιχνίδι του παλατιού και των Αμερικανών, και μόνο ύστερα από 20 χρόνια, στη δεκαετία πια του 1980, παραδέχτηκαν την ύπαρξη και τη δράση του. Ιδού τι γράφει ο εκ των πρωταγωνιστών του ταξίαρχος Δημήτριος Παραλίκας στο βιβλίο του «Συνωμοσίες ΙΔΕΑ και ΑΣΠΙΔΑ» και που συνδέουν την οργάνωση με την ιδεολογία του «τρίτου δρόμου»: «Η ρίζα της υποθέσεως ΑΣΠΙΔΑ φθάνει στο έτος 1960 και έχει εκλεκτή συγγένεια με τη λαβούσα χώραν τότε κίνηση μερικών Αξιωματικών Γριβικής προελεύσεως και νοοτροπίας-χιτών (αρχηγός της «Χ» στην κατοχή ήταν ο Γρίβας)». Άρα η οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ προήλθε απευθείας απ’ την Ομάδα «Χ», που απηχούσε θέσεις εθνικοσοσιαλιστικές και τριτοκοσμικές.

Στα απομνημονεύματά του («Η δημοκρατία στο απόσπασμα») ο Ανδρέας Παπανδρέου παραδέχεται τις παραπάνω αλήθειες, γράφοντας συγκεκριμένα: «Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ είχε φαίνεται, μια δόση αλήθειας. Ένας μικρός αριθμός αξιωματικών που αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στη χούντα του ΙΔΕΑ για να εξασφαλίσουν την καρριέρα τους, έλπισαν πως με τη νίκη των δημοκρατικών δυνάμεων το 1964, ο στρατός θ’ απαλλασσόταν από τον αποπνικτικό έλεγχο της Δεξιάς παραστρατιωτικής οργάνωσης». Και αλλού γράφει για τον λοχαγό Αριστόδημο Μπουλούκο, μέλος του ΑΣΠΙΔΑ και μετέπειτα βουλευτή του ΠΑΣΟΚ και κατόπιν της ΝΔ: «Ο Μπουλούκος ήταν μέλος στρατιωτικής οικογένειας και είχε πλούσια αντικομμουνιστική δράση. Ήταν φίλος του Γρίβα και παλιό μέλος της εξτρεμιστικής οργάνωσης Χ, που σε συνεργασία με τα Τάγματα Ασφαλείας καταδίωκε τους κομμουνιστές στην κατοχή και στα Δεκεμβριανά». Να σημειωθεί ότι τα περισσότερα των μελών του ΑΣΠΙΔΑ υπηρετούσαν ως αξιωματικοί αποσπασμένοι στην ΚΥΠ (Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών).

Αρκετά ύποπτο και ανεξιχνίαστο ακόμη και σήμερα παραμένει το ζήτημα του περίφημου όρκου του ΑΣΠΙΔΑ, που είναι γραμμένος σε μια περίεργη γλώσσα και που ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου χαρακτήρισε ως «φρικτά κακοποιημένη Ελληνική γλώσσα». Κάποιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να πουν ότι τα κάκιστα αυτά ελληνικά δεν μπορεί να έχουν γραφτεί από Έλληνα. Ολόκληρος ο όρκος του ΑΣΠΙΔΑ έχει ως εξής:

« Ορκίζομαι εις την πατρίδα μου ως το μόνον υπέρτατον ον μετά Θεόν δι’ εμέ, να της προσφέρω ολόκληρον και μέχρι θανής τον εαυτόν μου δια την εκπλήρωσιν του ακολούθου σκοπού του «ΑΣΠΙΔΑ».

1.- Δια την εξασφάλισιν πάσης ακεραιότητος και ελευθερίας από πάντα επιβουλόμενον και πολέμιον εχθρόν έξωθεν.

2.- Δια την εξασφάλισιν απάντων των αξιών που συνιστούν κράτος δικαίου από πασαν κομμουνιστικήν δράσιν, εξωλαϊκήν δύναμιν και πάντα οπωσδήποτε επιβουλόμενον έξωθεν.

3.- Δια την εξασφάλισιν και διατήρησιν του Δημοκρατικού πολιτεύματος εν τη εννοία της αξιοκρατίας δι’ αρνήσεως προς πάσαν μορφήν επιφάσεως αξιοπρεπείας.

4.- Δια τον ακατάλυτον αγώνα δημιουργίας μεγάλης Ελλάδος.

5.- Δια των μεθ’ όλων των δυνάμεών μου και δι’ όλων των μέσων στήριξιν του πολιτεύματος της Δημοκρατίας εν τη εννοία της αξιοκρατίας, έστω κι’ αν χρειασθή να τεθή εν λειτουργία βιαίως, η διαδικασία της αξιοκρατίας.

6.- Ορκίζομαι τυφλήν και απεριόριστον υποταγήν εις τον «ΑΣΠΙΔΑ» και τα κελεύσματα του εκπροσωπουμένου δια του αρχηγού, αναγνωρίζω τον «ΑΣΠΙΔΑ» ως τον μόνον φορέα της νομίμου εξουσίας, εις περίπτωσιν αναλήψεως δράσεως δια την επίτευξιν του σκοπού του.

7.- Ορκίζομαι να προσφέρω εαυτόν κατά πάσαν έννοιαν θυσίας προς πραγμάτωσιν του σκοπού του «ΑΣΠΙΔΑ».

8.- Να παραμείνω μακράν της πολιτικής να φέρω ως σύμβολον του «ΑΣΠΙΔΑ» την ηθικήν ακεραιότητα του Έλληνος Αξ/κού και να καταστώ άτιμος αν παραβώ τον όρκον τούτον.

Εν ........ τη ........ 196

Οι μάρτυρες

Ο ορκισθείς

υπογραφή»


Ανεξάρτητα με το αν ο όρκος αυτός υπήρξε γνήσιος ή απλά αποτέλεσμα προβοκάτσιας, εξάγονται πολλά χρήσιμα συμπεράσματα. Πρώτα απ’ όλα είναι εμφανής η θέση του συντάκτη του κειμένου στην ιδεολογία του «τρίτου δρόμου», τόσο με την αντικομμουνιστική του θέση, όσο και με τον μεγαλοϊδεάτικο οραματισμό του. Απ’ την άλλη είναι ενδιαφέρον ότι στο κείμενο αυτό περιλαμβάνεται το «σπέρμα» τόσο για την μετέπειτα ιδέα της ένοπλης αντίστασης κατά της χούντας των συνταγματαρχών όσο και για την «δικαιολογία» της δράσης του αντάρτικου πόλεων που ξεκίνησε στην Ελλάδα μετά το 1974. Προβάλλεται δε η «σκιά» ενός μυστηριώδους αρχηγού της οργάνωσης μέσα σε μια μυστικιστική ατμόσφαιρα κατά το πρότυπο της «Φιλικής Εταιρείας», ενώ είναι εμφανείς και οι «μακρυγιάννειες» καταβολές από την επανάσταση της 3ης του Σεπτέμβρη του 1843 (είναι τυχαίο που το ΠΑΣΟΚ ιδρύθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1974, αλλά και το ότι οι τροτσκιστές συνέστησαν τη λεγόμενη 4η Διεθνή στις 3 Σεπτεμβρίου 1938, με ηγετική μορφή αυτή του Πάμπλο;). Για αρχηγός του ΑΣΠΙΔΑ κατηγορήθηκε το 1965 ο τότε υπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, που προβλήθηκε αργότερα ως ένας ιδιότυπος Έλληνας Νάσερ ή Καντάφι (αδέσμευτος ηγέτης-επαναστάτης-μεταρρυθμιστής χώρας του τρίτου κόσμου).

Στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και στη δίκη που ακολούθησε (χωρίς όμως να ριχτεί φως στο όλο θέμα...) κεντρικός ήταν ο ρόλος του δημοσιογράφου και συγγραφέα Κυριάκου Διακογιάννη. Αυτός στο βιβλίο του «Στην κόλαση της ΚΥΠ», που προκάλεσε θόρυβο στα μέσα της δεκαετίας του 1970, υποστηρίζει ότι στρατολογήθηκε βίαια από την ΚΥΠ και την CIA με στόχο τη δημοκρατία στην Ελλάδα και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Γράφει μάλιστα ότι και το περίφημο «Σχέδιο Ελικών» (που αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο κατηγορίας στην δίκη του ΑΣΠΙΔΑ ως προς το σχεδιασμό πραξικοπήματος) είναι στην ουσία το υπόμνημα που αυτός ο ίδιος είχε συντάξει το 1964 στο Παρίσι (!) ως προς ενημέρωση του Γεωργίου Παπανδρέου για τη δράση αντιδημοκρατικών δυνάμεων στο στρατό και το παρακράτος. Αυτό το κείμενο αργότερα θεωρήθηκε ως... επιτελικό πρόγραμμα για διενέργεια πραξικοπήματος και συνιστούσε τον θεμέλιο λίθο του κατηγορητηρίου των συντηρητικών δυνάμεων στην υπόθεση εκείνη!

Η αποκάλυψη του ΑΣΠΙΔΑ και η ανάμειξη του γιου του πρωθυπουργού στην υπόθεση δημιούργησαν μέγα πολιτικό σάλο. Ανταγωνιστές του Ανδρέα στο κόμμα και την κυβέρνηση, όπως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, βρήκαν την ευκαιρία να στραφούν κατά του αντιπάλου τους, με τον οποίο άλλωστε τους χώριζε ιδεολογική άβυσσος: αυτοί ήταν φιλελεύθεροι φιλοδυτικοί, ενώ εκείνος εκφραστής της ανάγκης για βαθιές τομές-αλλαγές στον κρατικό ιστό και τον εξωτερικό προσανατολισμό της χώρας. Ο πόλεμος που ο Ανδρέας κήρυξε κατά του «κατεστημένου» (δηλ. κατά των παρασκηνίων που κυβερνούσαν «αόρατα» την Ελλάδα) τρόμαξαν ακόμα και τον ίδιο του τον πατέρα, που κατά βάθος δεν επιθυμούσε ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις. Ο Ανδρέας εύστοχα είχε πιάσει τον σφυγμό του λαού που «κόχλαζε» και που επιθυμούσε έντονα την Αλλαγή σε όλα τα δυνατά επίπεδα: απλά ο λαός περίμενε την εμφάνιση της χαρισματικής μορφής-ηγεμόνα που να προωθήσει την κυρίαρχη λαϊκή ιδεολογία, αυτή του μικροαστικού σοσιαλισμού, που μετά από χρόνια χαρακτηρίστηκε «λαϊκισμός» ή και «έρπων φασισμός».

Η σύγκρουση ανάμεσα στο «κατεστημένο» και τις λαϊκές μάζες ήταν σφοδρή. Η κυβέρνηση του «Γέρου της δημοκρατίας» θα πέσει εν μία νυκτί, μετά την ιστορική πια αποστασία της 15ης Ιουλίου του 1965 και έτσι η χώρα θα οδηγηθεί σε ένα χρονικό διάστημα ανώμαλων και ασταθών καταστάσεων. Στο τέλος αυτής της πορείας, όπου κυριάρχησε ο πολιτικός ερμαφροδιτισμός, δεν βρίσκονταν παρά μόνο ο γκρεμός: πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967, επταετής διακυβέρνηση της χούντας των συνταγματαρχών, εξέγερση του Πολυτεχνείου και τραγωδία της Κύπρου με την τουρκική εισβολή στο νησί...


ΠΑΚ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ


Ολόκληρη η ιδεολογική πλατφόρμα του Πανελληνίου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ) του Ανδρέα Παπανδρέου βρίσκεται μέσα στα όρια του «τρίτου δρόμου». Συγγενεύει δε τόσο με τον μετέπειτα αραβικό σοσιαλισμό του Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη, όσο και με τα μπααθικά σοσιαλιστικά κόμματα της Συρίας και του Ιράκ. Βάση της θεώρησης του ΠΑΚ είναι η υποστήριξη ενός πολιτικού συστήματος άμεσης δημοκρατίας, όπου κυρίαρχη είναι η θέση του λαού (δηλ. μιλούμε για λαοκρατία). Ο λαός βλέπεται ως η πηγή από την οποία εκπορεύονται όλες απολύτως οι εξουσίες του κράτους και της κυβέρνησής του, που είναι ανά πάσα στιγμή υπόλογη σ’ αυτόν ακριβώς τον λαό.

Το ΠΑΚ απ’ την πρώτη στιγμή υποστήριξε την ένοπλη εξέγερση του λαού για την ανατροπή όχι μόνο της απριλιανής χούντας, αλλά και ολόκληρου του σάπιου ελληνικού πολιτικού συστήματος. Για το κίνημα του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν αδιανόητη οποιαδήποτε συνεργασία όλων των υποτιθέμενων «δημοκρατικών» δυνάμεων (συμπεριλαμβανομένης της Δεξιάς και της δυναστείας των Γλύξμπουργκ) μόνο και μόνο για μια πτώση της χούντας του Παπαδόπουλου και απλή επάνοδο στην προ του 1967 περίοδο. Κι αυτό διότι το ΠΑΚ στόχευε σε μια πραγματική επανάσταση, σε μια αλλαγή του «κατεστημένου» και των υποτακτικών του πολιτικών μαριονετών και την αντικατάστασή τους από νέα κυβερνητική γενιά, που να εκφράζει ιδεολογικά την κατηγορία των «μη προνομιούχων» Ελλήνων, τη συντριπτική δηλ. πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

Η ένοπλη επανάσταση κατά της τυραννίας προϋπέθετε προετοιμασία τέτοια, ανάλογη με εκείνη των εθνοαπελευθερωτικών κινημάτων του τρίτου κόσμου. Δεν πρέπει λοιπόν να θεωρείται καθόλου περίεργη η διασύνδεση της οργάνωσης του ΠΑΚ με αγωνιστικές ομάδες του αραβικού κόσμου. Η αλληλουχία αυτή έλαβε βέβαια αργότερα (για καθαρά πολιτικούς λόγους) την χονδροειδή εξίσωση «εγχώριοι τρομοκράτες – Παλαιστίνιοι μαχητές», όμως αυτό δεν μπορεί να μειώσει την διεθνική αξία της και το ρόλο που έπαιξε στο γκρέμισμα της επταετούς χούντας από την εξουσία στην Ελλάδα.

Η «τριτοδρομική» ιδεολογία του ΠΑΚ είναι εμφανής στα ίδια τα κείμενα της οργάνωσης. Αντίθετα από τις «παρωπίδες» και την θεωρητική αρτηριοσκλήρωση των δύο (τότε) ΚΚΕ, το ΠΑΚ πρόβαλλε μια ιδεολογία αντάξια των ελληνικών δεδομένων και πραγματικότητας, που εντάσσονταν μέσα στα πλαίσια του τρίτου κόσμου, όπου δηλ. ανήκει στα αλήθεια πολιτισμικά η Ελλάδα (αντίθετα οι κομμουνιστές πάντοτε θεωρούσαν την Ελλάδα μέρος της Δύσης, γι’ αυτό και ουδέποτε είχαν ανταπόκριση στις ευρύτερες λαϊκές μάζες). Το ΠΑΚ, και αργότερα και το πρώιμο ΠΑΣΟΚ, κατάφερε και «κόλλησε» μέσα σε μία ενιαία ιδεολογία αφενός τον ελληνικό παραδοσιακό εθνικισμό (που είναι επαναστατικός και όχι μίζερος, όπως η συντηρητική εθνικοφροσύνη) και αφετέρου μαρξιστικά στοιχεία τεχνοκρατικής υφής. Γι’ αυτό και παρατηρήθηκε το «παράδοξο» στο ίδιο κόμμα (το ΠΑΣΟΚ) να συνυπάρχουν στοιχεία από το ένα πολιτικό άκρο έως και το άλλο!

Χαρακτηριστικά είναι τα παρακάτω αποσπάσματα από το κείμενο του ΠΑΚ με τίτλο «Κοινωνικοπολιτική ανασκόπηση 1821 – 1967»: «Είναι από όλους παραδεκτό ότι το 1821 ο Ελληνικός λαός εκτός από το Τούρκο δυνάστη σήκωσε το κεφάλι και ενάντια στο ντόπιο δυνάστη. Δηλαδή τους Έλληνες προύχοντες και τους δεσποτάδες που μοιραζόντουσαν την κυριαρχία με τους Τούρκους πάνω στον Ελληνικό πληθυσμό. Η επανάσταση λοιπόν άρχισε με χαρακτήρα εθνικό κοινωνικό και οικονομικό. [...] Μετά από τις αντιδράσεις και εσωτερικές διαμάχες κατόρθωσε μερικά μόνο να επιτύχει το σκοπό της, δηλαδή να αναγνωρισθή ένα περιορισμένο τμήμα της χερσονήσου σαν ελληνικό κράτος [...] οι εκάστοτε κυβερνήσεις υπήρξαν οι φορείς των ξένων συμφερόντων. Ο Ελληνικός λαός δεν έσκυψε το κεφάλι και με τη λαϊκή εξέγερση του 1843 κατόρθωσε να περιορίσει τις εξουσίες του ελέω Θεού μονάρχη Όθωνα με την παραχώρηση συνταγματικού χάρτη».

Από τα παραπάνω εδάφια είναι εμφανής η λατρεία του Μακρυγιάννη και της ριζοσπαστικής πολιτικής για θεμελιώδη αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας που παραμένει διαχρονική ήδη από το 1821. Πέραν αυτών, στο καθαρά πολιτειακό σύστημα του ΠΑΚ περιέχονται ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία. Στο κείμενο με τίτλο «Στόχοι και επιδιώξεις του ΠΑΚ», που είναι θεμελιακής σημασίας για την παραπέρα ιστορική του ανάπτυξη, υπάρχει πλήρης ανάλυση του συμμετοχικού μοντέλου και της ιδέας της αυτοδιαχείρισης του κινήματος. Στην κορυφή του συμμετοχικού σχήματος του ΠΑΚ βρίσκεται ο λαός, που εκλέγει συμβούλια βάσης, τα λεγόμενα περιφερειακά συμβούλια και κοινοτικά συμβούλια. Τόσο τα μεν όσο και τα δε αποτελούν την πρώτη φάση της λαϊκής βούλησης, εφόσον εκλέγονται απευθείας από το λαό, μα και είναι ελάχιστες αντιπροσωπευτικές μονάδες (άρα στην ουσία βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με το λαό, από τον οποίο και εκλέγονται). Τα περιφερειακά και τα κοινοτικά συμβούλια καταγίνονται με προώθηση νομοθετικής δουλειάς και με το θέμα της ανάπτυξης.

Η δημοκρατικότητα των συμβουλίων ετούτων εξασφαλίζεται μέσα απ’ τη συνέλευσή τους, που είναι και το βασικό στην πραγματικότητα όργανο κρατικής λειτουργίας, αφού με τρόπο ευθύ επιλέγει όλες απολύτως τις εξουσίες του κράτους: η συνέλευση περιφερειακών συμβουλίων τη Βουλή και το ΕΣΟΚΑ (Εθνικό Συμβούλιο Οικονομικής και Κοινωνικής Ανάπτυξης), αλλά και το ΙΡΤ (Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης), καθώς και το ΑΣΕΕ (Ανώτατο Συμβούλιο Εφεδρικής Εθνοφρουράς), η δε συνέλευση κοινοτικών συμβουλίων τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και το Ανώτατο Συμβούλιο Ελληνικής Δικαιοσύνης (ΑΣΕΔ), ευθύνεται για την αναθεώρηση του Συντάγματος και καταρτίζει το πρόγραμμα για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Το ΕΣΟΚΑ και η Βουλή φτιάχνουν ειδική συνεδρίαση, στην οποία εκλέγουν την κυβέρνηση.

Αν κάποιος ανοίξει το «Πράσινο Βιβλίο» του Καντάφι θα δει στις σελίδες του το ίδιο ακριβώς πολιτειακό σχήμα. Ο τριτοκοσμικός λοιπόν σοσιαλισμός, που περιλαμβάνει δυνάμεις όπως του Ανδρέα Παπανδρέου, του Καντάφι, του Σαντάμ Χουσεΐν, παλαιότερα του Κεμάλ Ατατούρκ, ακόμα ίσως και του Μάο Τσε Τουνγκ και του Φιντέλ Κάστρο, έχει ένα ενιαίο πλαίσιο εξέλιξης: άρνηση του κοινοβουλευτισμού, αποδοχή της μόνης πραγματικής δημοκρατίας, της άμεσης και συνεχή λαϊκό έλεγχο, ακόμα και με χρήση ανορθόδοξων ενεργειών και μέσων: πάνω απ’ όλα προέχει το «καλό» του λαού και η πορεία του «προς τα άνω και τα εμπρός»...


ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ


Το καλοκαίρι του 1974 υπήρξε πραγματική θύελλα για την Ελλάδα-απαρχή συγκλονιστικών εξελίξεων για το μέλλον της χώρας. Η κυπριακή τραγωδία οδήγησε στην πτώση της χούντας, αποκαταστάθηκε το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα (και μάλιστα χωρίς την άλλοτε «γάγγραινα» του θρόνου) και «ξηλώθηκε» όλος ο παλιός (παρα)κρατικός μηχανισμός που κυβερνούσε την χώρα επί σειρά δεκαετιών: είχε πια σημάνει η ώρα να αναλάβει τα ηνία ένας νέος κύκλος εξουσιαστικής ελίτ, που ανδρώθηκε κυρίως στη δεκαετία του 1960 και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Η Ελλάδα όδευε πλέον ολοταχώς προς την ένταξή της στην ΕΟΚ και ήταν σαφές ότι επέρχονταν τεράστιες κοινωνικές αλλαγές.

Στην πολιτική σκηνή του τόπου «αποκαταστάθηκαν» όλες οι παλιές πολιτικές δυνάμεις: η προχουντική ΕΡΕ έδωσε τη θέση της σε μια ανανεωμένη Δεξιά, τη Νέα Δημοκρατία (ΝΔ), το Κέντρο προσπάθησε κι αυτό (ανεπιτυχώς, όπως έδειξε η συνέχεια) να ανανεωθεί, αρχικά με την Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις και έπειτα με την ΕΔΗΚ, ενώ μετά από δεκαετίες απαγόρευσης νομιμοποιήθηκε η πολιτική παρουσία του κομμουνιστικού κόμματος και μάλιστα «εις διπλούν», μετά τη διάσπαση του 1968. Υπήρξε όμως και μια καινοτομία: η εμφάνιση για πρώτη φορά έτσι ολοκληρωμένου πολιτικού σχηματισμού που να εκφράζει την ιδεολογία του «τρίτου δρόμου». Το κόμμα αυτό, που διακήρυξε την παρουσία του στις 3 του Σεπτέμβρη του 1974, ήταν το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ), διάδοχο σχήμα του επαναστατικού ΠΑΚ. Ήταν εμφανές ότι κάτι νέο γεννιόταν στην πολιτική ζωή του τόπου.

Η ολοκληρωτική δόμηση του ΠΑΣΟΚ φάνηκε ευθύς εξαρχής. Το κίνημα (και όχι κόμμα, λέξη που παρέπεμπε σε επαναστατικές καταστάσεις των «λαϊκών μαζών») ήταν εξολοκλήρου χτισμένο γύρω από την χαρισματική προσωπικότητα του ιδρυτή και αρχηγού του, του Ανδρέα Παπανδρέου, που έπαιζε το ρόλο του «οδηγού» του λαού, σύμφωνα με τα υπόλοιπα εθνικοσοσιαλιστικά ή «ακροαριστερά» ριζοσπαστικά κινήματα του ιστορικού παρελθόντος. Η «πυγμή» του ηγέτη του νέου κόμματος φάνηκε σχετικά νωρίς: προτού καν συμπληρώσει έτος από την ίδρυσή του προχώρησε σε πρωτοφανείς μαζικές διαγραφές στελεχών και μάλιστα λαοπρόβλητων αγωνιστών κατά της χούντας! Ο τότε εντολοδότης πρωθυπουργός του «κατεστημένου», Κωνσταντίνος Καραμανλής, κατάλαβε την σημασία του φαινομένου αυτού, γι’ αυτό και αποκάλεσε μέσα στη βουλή το ΠΑΣΟΚ ως «Αριστερά της Αριστεράς».

Ειδικά στη δεκαετία του 1970 το ΠΑΣΟΚ της αντιπολίτευσης έμοιαζε να ενσαρκώνει τις επιθυμίες (ακόμη και τις πιο κρυφές και τολμηρές) των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων. Γι’ αυτό άλλωστε και η μεγάλη του εκλογική επιτυχία το 1977, όταν σε μία μόλις τριετία διπλασίασε την εκλογική του δύναμη. Όλες οι θέσεις του ΠΑΣΟΚ εκείνη την περίοδο δεν έκρυβαν καθόλου την πολιτική του τοποθέτηση και τα συνθήματα που χρησιμοποιούσε μιλούν από μόνα τους: «Η Ελλάδα στους Έλληνες», «Έξω το ΝΑΤΟ», «Όχι στην ΕΟΚ», «Βυθίσατε το ΄΄Χόρα΄΄», «Εθνική ανεξαρτησία» είναι από μόνα τους ενδεικτικά της αληθινής ιδεολογίας του ΠΑΣΟΚ και δεν χρειάζεται κανείς να προσθέσει κάτι παραπάνω.

Όσο όμως πλησίαζε προς την εξουσία το ΠΑΣΟΚ άρχισε να αμβλύνει στο λόγο του την ουσία των παραπάνω συνθημάτων. Σ’ αυτό «βοηθήθηκε» και από τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις (π.χ. είσοδος της Ελλάδας στην ΕΟΚ και επάνοδός της στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ) και έτσι ξεκίνησε η χρήση της λεγόμενης «διπλής γλώσσας», προφανώς υπό την επιρροή του οργουελικού «1984». Έτσι στη δεκαετία του ’80, κατά την οποία κυβερνούσε σχεδόν συνεχώς το ΠΑΣΟΚ, είχαμε την γνωστή πια πορεία που είχαν προηγουμένως και άλλα σοσιαλιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης, με την κυβέρνηση να ασκεί απλώς πιο «light» την ήδη υπάρχουσα γενικότερη πολιτική του κράτους. Είναι όμως αλήθεια ότι – και υπό τις «ευλογίες» της ΕΟΚ – το ΠΑΣΟΚ προέβη στα χρόνια της πρώτης διακυβέρνησής του σε απαραίτητες εκσυγχρονιστικές κοινωνικές τομές (π.χ. ισότητα των δύο φύλων, καθιέρωση του πολιτικού γάμου, αποποινικοποίηση της μοιχείας, αναγνώριση της εθνικής αντίστασης και άλλα πολλά).

Τι απέγινε όμως το «ένοπλο κόμμα», που ιδεολογικά ανήκε στον «τρίτο δρόμο» και που ετοιμάζονταν να αναμετρηθεί στρατιωτικά με τη χούντα των συνταγματαρχών (χωρίς όμως ποτέ να προβεί σε κάποιο αντιχουντικό χτύπημα); Πέραν της περίπτωσης αυτών που πολιτεύτηκαν μετά την επάνοδο της δημοκρατίας (ΠΑΣΟΚ, Αλέκος Παναγούλης κτλ.) φαίνεται ότι μια μερίδα Ελλήνων «εμιγκρέδων» του 1967-74 συνέχισε και μετά τον επαναπατρισμό της να παραμένει «προσκολλημένη» στην ένοπλη δράση και στις ενέργειες βίας. Φαίνεται δεν αποδέχτηκε ποτέ ότι συνέβη πραγματική αλλαγή τον Ιούλιο του 1974 και θεώρησε τις αλλαγές ως «κάλπικες», ως έναν εμπαιγμό του λαού, απ’ τη στιγμή που οι βασικοί ιστοί του καθεστώτος παρέμεναν άθικτοι. Έτσι αποφάσισε να προβεί στην εφαρμογή όλων όσων μεθόδων «έμαθε» κατά τη διάρκεια της χούντας στα στρατόπεδα της Μέσης Ανατολής.

Το αντάρτικο των ελληνικών ομάδων ένοπλου αγώνα ξεκίνησε με θεαματικό τρόπο: στις 23 Δεκεμβρίου του 1975 δολοφονήθηκε στην Αθήνα ο Αμερικανός διπλωμάτης Richard Welch, που απεδείχθη ότι ήταν «σταθμάρχης» της CIA για τον ελληνικό χώρο. Έναν χρόνο αργότερα η εκτέλεση του πρώην αστυνομικού Μάλλιου, βασανιστή του χουντικού καθεστώτος διέλυσε τις όποιες υποψίες είχαν κάποιοι σχετικά με ένα απλό «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» μεταξύ μυστικών υπηρεσιών στην περίπτωση Ουέλς. Την ευθύνη για τις δύο ενέργειες, που έγιναν με πανομοιότυπο τρόπο, ανέλαβε η άγνωστη τότε επαναστατική οργάνωση «17 Νοέμβρη», που χρησιμοποιούσε για ονομασία της την φοιτητική εξέγερση του 1973, που οδήγησε στην πτώση του Παπαδόπουλου.

Η ιδεολογία της 17Ν ήταν εμφανής ήδη από το «μανιφέστο» της, της άνοιξης του 1977. Εκεί κάνει κριτική σε όλη απολύτως την Αριστερά, ενώ αφήνει στο «απυρόβλητο» το ΠΑΣΟΚ, που ούτως ή άλλως το θεωρεί ως κάτι διαφορετικό από τα δύο ΚΚΕ. Μια προσεκτική μελέτη του κειμένου δείχνει ότι η 17Ν δεν είναι παρά μια ομάδα που χωρίς να ανήκει στο «περιθώριο» (μέσα στην προκήρυξη ομολογεί ότι τα μέλη της συμμετέχουν σε κάποιο κόμμα ή κόμματα, κάτι που δεν έχει προσεχθεί ιδιαίτερα!), εντούτοις ακολουθεί και το δρόμο της «λαϊκής βίας», παράλληλα έστω με την υπόλοιπη «νόμιμη πολιτική δουλειά»!...

Η ιδεολογία της 17Ν, που δεν είναι παρά ο «τρίτος δρόμος», συνέχιζε να διαφαίνεται σε όλα τα επόμενα κείμενά της, παρά την ψευτομαρξιστική ορολογία που (ανεπιτυχώς) χρησιμοποιούσε. Ήδη στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ξεκαθάρισε τη θέση της, εφόσον υποστήριξε την άμεση δημοκρατία και όχι την «δικτατορία του προλεταριάτου», άρα κατέρριψε από μόνη της το έως τότε μαρξιστικό-λενινιστικό προσωπείο που φορούσε. Η δε κριτική της έναντι του Στάλιν την κατατάσσει αυτόματα στον τροτσκιστικό πολιτικό χώρο, όπως αυτό είναι εμφανές σε πολλά κείμενά της.

Ο έτερος πυλώνας της ιδεολογίας του «τρίτου δρόμου», δηλ. ο εθνικισμός, αν και ήταν κι αυτός παρών στη «σκιά» των γραμμών των κειμένων της οργάνωσης, εντούτοις ξεδιπλώθηκε πλήρως όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η Ελλάδα γνώρισε πρωτοφανές «ξέσπασμα» των εθνικών της θεμάτων, ενώ την ίδια ώρα τα Βαλκάνια φλέγονταν με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Οι θέσεις της 17Ν για τα εθνικά θέματα, και κυρίως για το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά, βρίθουν μπόλικου εθνικισμού, που αποδεικνύει ότι η άλλοτε μαρξίζουσα γλώσσα της οργάνωσης ήταν απλά και μόνο ένα «κάλυμμα». Αποφεύγει πάντως έντεχνα να μιλάει για το Μακεδονικό, αν και είναι εμφανέστατο στα κείμενά της ότι «βράζει» κυριολεκτικά για αυτό το ζήτημα, όμως προτιμά να μην αυτοαποκαλυφθεί ακόμα... Το ίδιο και οι στόχοι της, περιλαμβάνουν πια και Τούρκους διπλωμάτες, σε μια εποχή που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν μάλλον «βαλτώσει».

Μετά το πέρας της δράσης αυτής της οργάνωσης, η ιδεολογία του «τρίτου δρόμου» στην Ελλάδα μάλλον θα περάσει στα επόμενα χρόνια από μια περίεργη μείξη ακροαριστερών, αναρχικών και απ’ την άλλη εθνικιστικών και θρησκοληπτικών στοιχείων. Δεν αποκλείεται λοιπόν η εμφάνιση ενός καινούριου σχηματισμού στο εγγύς μέλλον, που να έχει ως «εικόνισμα» τον Άρη Βελουχιώτη και ταυτόχρονα να είναι έντονα εθνικιστικός και – γιατί όχι; - ξενοφοβικός και ρατσιστικός! Οι συνθήκες που προέκυψαν για τον ελληνικό χώρο μετά την πτώση του ανατολικού μπλοκ και το «άνοιγμα της φιάλης» είναι τέτοιες και με τόσο βαθιές επιπτώσεις, που αργά ή γρήγορα θα φτάσουμε μέσα στον 21ο αιώνα ακόμα και σε μια ραγδαία άνοδο της φασίζουσας ιδεολογίας προς την εξουσία. Πολύ σύντομα, ίσως και μέσα στα επόμενα χρόνια, μία κρίση του «σάπιου» πολιτικού συστήματος ή ακόμα και μία νέα εθνική τραγωδία δεν αποκλείεται να οδηγήσουν και να επισπεύσουν τις διαδικασίες της πλήρους διαμόρφωσης αυτού του φαινομένου...


58 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates