• .

Ο σκιώδης πόλεμος της ατομικής βόμβας

Ενημερώθηκε: Μαι 14

ΟΙ ΥΠΕΡΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΑΤΟΜΙΚΟ» ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ

Απρίλιος 2008

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Στις 8 Μαρτίου 1950 η ανθρωπότητα πληροφορήθηκε από τα πλέον επίσημα σοβιετικά χείλη, ότι η κόκκινη υπερδύναμη απέκτησε και εκείνη την ατομική βόμβα. Ήταν μια ανατριχιαστική είδηση για πολλούς, που όμως αναμένονταν από τους πάντες: τόσο από τα ευρισκόμενα στη σφαίρα επιρροής της Μόσχας σοσιαλιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης και της Κίνας, όσο και από τον λεγόμενο «ελεύθερο κόσμο», που παρακολουθούσε φοβισμένος τη διεύρυνση της σοβιετικής ισχύος. Υπήρχαν πάντως και κάποιοι που ένιωσαν δικαιωμένοι από τις εξελίξεις. Ήταν οι φανατικοί αντικομμουνιστικοί κύκλοι στις ΗΠΑ (γνωστοί και ως «κυνηγοί ερυθρών κεφαλών»), που από καιρό ισχυρίζονταν ότι η Μόσχα διέθετε κι αυτή ατομικά όπλα, τα οποία κρατούσε μυστικά. Μπροστά στον τρόμο που επέφεραν για Δυτικοευρωπαίους και Βορειοαμερικανούς τα νέα από τη Μόσχα, κάποιοι στο δυτικό ημισφαίριο της υδρογείου έβρισκαν μια μοναδική ευκαιρία να απαλλαγούν οριστικά από τον «κόκκινο εφιάλτη» μέσα στο «σπίτι» τους... Μετά το πέρας του Β΄ παγκοσμίου πολέμου οι νικητές μετρούσαν με δέος το κόστος της νίκης. Σε ένα πράγμα συμφωνούσαν: ότι επρόκειτο όχι απλά για τον πιο πολύνεκρο πόλεμο της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά και για τον πιο παράλογο... Πεποίθηση λοιπόν όλων ήταν το ξεπέρασμα των πρόσφατων τραυμάτων μέσω της οικοδόμησης μιας διεθνούς κοινότητας, που θα επέλυε στο εξής κάθε διακρατικό πρόβλημα μέσα σε συνθήκες αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Υπήρχε η βούληση για μια καινούρια αρχή, υπήρχε η ελπίδα να φανεί κάποιο φως μες από τα συντρίμμια. Οι πόθοι όμως αυτοί δεν διήρκησαν για πολύ. Τη φοβερή σύγκρουση του Β΄ παγκοσμίου πολέμου διαδέχτηκε μία άλλη, πρωτόγνωρη, αντιπαράθεση, που προέκυψε ύστερα από το σχηματισμό δύο αντιμαχόμενων μπλοκ παγκοσμίου βεληνεκούς. Η καχυποψία επανήλθε στο διεθνές προσκήνιο, όπως και ο ανταγωνισμός των δύο πλευρών – φανερός, αλλά και μυστικός -, εφόσον κανείς από τους αντιπάλους δεν φαίνονταν να έχει τη διάθεση να υποχωρήσει. Οι άνθρωποι άρχισαν και πάλι να ανησυχούν, μέσα τους γκρεμίζονταν κάθε ελπίδα για ένα καλύτερο και ειρηνικό αύριο... Στο δυτικό ημισφαίριο του πλανήτη, όπου και επικράτησε η φιλελεύθερη δημοκρατία υπό την ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών, έβλεπαν απέναντί τους να υψώνεται αργά αλλά σταθερά μία ανελεύθερη υπερδύναμη, εμπνεόμενη από τις θεωρίες των κλασικών του μαρξισμού-λενινισμού, η οποία έδειχνε να διογκώνεται, επεκτείνοντας τη δύναμή της. Ηγέτης της ο σκληρός Γιόζεφ Βησαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι, γνωστότερος ως Στάλιν (ο «Ατσαλένιος»), που ορκίζονταν να καταστρέψει το δυτικό κόσμο και τις αξίες του, εξαπλώνοντας παντού στη Γη το σφυροδρέπανο. Ο εξ ανατολών αυτός κίνδυνος, στον οποίο κυριαρχούσε η μητρόπολη του κομμουνισμού, η Σοβιετική Ένωση, φάνταζε στα μάτια των συντηρητικών της Δύσης ως ένα αιμοβόρο θηρίο, που «κατάπινε» το ένα μετά το άλλο τα κράτη της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, σκλαβώνοντας τους λαούς τους και με τάση να κινηθεί προς δυο κατευθύνσεις: τόσο προς τον Ατλαντικό, όσο και προς τον Ειρηνικό. Τον πρώτο καιρό η κατάσταση έδειχνε να οδηγεί και πάλι σε θερμό πόλεμο μεταξύ των δύο διαμορφωμένων παγκοσμίων μπλοκ. Η Σοβιετική Ένωση σε συμμαχία με την ερυθρά Κίνα του Μάο προσπαθούσε να αποκτήσει τον έλεγχο της Άπω Ανατολής, με ενέργειες που οι Δυτικοί εκτιμούσαν ως επιθετικές. Η εισβολή της κομμουνιστικής Βόρειας Κορέας στη φιλοδυτική Νότια και η κατάληψή της είχαν δημιουργήσει τις συνθήκες του ξεσπάσματος του Γ΄ παγκοσμίου πολέμου. Άλλωστε ο Άγγλος ηγέτης Ουίνστον Τσώρτσιλ (Winston Churchill) είχε ήδη προειδοποιήσει για το νέο κίνδυνο, μιλώντας για το «σιδηρούν παραπέτασμα» που χώριζε πια στα δύο τους λαούς της Ευρασίας. Υπό αυτές τις συνθήκες χώρες όπως η Ελλάδα και η Τουρκία, ευρισκόμενες στο γεωπολιτικό διάκενο των δύο συνασπισμών, απέκτησαν επιπρόσθετη γεωστρατηγική αξία για τη Δύση και τις ΗΠΑ, που έσπευσαν αμέσως να τις εντάξουν ως πλήρη μέλη στο ΝΑΤΟ. Εξάλλου, ειδικά η Ελλάδα γνώριζε από πρώτο χέρι τι σημαίνει μια παρόμοια σύγκρουση, αφού μόλις εξέρχονταν από έναν αδελφοκτόνο εμφύλιο πόλεμο, τον οποίο οι νικητές του αποκάλεσαν «συμμοριτοπόλεμο». Με δυο λόγια ο κόσμος περνούσε τότε από μια εξαιρετικά επικίνδυνη φάση, που ήταν άγνωστο πού θα κατέληγε... Κεντρικό ρόλο στη σύγκρουση έπαιζε μια «καυτή» λεπτομέρεια, που όλοι αναγνώριζαν ότι θα έκρινε το τελικό αποτέλεσμα. Επρόκειτο για το περίφημο υπερόπλο, που όποιος το κατείχε αποκτούσε όχι απλά συγκριτικό πλεονέκτημα, αλλά και την πολυπόθητη νίκη στην τρομερή παγκόσμια σύρραξη. Το όπλο αυτό με την σπάνια καταστροφική ισχύ κατείχαν αποδεδειγμένα οι Αμερικανοί, οι οποίοι μάλιστα το είχαν χρησιμοποιήσει κατά της Ιαπωνίας, θέτοντας με τραγικό τρόπο τέλος στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Το μέγα ζητούμενο ήταν αν το υπερόπλο το κατείχε και το «αντίπαλον δέος», δηλ. οι Σοβιετικοί, κάτι που θα άλλαζε άρδην τα στρατιωτικά δεδομένα. Ήταν τόσο λεπτή η φύση του θέματος και τόσο νευραλγική η σημασία του, που με την επίλυσή του δεν μπορούσε να καταπιαστεί ο οποιοσδήποτε, παρά μόνο οι μυστικές υπηρεσίες των δύο υπερδυνάμεων. Εξαπολύθηκε έτσι ένας αόρατος πόλεμος ανάμεσα στις κατασκοπείες των δύο πλευρών, με στόχο την απόκτηση πληροφοριών γύρω από το φοβερό αυτό όπλο. Το όνομα του υπερόπλου προξενούσε ρίγος στο άκουσμά του: ατομική βόμβα... ΠΩΣ ΟΙ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΙ ΕΜΑΘΑΝ ΤΟ ΑΤΟΜΙΚΟ «ΜΥΣΤΙΚΟ»; Το καλοκαίρι του 1945 ήταν πια σαφές ότι ο φονικότερος πόλεμος της ιστορίας βάδιζε προς το τέλος του. Ο περίφημος «Άξονας» είχε ήδη σπάσει και από τις πολεμικές μηχανές που τον αποτελούσαν παρέμενε όρθια μόνο μία, η φανατικότερη και πιο αποφασισμένη όλων: η Ιαπωνία των αυτοκρατορικών επιδιώξεων στην Ασία. Οι σκληροί, όσο και επιδέξιοι, Ιάπωνες όχι μόνο δεν παραδίδονταν, αλλά ήταν ορκισμένοι να πέσουν μέχρις ενός. Δεκάδες χιλιάδες «καμικάζι» (αυτόχειρες πολέμου, που έπαιρναν τη ζωή του εχθρού μέσω μιας πράξης αυτοκτονίας τους) ήταν πανέτοιμοι να ξεχυθούν στα νησιά της Άπω Ανατολής, χωρίς να ενδιαφέρονται για την προσωπική τους μοίρα. Το μόνο που είχαν στο μυαλό τους ήταν να αποδεκατίσουν όσο γίνεται περισσότερο τις δυνάμεις του «σκότους των Συμμάχων», που απειλούσε το «ένδοξο γιαπωνέζικο φως των αιώνων»... Στα μέσα εκείνου του καλοκαιριού ο Αμερικανός πρόεδρος Χάρι Τρούμαν, ο οποίος μόλις είχε αναλάβει τα καθήκοντά του, αποφάσισε να ενημερώσει άκρως απόρρητα το σύμμαχό του, το Σοβιετικό ηγέτη Στάλιν, για ένα αμερικανικό σχέδιο που θα έθετε τέλος στον πόλεμο. Η αποκάλυψη του Αμερικανού ήταν ό,τι πιο εντυπωσιακό και φοβερό θα μπορούσε να περιμένει ο συνομιλητής του: αφορούσε στην ύπαρξη ενός μοναδικού υπερόπλου, που οι ΗΠΑ κατείχαν και που σκέφτονταν να χρησιμοποιήσουν κατά της ανένδοτης Ιαπωνίας, έτσι ώστε να λυγίσουν άμεσα την αλύγιστη δύναμη της Ασίας! Όσο εντυπωσιακή ήταν η είδηση που ο Τρούμαν ανέφερε στον Στάλιν, τόσο εντυπωσιακή υπήρξε και η αντίδραση του τελευταίου. Όπως δήλωσε μετά τον πόλεμο ο Τρούμαν, ο Στάλιν «θαρρείς και δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για το θέμα»! Η αδιαφορία του Σοβιετικού ηγέτη για το ζήτημα του αιώνα θα μπορούσε να εξηγηθεί μόνο υπό ένα πρίσμα: ότι ο Στάλιν γνώριζε για το υπερόπλο πολύ περισσότερα πράγματα απ’ ότι ο ίδιος ο Τρούμαν. Ήταν κάτι που οι Αμερικανοί θυμήθηκαν πολύ καλά αργότερα... Λίγο πριν τη σιωπηρή συμφωνία του Στάλιν, οι ΗΠΑ είχαν πραγματοποιήσει την τελική τους δοκιμή πριν το μεγάλο χτύπημα. Στις 16 Ιουλίου 1945 πάνω από την αχανή έρημο του Νέου Μεξικού τεράστια ποσότητα καπνού σχημάτιζε κάτι σαν ένα γιγάντιο μανιτάρι. Το φαινόμενο αυτό δεν μπόρεσε να δει κανένας κάτοικος της ευρύτερης περιοχής, αφού άπαντες είχαν απομακρυνθεί για «λόγους που σχετίζονταν με μείζον εθνικό θέμα». Η επιτυχής διεξαγωγή του πειράματος έβαλε τα πράγματα στην τελική τους ευθεία. Δέκα μέρες μετά οι Σύμμαχοι κάλεσαν με τελεσίγραφο την Ιαπωνία να παραδοθεί άνευ όρων, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα της προκαλούνταν ανυπόφορος πόνος. Παρά την τρομερή απειλή, οι Ιάπωνες όχι μόνο δεν παραδόθηκαν, αλλά δήλωναν έτοιμοι να τρυπήσουν όλα τα αμερικανικά βαπόρια του Ειρηνικού με αεροπλάνα-«καμικάζι» ή με «ζωντανές τορπίλες-ανθρώπους». Αμφότερες οι πλευρές ήταν αποφασισμένες να τα παίξουν όλα για όλα. Το διπλό ατομικό χτύπημα κατά της Ιαπωνίας στις 6 Αυγούστου στη Χιροσίμα και στις 9 Αυγούστου στο Ναγκασάκι (με 100.000 και 40.000 νεκρούς αντίστοιχα) ήταν κάτι το πρωτοφανές. Ο ακαριαίος θάνατος εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και η πλήρης εξάλειψη απ’ τον χάρτη δύο ολόκληρων πόλεων οδήγησαν τελικά την Ιαπωνία σε γρήγορη και άνευ όρων παράδοση. Η αδιανόητη τραγωδία τσάκισε εντελώς τον μεγαλεπήβολο εγωισμό της ηγετικής ιαπωνικής κάστας. Άλλωστε οι περιγραφές των διασωθέντων (σχεδόν όλοι τους τυφλωμένοι, με πεσμένα δόντια και μαλλιά και με καμένα κορμιά), που μιλούσαν για κάτι σαν τρομακτικές «εκρήξεις ήλιων» ήταν τόσο ανατριχιαστικές, ώστε αρκετοί στον υπόλοιπο κόσμο θεώρησαν ότι ήταν «φανταστικές», κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί στην πραγματικότητα... Το τέλος του πολέμου βρήκε λοιπόν τις ΗΠΑ να κατέχουν ένα όπλο με το οποίο θα μπορούσαν να κυριαρχήσουν άμεσα και για πολλές δεκάδες χρόνια σε όλη την υφήλιο. Ήταν όμως έτσι; Παρ’ όλη την εκπληκτική επίδειξη δύναμης που έκαναν οι Αμερικανοί με τη ρίψη των ατομικών βομβών, κάτι συγκρατούσε τον ενθουσιασμό τους. Είχαν τη βάσιμη υποψία ότι δεν ήταν μόνοι σ’ αυτή τους την «επιτυχία». Κάτι τους έλεγε ότι η ανερχόμενη δύναμη της ΕΣΣΔ έκρυβε πίσω από τη σιωπή της πολύ περισσότερα απ’ ότι θα μπορούσε κανείς να υποθέσει. Ναι, οι ΗΠΑ κυριαρχούνταν από τον απόλυτο φόβο, ότι οι «κόκκινοι εγκέφαλοι» της Μόσχας όχι μόνο γνώριζαν τα πάντα για το νέο αυτό υπερόπλο, όχι μόνο κατείχαν την ίδια με τους Αμερικανούς τεχνολογία, αλλά είχαν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο στην ατομική έρευνα! Ένα μόνο ερώτημα απέμενε: είχαν άραγε δημιουργήσει οι Σοβιετικοί αυτό το νέο υπερόπλο ή τα σχέδιά τους βρίσκονταν σε θεωρητικό ακόμα επίπεδο; Ακολούθησαν σχεδόν πέντε δραματικά χρόνια, με έντονο παρασκήνιο, βγαλμένο λες από τον κόσμο των μυθιστορηματικών θρίλερ. Η αμερικανική υψηλή πολιτική ζούσε συνεχώς με την αγωνία της επόμενης κίνησης της σοβιετικής υπερδύναμης, που ήδη είχε επεκτείνει την ισχύ της σε μεγάλο μέρος του παγκόσμιου χάρτη. Ήταν η πρώτη περίοδος του Ψυχρού Πολέμου, που θα κορυφώνονταν με φοβερά περιστατικά (πολλά από τα οποία θα παραμείνουν μάλλον για πάντα άγνωστα...) στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Η καινούρια υπηρεσία πληροφοριών των ΗΠΑ, η CIA (Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών), ήδη γνώριζε με αδιάψευστα στοιχεία ότι ο αντίπαλος είχε διεισδύσει στο ατομικό τους πρόγραμμα, που ξεκίνησε το 1941 με τη συνεργασία της Βρετανίας και του Καναδά υπό την κωδική ονομασία «Σχέδιο Μανχάταν» (“Manhattan Project”). Το ζητούμενο ήταν πώς και με ποιους ειδικούς επιστήμονες είχαν καταφέρει κάτι τέτοιο οι Σοβιετικοί; Κάθε ίχνος αμφιβολίας για το ότι η μητρόπολη του παγκόσμιου κομμουνισμού κατείχε το υπερόπλο διαλύθηκε και επίσημα στις 8 Μαρτίου 1950, με τη σοβιετική λιτή ανακοίνωση ότι είχε στη διάθεσή της την ατομική βόμβα. Η αναγνώριση του κοινού αυτού μυστικού δημιούργησε εντελώς καινούρια δεδομένα στον κόσμο των διεθνών σχέσεων και της διπλωματίας. Ήταν πια γεγονός ότι η παγκόσμια πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ ήταν όνειρο απατηλό. Όμως αυτό ήταν το λιγότερο, μπροστά στον κίνδυνο ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να προκαλέσει ο «τρελός δικτάτορας του Κρεμλίνου», όπως αποκαλούσαν το Στάλιν οι αντισοβιετικοί κύκλοι των ΗΠΑ, συγκρίνοντάς τον με τον Χίτλερ. Για την ιστορία αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη δοκιμή ατομικής βόμβας από πλευράς Σοβιετικής Ένωσης πραγματοποιήθηκε στις 29 Αυγούστου 1949 στην απέραντη έρημο του Καζακστάν και ήταν απολύτως επιτυχής. Έτσι η ανθρωπότητα πέρασε σε ένα νέο στάδιο, αυτό του πυρηνικού αυτοματισμού, όπου για πρώτη φορά ήταν εμφανής η απειλή μετά το πέρας ενός πολέμου να μην υπάρχουν νικητές, παρά μόνο αλληλοκαταστρεφόμενοι αντίπαλοι... ΤΑ ΠΥΡΗΝΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΩΝ ΗΠΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ Ήδη από τη δεκαετία του 1930 την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα απασχολούσε ένα σοβαρό, όσο και ελκυστικό, ζήτημα, που σχετίζονταν με τη διάσπαση του ατόμου και τις τεράστιες δυνατότητες που προσέφεραν στην τεχνολογία οι θαυμαστές ανακαλύψεις της κβαντομηχανικής. Τα χρόνια εκείνα είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της η φήμη του Εβραιογερμανού φυσικού Άλμπερτ Αϊνστάιν (Albert Einstein), ο οποίος, «διωγμένος» από τη χώρα του μετά την επικράτηση του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος, βρήκε άσυλο στις ανεκτικές ΗΠΑ, στις οποίες και αφιερώθηκε «ψυχή τε και σώματι». Το έργο του Αϊνστάιν και των υπόλοιπων επιστημόνων της φυσικομαθηματικής ελίτ του κόσμου έδειξε γρήγορα και άλλες διαστάσεις, που ξέφευγαν από τους τέσσερεις τοίχους των εργαστηρίων τους και κάλυπταν καθαρά στρατιωτικούς τομείς... Έτσι, τα υπουργεία άμυνας των ΗΠΑ και των ατλαντικών τους συμμάχων διείδαν γρήγορα τη δυνατότητα κατασκευής ενός υπερόπλου, που θα μπορούσε να προκύψει από τις εργασίες των πυρηνικών φυσικών. Αποφάσισαν να συστήσουν μία συμμαχία, η οποία θα ωφελούσε τα ευρύτερα γεωπολιτικά συμφέροντα του φιλελεύθερου ατλαντισμού στη διαμάχη του με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα της ευρασιατικής ηπείρου. Οι ΗΠΑ λοιπόν σε συνεργασία με τη Μεγάλη Βρετανία και τον Καναδά συγκρότησαν ένα από κοινού σοβαρό και άκρως απόρρητο επιστημονικό-στρατιωτικό πρόγραμμα, που έλαβε την ονομασία «Σχέδιο Μανχάταν», λόγω του ότι το κέντρο του βρίσκονταν σε μια καθαρά στρατιωτική ζώνη στην ομώνυμη περιοχή των Ηνωμένων Πολιτειών. Επειδή ακριβώς το πρόγραμμα αυτό κρίθηκε ως πολύ σημαντικής αξίας και μεγάλων προοπτικών, εκτός από την αυστηρότατη κράτησή του σε απόλυτη μυστικότητα, αποφασίστηκε η προσέλκυση σ’ αυτό των πιο εξειδικευμένων και αξιόλογων επιστημονικών «εγκεφάλων» του καιρού, ανεξάρτητα από τη χώρα προέλευσής τους. Προσελκύσθηκαν λοιπόν μεγάλοι επιστήμονες από όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, στους οποίους παρασχέθηκαν ιλιγγιώδεις μισθοί και μοναδικά προνόμια. Όλοι αυτοί ελέγχονταν συνεχώς από το γραφείο πληροφοριών του αμερικανικού στρατού, δηλαδή το Β΄ επιτελικό γραφείο (το γνωστό και ως G-2). Παρ’ όλα αυτά δεν προσέχτηκε ιδιαίτερα η διείσδυση στο πρόγραμμα επιστημόνων με κομμουνιστικές πεποιθήσεις (και μάλιστα και με δημόσια δράση υπέρ του κομμουνισμού!), οι οποίοι όχι μόνο διορίστηκαν στις εργασίες του σχεδίου, αλλά και απέκτησαν πρόσβαση ακόμα και στα πιο άδυτά του σημεία... Ο έλεγχος συνεπώς που υποτίθεται ότι πραγματοποιούσε αυστηρά το G-2 προφανώς δεν υπήρξε και τόσο άψογος επαγγελματικά, αφού πώς να εξηγήσει άραγε κανείς την πρόσληψη σε θέσεις-κλειδιά του σχεδίου ανθρώπων δεδηλωμένων κομμουνιστών και φιλοσοβιετικών, όπως ο Κλάους Φουκς (Klaus Fuchs), ο Άλαν Ναν Μέι (Allan Nunn May), ο Ντόναλντ Μακλίν (Donald McLean) και μερικοί άλλοι... Όλοι αυτοί αποδείχτηκε αργότερα πως αποτελούσαν κατασκόπους της Σοβιετικής Ένωσης, συστήνοντας ένα πολύπλοκο δίκτυο κατασκοπείας μέσα στα «σωθικά» του «Σχεδίου Μανχάταν». Ο Κλάους Φουκς γεννήθηκε το 1911 στη Γερμανία, σε οικογένεια ιερωμένου. Από μικρός θεωρούνταν διάνοια στους τομείς της φυσικής και των μαθηματικών και έτσι οι σπουδές του στα πανεπιστήμια της Λειψίας και του Κιλ θεωρήθηκαν φυσιολογική απόληξη του ταλέντου του και, πιθανόν, έναρξη μιας σπουδαίας επιστημονικής καριέρας. Και πράγματι, οι πανεπιστημιακές του επιδόσεις υπήρξαν από την αρχή ως το τέλος άριστες. Όμως ο νεαρός Κλάους δεν ασχολούνταν στο πανεπιστήμιο μόνο με τα μαθήματά του. Πολύ γρήγορα γοητεύτηκε από τις σοσιαλιστικές ιδέες και προσχώρησε στο Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα, που μετά το 1933 και την άνοδο στην εξουσία του Αδόλφου Χίτλερ κηρύχθηκε παράνομο. Υπό τις συνθήκες αυτές ο Φουκς πέρασε στην αντιναζιστική δράση, ως το Σεπτέμβριο του 1933, οπότε στα 22 του χρόνια εγκατέλειψε τη χώρα και διέφυγε στην Αγγλία. Στην Μεγάλη Βρετανία ο νεαρός επιστήμονας συνέχισε τις σπουδές του, ώσπου το 1936 αναγορεύτηκε διδάκτωρ φυσικής του πανεπιστημίου του Μπρίστολ. Εργάστηκε στον κλάδο του έως το 1940, οπότε και αναγκάστηκε να μεταναστεύσει μαζί με χιλιάδες άλλους συμπατριώτες του στις ΗΠΑ, λόγω του πολέμου που ξέσπασε ανάμεσα σε Βρετανούς και Γερμανούς και υπό την πίεση του αγγλικού φόβου για δημιουργία γερμανικής «πέμπτης φάλαγγας» εντός της χώρας. Κατά τη διάρκεια της επταετούς του παραμονής στη Βρετανία συνέχισε να ασχολείται ενεργά με την πολιτική, υπέρ του κομμουνισμού και της Σοβιετικής Ένωσης. Στις ΗΠΑ και αργότερα τον Καναδά παρέμεινε λίγο περισσότερο από ένα έτος, που στάθηκε όμως αρκετό για να διοριστεί στο κοινό πρόγραμμα των τριών χωρών γύρω απ’ την ατομική έρευνα. Στα τέλη του 1941 επέστρεψε «δικαιωμένος» στην Αγγλία, όπου και πήρε τη βρετανική υπηκοότητα. Όσο για τη γερμανική του καταγωγή και τις φιλοκομμουνιστικές του αντιλήψεις, οι Βρετανοί αρκέστηκαν στην υπογραφή εκ μέρους του Φουκς εγγράφου περί υπεράσπισης κρατικών μυστικών, η παραβίαση του οποίου συνεπάγονταν αυστηρότατη ποινή. Είναι χαρακτηριστικό της εμπιστοσύνης των Βρετανών προς τον Φουκς, ότι του έδωσαν άδεια πλήρους πρόσβασης σε υψηλού επιπέδου απόρρητο υλικό, ενώ η υπηρεσία μυστικής ασφαλείας της χώρας (η MI6) τον χρησιμοποιούσε συχνά ως πληροφοριοδότη. Ο Φουκς όμως είχε δύο πρόσωπα. Ήδη μέσα στο 1942 είχε έρθει σε επαφή με ανθρώπους της σοβιετικής διπλωματικής αντιπροσωπείας, που συνέβαινε να είναι πράκτορες της υπηρεσίας στρατιωτικών πληροφοριών της ΕΣΣΔ, της πανίσχυρης GRU. Οι Σοβιετικοί, γνωρίζοντας τις ιδεολογικές πεποιθήσεις του Φουκς, κατόρθωσαν να τον στρατολογήσουν, πείθοντάς τον ότι δεν ήταν κακό να δίνει πληροφορίες και σ’ αυτούς, απ’ τη στιγμή που η ΕΣΣΔ ήταν σύμμαχος στον πόλεμο τόσο των ΗΠΑ όσο και της Μεγάλης Βρετανίας! Έτσι, ο Γερμανός επιστήμονας, που αποτελούσε πια βασικό κρίκο του «Σχεδίου Μανχάταν», δέχτηκε να αφοσιωθεί στην εξυπηρέτηση των σοβιετικών συμφερόντων, δίνοντας στους Ρώσους – κατά γενική ομολογία όλων – τις πολυτιμότερες πληροφορίες απ’ όλους για την κατασκευή της ατομικής βόμβας. Χωρίς τη βοήθεια του Φουκς είναι αμφίβολο αν η ΕΣΣΔ θα κατόρθωνε αργότερα να ισοσταθμίσει την πυρηνική ισορροπία με τη Δύση... Τα υπερ-απόρρητα στοιχεία που ο Φουκς αποσπούσε από το πρόγραμμα τα έδινε στη Ρωσίδα αρχικατάσκοπο Σόνια, που μετά από χρόνια αποδείχτηκε ότι ήταν η γερμανικής καταγωγής Ρουθ Χάμπουργκερ Μπάρτον (γεννήθηκε ως Ούρσουλα Κουτσίνσκι το 1907 και είναι άγνωστο το αν και πότε πέθανε). Χαρακτηριστικό της δυνατής «δικτύωσης» που είχε η Σόνια είναι το γεγονός ότι ο αδελφός της, Γιούργκεν Κουτσίνσκι, υπήρξε αρχηγός του παράνομου Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (που τότε είχε την έδρα του στην Αγγλία) κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Όσο για την σημασία της συνεργασίας του Φουκς με τη Σόνια για τους Σοβιετικούς, αρκεί να παραθέσουμε τη γνώμη του ειδικού ερευνητή σε θέματα κατασκοπείας Τσάπμαν Πίντσερ (Chapman Pincher) για τη θηλυκή αυτή υπερ-πράκτορα: «Η Σόνια υπήρξε η πλέον επιτυχημένη γυναίκα κατάσκοπος στην ιστορία των πληροφοριών»... Το Δεκέμβριο του 1943 ο Φουκς μετατέθηκε στις ΗΠΑ, στο πανεπιστήμιο της Κολούμπια, για να συνεχίσει την έρευνά του. Βεβαίως εξακολούθησε να εργάζεται για τους Σοβιετικούς και μάλιστα ακόμη πιο εντατικά, αφού στις ΗΠΑ απέκτησε πλέον πρόσβαση στα νευραλγικότερα σημεία του προγράμματος. Επικεφαλής του σοβιετικού δικτύου κατασκοπείας στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ο υποπρόξενος Ανατόλι Γιάκοβλεφ, ο οποίος συνέδεσε τον Φουκς με τον Χάρι Γκολντ (Harry Gold), Αμερικανό φαρμακοποιό, ο οποίος εργάζονταν για τους Ρώσους από το 1935. Το ψευδώνυμο, με το οποίο ο Φουκς γνώριζε τον Γκολντ εκείνη την περίοδο, ήταν το «Ρέιμοντ». Η μεγάλη αξία των πληροφοριών που ο Φουκς έδινε στον Ρέιμοντ φαίνεται κι από το ότι ακόμη και μετά την μετάθεση του πρώτου στο Λος Άλαμος του Νέου Μεξικού, ο Αμερικανός τον ακολούθησε, επικεντρωνόμενος πια μόνο σ’ αυτόν και αφήνοντας στην άκρη όλη την υπόλοιπη δουλειά που είχε αναλάβει για λογαριασμό των Σοβιετικών. Στο Λος Άλαμος το 1944 οι Αμερικανοί πραγματοποίησαν το τελευταίο στάδιο της κατασκευής του υπερόπλου: άρχισαν να συναρμολογούν την ατομική βόμβα, με στόχο να την έχουν ολοκληρώσει το πολύ μέχρι το καλοκαίρι του 1945. Ο Φουκς υπήρξε το «μάτι και το αυτί» της Μόσχας στο εργαστήριο του Νέου Μεξικού. Κατέγραφε λεπτομερέστατα τα πάντα και ύστερα – αφού κατόρθωνε να περάσει τις σημειώσεις του από κάθε είδους έλεγχο – παρέδιδε στον Ρέιμοντ τα «καυτά» έγγραφα, που έμελλε να αλλάξουν μετά από μερικά χρόνια την πορεία της ιστορίας. Το μεγαλύτερο «πακέτο πληροφοριών» γύρω απ’ την ατομική βόμβα ο Γκολντ το έλαβε από τον συνεργάτη του στο Κέιμπριτζ της Βρετανίας, όταν ο Φουκς είχε μεταβεί εκεί για να δει την αδελφή του το Φεβρουάριο του 1945. Επειδή όμως δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει να περάσει επιπλέον έγγραφα, φοβούμενος τους συνοριακούς ελέγχους, οι δύο άντρες συνεννοήθηκαν να αφήσουν τα υπόλοιπα για αργότερα. Τελικά ο Ρέιμοντ-Γκολντ έλαβε τις υπόλοιπες σπουδαίες πληροφορίες (που περιέγραφαν «με το νι και με το σίγμα» την κατασκευή της βόμβας πλουτωνίου) μόλις τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, μετά τη συνάντησή του με τον Φουκς στο Σάντα Φε του Νέου Μεξικού. Μάλιστα την επόμενη ημέρα ο «κούριερ» των Σοβιετικών έπρεπε να συναντήσει και ένα άλλο σημαντικό πρόσωπο του σοβιετικού δικτύου ατομικής κατασκοπείας, τον Αμερικανό στρατιώτη Ντέιβιντ Γκρίνγκλας (David Greenglass), του οποίου ο ρόλος αποκαλύφτηκε επίσης μερικά χρόνια αργότερα. Λίγες μέρες μετά τη λήξη του πολέμου, το Σεπτέμβριο του 1945, ο Φουκς έδωσε ένα ακόμη πακέτο, γεμάτο με σημαντικά μυστικά, που αυτή τη φορά αφορούσαν την παραγωγή ουρανίου 235. Αμέσως μετά ο Φουκς επέστρεψε στη Βρετανία, όπου κατέλαβε και πάλι ανώτερες θέσεις στο ατομικό πρόγραμμα της χώρας, φτάνοντας να γίνει προϊστάμενος του τμήματος θεωρητικής φυσικής του Βρετανικού Κέντρου Ατομικής Ενέργειας. Ήταν πάντα χρήσιμος για τους Σοβιετικούς, μέχρι που έγινε αντικείμενο μελέτης του άκρως απορρήτου αμερικανικού προγράμματος με τη συνθηματική ονομασία «Βενόνα», το οποίο προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει τα σοβιετικά πληροφοριακά μηνύματα, που αποστέλλονταν από τη Δύση στη Μόσχα κατά τη δεκαετία του 1940. Το αμερικανικό FBI έφτασε κάποια στιγμή και στον Φουκς, βλέποντας ξεκάθαρα ότι τα στοιχεία που εξήγαγε σε βάρος του το πρόγραμμα «Βενόνα» ταίριαζαν απόλυτα αφενός με τις υποψίες που γεννούσε το κομμουνιστικό του παρελθόν και αφετέρου με τα κρίσιμα πόστα που κατέλαβε στη διάρκεια των προηγούμενων ετών. Έτσι, στις 21 Δεκεμβρίου 1949 άρχισε για τον Φουκς η αντίστροφη μέτρηση. Ήταν η μέρα που τον επισκέφτηκε για πρώτη φορά αξιωματούχος της βρετανικής MI5 (η «φανερή» υπηρεσία ασφαλείας, συμπληρωματική της «σκιώδους» MI6), για να του κάνει «μερικές ερωτήσεις». Τελικά, στις 27 Ιανουαρίου 1950 ο Φουκς αναγκάστηκε να προβεί σε πλήρη ομολογία της δράσης του, ελπίζοντας στο ελαφρυντικό της συνεργασίας, αφού είδε ότι δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τα ισχυρά στοιχεία που είχε συγκεντρώσει εναντίον του η Ασφάλεια... Ο μεγαλύτερος, όπως αποδείχτηκε από τη σημασία των πληροφοριών που έδωσε, ατομικός κατάσκοπος των Σοβιετικών καταδικάστηκε σε κάθειρξη 14 ετών, μένοντας τελικά στη φυλακή 9 χρόνια, έως το 1959, οπότε και αναχώρησε για το «φυσικό» του περιβάλλον, δηλ. το ανατολικό μπλοκ, και πιο συγκεκριμένα στην Ανατολική Γερμανία. Το καθεστώς της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας τίμησε δεόντως τον κατάσκοπο για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στην κομμουνιστική υπόθεση, τοποθετώντας τον διευθυντή του Κεντρικού Ινστιτούτου Πυρηνικής Φυσικής. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι τη συνταξιοδότησή του, το 1979. Πέθανε το 1988, σε ηλικία 77 ετών. Όταν κάποτε ρωτήθηκε πώς κατάφερε τόσα χρόνια να κάνει τόσο μεγάλη ζημιά στη Δύση, προσφέροντας ανεκτίμητες υπηρεσίες στο ατομικό πρόγραμμα της Σοβιετικής Ένωσης, απάντησε ότι στο να μπορεί να παίζει άριστα το διπλό του ρόλο τον βοηθούσε η «ασθένεια» από την οποία έπασχε και την οποία ο ίδιος χαρακτήριζε ως «ελεγχόμενη σχιζοφρένεια»... Ο έτερος σημαντικός κατάσκοπος των Σοβιετικών στο δυτικό πρόγραμμα ατομικής ενέργειας «Μανχάταν» υπήρξε ο Άλαν Ναν Μέι. Συνομήλικος του Φουκς, γεννήθηκε το 1911 στην Αγγλία και είχε επίσης εξαιρετική κλίση στη φυσική. Άλλο κοινό του με τον Φουκς χαρακτηριστικό γνώρισμα ήταν η πολιτική του τοποθέτηση, επίσης υπέρ των μαρξιστικών αντιλήψεων και μάλιστα στον συνδικαλιστικό κλάδο των επιστημόνων, παίρνοντας πολλές φορές «ακραίες» θέσεις υπέρ του παγκόσμιου κομμουνισμού και της ανάγκης εισαγωγής του στην πατρίδα του. Στο πανεπιστήμιό του στο Κέιμπριτζ μετείχε ανοιχτά στην κομμουνιστική ομάδα των φοιτητών, όπου μεταξύ άλλων βρίσκει κανείς και την πασίγνωστη «πεντάδα του Κέιμπριτζ», δηλ. τους αρχικατασκόπους της Σοβιετικής Ένωσης που δρούσαν στη Δύση υπό τον Χάρολντ (Κιμ) Φίλμπι (Harold – Kim – Philby). Το 1942, στη διάρκεια του πολέμου, διορίστηκε στο αγγλικό πρόγραμμα ατομικής έρευνας, χωρίς (όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Φουκς) να ληφθούν υπόψη οι ιδεολογικές του καταβολές. Η εργασία του κρίθηκε ως άριστη κι έτσι στα τέλη του 1944 μετατέθηκε στον Καναδά. Θεωρούνταν πολύ καταρτισμένος και δεν ήταν καθόλου περίεργο που έλαβε σημαντικές αρμοδιότητες στα πλαίσια του «Σχεδίου Μανχάταν». Τόπος διαμονής του ήταν η Οτάβα, όπου και «λοξοδρόμησε», στρατολογούμενος από τους Σοβιετικούς. Στον ειδικό χειριστή του, που δεν ήταν παρά ο συνταγματάρχης Νικολάι Ζαμπότιν, στρατιωτικός ακόλουθος της ΕΣΣΔ στον Καναδά, εκμυστηρεύτηκε πως θα δώσει τα πάντα για το μεγάλωμα της κομμουνιστικής ιδέας και την τελική νίκη των Σοβιετικών στον πλανητικό τους αγώνα. Μαζί του εργάζονταν και ένας ακόμη πράκτορας των Σοβιετικών στο ατομικό αυτό πρόγραμμα, που αποκαλύφτηκε αργότερα, ο Μπρούνο Ποντεκόρβο (Bruno Pontecorvo), Ιταλός φυσικός, που τελικά κατάφερε να διαφύγει στην ΕΣΣΔ. Όπως ο Φουκς, έτσι και ο Μέι έδωσε στους Σοβιετικούς της GRU δείγματα του ουρανίου 235, που αποτελούσε το σημαντικότερο υλικό για τη δημιουργία της ατομικής βόμβας που έπεσε στη Χιροσίμα. Επίσης απέστειλε στους ανώτερους συνεργάτες του πλήρη περιγραφή του αμερικανικού πειράματος με τη ρίψη της ατομικής βόμβας στην τοποθεσία Αλαμογκόρντο του Νέου Μεξικού στις 16 Ιουλίου 1945. Η ειρωνεία της τύχης έγκειται στο ότι η λεπτομερής αναφορά του Μέι έφτασε τελικά στη Μόσχα κάπως καθυστερημένα, και μάλιστα στις 9 Αυγούστου εκείνης της χρονιάς, δηλ. τη μέρα που οι Αμερικανοί έριχναν τη δεύτερη ατομική βόμβα στο Ναγκασάκι. Την εποχή εκείνη, λίγες μέρες μετά τη λήξη του αιματηρού πολέμου, ο Μέι επέστρεψε στη Βρετανία, συγκεκριμένα στο King’s College του Λονδίνου. Όμως ήδη η βρετανική ασφάλεια ήξερε για τον ίδιο πολλά: στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1945 ένας Ρώσος αξιωματούχος της σοβιετικής πρεσβείας στην Οτάβα, ο Ίγκορ Γκουζένκο, αποσκίρτησε στη Δύση και προέβη σε σημαντικές αποκαλύψεις σχετικά με τη δράση του σοβιετικού δικτύου ατομικής κατασκοπείας στον Καναδά. Ο Μέι λοιπόν υπέπεσε στην στενή παρακολούθηση της MI5 με το που πάτησε σχεδόν το πόδι του πίσω στη Βρετανία. Η παρακολούθησή του διήρκεσε έως τον Φεβρουάριο του 1946, οπότε και ανακρίθηκε από τους ανθρώπους της Ασφάλειας. Οι ερωτήσεις τους ήταν τόσο λεπτομερείς και γεμάτες υπαινιγμούς, ώστε ο Μέι απώλεσε την ψυχραιμία του και περιήλθε υπό το κράτος του πανικού. Αναγκάστηκε λοιπόν να ομολογήσει όλη τη δράση του, που είχε αρχίσει τον Φεβρουάριο του 1945 και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Μετά τη σύλληψή του από το Ειδικό Τμήμα της Scotland Yard ακολούθησε η διαδικασία της μονοήμερης δίκης του, όπου και καταδικάστηκε σε 10 χρόνια κάθειρξη. Αποδείχτηκε ότι ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες του στους Σοβιετικούς είχε λάβει το ποσό των 700 δολαρίων, καθώς και δύο μπουκάλια ουίσκι... Στην απολογία του δήλωσε πως πίστευε ότι οι πράξεις του ήταν για το καλό της ανθρωπότητας και τη συμφιλίωση των λαών. Τελικά απελευθερώθηκε το 1952, επειδή στη φυλακή επέδειξε άριστη διαγωγή και αργότερα διορίστηκε καθηγητής φυσικής στο πανεπιστήμιο της Γκάνας. Απεβίωσε στα 92 του, τον Ιανουάριο του 2003. Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΤΩΝ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ Το «ξήλωμα» του σοβιετικού δικτύου ατομικής κατασκοπείας που είχε αναπτυχθεί στην «καρδιά» του δυτικού κόσμου ξεκίνησε από ένα φαινομενικά αδιάφορο γεγονός. Πρόκειται για την αποστασία του Σοβιετικού κωδικογράφου της ρωσικής υπηρεσίας (προγόνου της KGB) NKVD, Ίγκορ Γκουζένκο, ο οποίος εργάζονταν στη σοβιετική πρεσβεία της Οτάβα. Ο Ρώσος είχε απογοητευτεί από την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της πατρίδας του και έτσι αποφάσισε να κάνει το μεγάλο «άλμα» και να προσχωρήσει στον δυτικό κόσμο. Την απόφασή του αυτή υλοποίησε ευθύς μετά τη λήξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, δηλ. στις αρχές του Σεπτεμβρίου 1945. Ο Γκουζένκο, που έζησε μαζί με την οικογένειά του το υπόλοιπο της ζωής του στον Καναδά, προέβη αμέσως σε πλήρεις αποκαλύψεις, αναφέροντας στις καναδικές αρχές όλα όσα γνώριζε για τη σοβιετική κατασκοπευτική δράση στη χώρα, με αντάλλαγμα την εξασφάλιση ασύλου. Οι Καναδοί ικανοποίησαν το θέλημα του Σοβιετικού, αφού είδαν ότι οι πληροφορίες που έλαβαν τους ήταν υπερπολύτιμες. Έπειτα ενημέρωσαν αμέσως τους συμμάχους τους στο πρόγραμμα «Μανχάταν», οι οποίοι άρχισαν να μαζεύουν κι εκείνοι στοιχεία. Με την πάροδο των μηνών και των ετών όλα τα στοιχεία συνέκλιναν στην ύπαρξη ενός καλά οργανωμένου σοβιετικού δικτύου ατομικών πρακτόρων, του οποίου η απόλυτη επιτυχία εξασφαλίζονταν στο ότι κανένας από τους στρατολογημένους δυτικούς επιστήμονες δεν γνώριζε τίποτα για τους άλλους συνεργάτες των Σοβιετικών στον τομέα του. Με τον τρόπο αυτό οι Ρώσοι μάζευαν πληροφορίες και δεδομένα από όλους τους κατασκόπους τους, ανεξάρτητα από τον κάθε ένα, και κατόπιν τα συνέθεταν σε ένα γιγάντιο παζλ, που τους οδήγησε στην πλήρη αντιγραφή της ατομικής βόμβας και, συνεπώς, στον επανασχεδιασμό και την κατασκευή της και από τους ίδιους! Η αλήθεια είναι ότι κανένας πράκτορας των Σοβιετικών δεν συνελήφθη επ’ αυτοφώρω στον «τόπο του εγκλήματος». Όμως το δίκτυο άρχισε σιγά-σιγά να καταρρέει το 1946. Ήταν η χρονιά της σύλληψης και καταδίκης του Μέι, αλλά και της αποκορύφωσης της αμερικανικής επιχείρησης «Βενόνα» το καλοκαίρι εκείνο, η οποία αφορούσε στην αποκρυπτογράφηση όλων των σοβιετικών κωδικών μηνυμάτων, αφού ήδη είχε αρχίσει ο Ψυχρός Πόλεμος και, ασφαλώς, οι Αμερικανοί ήθελαν να μάθουν τα πάντα για τους συνεργάτες του αντιπάλου στο έδαφός τους. Λίγο καιρό μετά το ξεκίνημα του τόσο φιλόδοξου αυτού προγράμματος, ο κρυπτολόγος του αμερικανικού στρατού Μέρεντιθ Γκάρντνερ (Meredith Gardner) μπόρεσε και αποκωδικοποίησε πλήρως ένα δύσκολο μήνυμα, που περιλάμβανε λίστα επιστημόνων που εργάζονταν στην περιοχή του Μανχάταν. Η εν πολλοίς τυχαία αυτή ανακάλυψη αποτέλεσε το εφαλτήριο για το ξεσκέπασμα του επικίνδυνου δικτύου. Οι εργασίες της συνολικής αποκρυπτογράφησης πήραν μερικά χρόνια ακόμα. Μόνο το 1949 η αποκωδικοποίηση των σοβιετικών μυστικών επικοινωνιών οδήγησε σε σίγουρο δρόμο. Τότε για παράδειγμα για πρώτη φορά φάνηκε καθαρά ότι ο Κλάους Φουκς ήταν το λιγότερο βασικός ύποπτος για κατασκοπεία υπέρ της ΕΣΣΔ, κάτι που οι τολμηρότεροι ερμήνευαν ως βέβαιη ενοχή. Οι Αμερικανοί ειδοποίησαν τους συναδέλφους τους στη Βρετανία, οι οποίοι κατόρθωσαν να αποσπάσουν την ομολογία του τον Ιανουάριο του 1950. Από εκεί και έπειτα η υπόθεση άρχισε να μοιάζει με παιχνίδι ντόμινο. Η ομολογία του Φουκς οδήγησε γρήγορα στον Χάρι Γκολντ (τον γνωστό και ως Ρέιμοντ), που εκτελούσε το ρόλο του «ταχυδρόμου» του πολύτιμου υλικού από τον πυρηνικό επιστήμονα στους Σοβιετικούς και το αντίθετο. Στις 22 Μαΐου 1950 πραγματοποιήθηκε η σύλληψη του Γκολντ από το FBI, με τη βαριά κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης. Ο άλλοτε Ρέιμοντ των Σοβιετικών είδε ότι η οποιαδήποτε αντίστασή του θα ήταν μάταια και έτσι προέβη κι αυτός σε ομολογία των πάντων. Ήταν αυτός που «έδωσε» και τον Γκρίνγκλας, όπως και δυο άλλα ονόματα, αυτά του Μόρτον Σόμπελ (Morton Sobel) και του Τζούλιους Ρόζενμπεργκ (Julius Rosenberg), που φέρονταν μπλεγμένοι στην όλη ιστορία. Το διάστημα εκείνο συνελήφθη με παρόμοιες κατηγορίες και ο Αμερικανός φυσικός Θίοντορ Άλβιν Χολ (Theodore Alvin Hall), που εργάζονταν κι αυτός στο Λος Άλαμος. Από την όλη υπόθεση ο πλέον ζημιωμένος βγήκε ο Ρόζενμπεργκ και μαζί μ’ αυτόν και η σύζυγός του, Έθελ (Ethel Rosenberg). Άλλωστε η Έθελ ήταν αδελφή του Γκρίνγκλας, ο οποίος δε δίστασε να την καταδώσει, δηλώνοντας μάλιστα ότι αυτή και ο άντρας της ήταν κεντρικοί πρωταγωνιστές της σοβιετικής κατασκοπείας γύρω από τα αμερικανικά ατομικά μυστικά. Πέραν αυτών αποδείχτηκε και η από ετών φιλική σχέση του Ρόζενμπεργκ με τον Σόμπελ κι έτσι οι αμερικανικές αρχές ένιωθαν ικανοποίηση που όλα όσα αφορούσαν την υπόθεση συνδέονταν απόλυτα μεταξύ τους. Παράλληλα όμως μέμφονταν εαυτούς, πώς μπόρεσαν να επιτρέψουν σε «εχθρούς του έθνους και της δημοκρατίας» να καταλάβουν τόσο νευραλγικές θέσεις για την ασφάλεια της χώρας. Για παράδειγμα αποδείχτηκε ότι ακόμα κι ο υπεύθυνος προϊστάμενος του ατομικού εργαστηρίου του Λος Άλαμος στο Νέο Μεξικό, ο Τζούλιους Ρόμπερτ Οπενχάιμερ (Julius Robert Oppenheimer), υπήρξε στα νιάτα του μέλος του Αμερικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος! Παρ’ όλα αυτά τίποτα το ενοχοποιητικό εναντίον του Οπενχάιμερ δεν προέκυψε από το «σκάλισμα» της υπόθεσης. Με την αποκάλυψη του σοβιετικού δικτύου ατομικής κατασκοπείας οι ακραίοι συντηρητικοί κι αντισοβιετικοί κύκλοι των ΗΠΑ βρήκαν την ευκαιρία να καλλιεργήσουν το έδαφος του αντικομμουνισμού στη χώρα τους, προειδοποιώντας για τον «κόκκινο κίνδυνο». Για την καλύτερη εξυπηρέτηση του στόχου τους χρειάζονταν οπωσδήποτε να επιδείξουν πυγμή, έστω και αν για κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο να χυθεί ανθρώπινο αίμα. Οι μέρες εκείνες ήταν ιδιαίτερα οξυμμένες και κάθε δισταγμός θα μπορούσε να ερμηνευτεί από την άλλη πλευρά ως αδυναμία. Οι σκληροί δικαστικοί λοιπόν των ΗΠΑ αποφάσισαν να τιμωρήσουν υπέρ του δέοντος εκείνους από τους κατηγορούμενους που δεν θα προέβαιναν σε ομολογία των πράξεών τους και δεν θα ζητούσαν μετανιωμένοι το έλεος των αμερικανικών αρχών. Από αυτούς λοιπόν που κάθισαν στο εδώλιο του κατηγορούμενου (συνολικά δεκαοκτώ άτομα σε ΗΠΑ και Βρετανία, συμπεριλαμβανομένων αυτών της υπόθεσης Μέι το 1946) μόνο δύο καταδικάστηκαν σε θάνατο: το ζεύγος Ρόζενμπεργκ, που ευθύνονταν για λιγότερο αξιόποινα εγκλήματα από άλλους συγκατηγορούμενούς τους. Δεν ομολόγησαν όμως, ούτε και ζήτησαν ελεημοσύνη, κι έτσι αποφασίστηκε η θανάτωσή τους. Οι Ρόζενμπεργκ εκτελέστηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα των φυλακών Σινγκ-Σινγκ της Νέας Υόρκης στις 19 Ιουνίου 1953. Λίγους μήνες πιο πριν πέθανε ο Σοβιετικός ηγέτης Στάλιν, ο οποίος είχε πει για το ζεύγος ότι συνεισέφερε τα μέγιστα για την κατασκευή της ατομικής βόμβας από την ΕΣΣΔ. Τόσο ο Τζούλιους όσο και η Έθελ ήταν παιδιά Εβραίων μεταναστών από τη Ρωσία. Μέλη του Αμερικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, συνεργάζονταν με τους Σοβιετικούς ήδη από τη δεκαετία του 1930. Κάτι τέτοιο είναι αποδεδειγμένο πλήρως μόνο για τον Τζούλιους, αφού η σύζυγός του τελικά μετά από δεκαετίες θεωρήθηκε μάλλον άσχετη με τις υποθέσεις κατασκοπείας, αν και γνώριζε και ενέκρινε τη δράση του άντρα της. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι οι Ρόζενμπεργκ είναι οι μοναδικοί στην αμερικανική ιστορία που εκτελέστηκαν εν καιρώ ειρήνης με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΒΕΝΟΝΑ» (THE VENONA OPERATION) Κωδική ονομασία του αμερικανικού προγράμματος αποκωδικοποιήσεων των σοβιετικών επικοινωνιακών μηνυμάτων της δεκαετίας του 1940, που ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 1943 (αρχικά με την ονομασία «Νύφη» - “Bride”), σε μια προσπάθεια να ανακαλυφτούν οι μυστικοί συνεργάτες των Σοβιετικών που δρούσαν στην επικράτεια των ΗΠΑ και συμμαχικών τους χωρών. Χάρη στην επιχείρηση αυτή ξεσκεπάστηκε το δίκτυο ατομικής κατασκοπείας της ΕΣΣΔ, που είχε καταφέρει να διεισδύσει στο υπερ-απόρρητο ατομικό «Σχέδιο Μανχάταν» και να υποκλέψει προς όφελος της Μόσχας όλα τα σχέδια για την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Τα αποκωδικοποιημένα μηνύματα δεν συνιστούσαν άμεση ενοχή των εμπλεκομένων σ’ αυτά, πλην όμως σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που είχε για αυτά τα πρόσωπα το FBI εξάγονταν χρήσιμα συμπεράσματα. Κατά κάποιο τρόπο η επιχείρηση «Βενόνα» υποβοηθούσε το έργο της αστυνομίας, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες της για συνεργασία «στιγματισμένων» ατόμων με τους Σοβιετικούς. Αξίζει να σημειωθεί ο πολύ μεγάλος βαθμός δυσκολίας των εργασιών αποκρυπτογράφησης, έτσι ώστε να θεωρείται βέβαιο ότι υπήρξαν και άλλοι πράκτορες της Μόσχας (συμπεριλαμβανομένων και ατομικών κατασκόπων), που όμως – και λόγω του κλειστού χαρακτήρα της δράσης της σοβιετικής κατασκοπείας – παρέμειναν τελικά για πάντα ασύλληπτοι. Σ’ αυτό το πλαίσιο παραμένει αιώνιο αίνιγμα ποιος ήταν ο Σοβιετικός κατάσκοπος με το παρατσούκλι Άλες, που υπήρξε στενότατος και εξ εμπίστων συνεργάτης του Αμερικανού προέδρου Ρούσβελτ. Υποθέσεις έγιναν πολλές στις επόμενες δεκαετίες, χωρίς όμως ποτέ να μπορεί κανείς να πει με σιγουριά ποιο ήταν το πρόσωπο αυτό, που μάλιστα συνόδευε τον Αμερικανό ηγέτη στις συνομιλίες της Γιάλτας το Φεβρουάριο του 1945. Ανατριχιαστική λεπτομέρεια ήταν η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος αυτός της υψηλής πολιτικής και των παρασκηνίων των ΗΠΑ εργάζονταν για την ΕΣΣΔ ήδη από το 1935. Το αποκορύφωμα της επιχείρησης και η αρχή του τέλους του δικτύου σοβιετικών ατομικών κατασκόπων στις ΗΠΑ υπήρξε το καλοκαίρι του 1946, όταν ο Αμερικανός κρυπτολόγος Μέρεντιθ Γκάρντνερ παρατήρησε κάποιες «επαναλήψεις» στο σύστημα των σοβιετικών επικοινωνιών. Επρόκειτο για ολόκληρη μέθοδο κωδικοποιήσεων σοβιετικής έμπνευσης και πολύ σύντομα ο Γκάρντνερ παρουσίασε ένα τετράδιο γεμάτο με τις σημειώσεις του, οι οποίες επεξηγούσαν επακριβώς το πώς λειτουργούσε το σύστημα κωδικών των Ρώσων, που ήταν κάτι το πρωτόγνωρο ως τότε για τους Αμερικανούς. Το «σπάσιμο» του πονηρού αυτού συστήματος έγινε όταν ο κρυπτολόγος ανακάλυψε πως ουσιαστικά βασιζόταν στη λεγόμενη «κινεζική αριθμητική» ή αλλιώς «αρχή Φιμπονάτσι», σύμφωνα με την οποία αριθμοί μεγαλύτεροι του 9 δεν χρησιμοποιούνται. Τα πορίσματα της επιχείρησης «Βενόνα» παρέμειναν θεόκλειστα έως το έτος 1995, οπότε και βγήκαν στο φως της δημοσιότητας. Αποδείχτηκε ότι χάρη στις εργασίες του προγράμματος αποκαλύφτηκαν τουλάχιστον 200 ονόματα κατασκόπων της Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίοι συνεργάζονταν είτε με την πρόδρομο της KGB, τη NKVD είτε με τη στρατιωτική GRU. Πέραν των ονομάτων γνωστοποιήθηκαν τρόποι δράσης των Σοβιετικών, όπως για παράδειγμα η μεθοδολογία τους, τακτικές και στρατηγικές τους κτλ. Όλα αυτά θα μπορούσαν πράγματι να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα στους Αμερικανούς της CIA στις προσπάθειές τους να αντιμετωπίσουν τις επόμενες δεκαετίες την φοβερή KGB. Ήταν όμως έτσι; Μάλλον όχι, διότι η σοβιετική διείσδυση στη Δύση και τις δομές της ήταν τόσο μεγάλη, που ήδη από τα πρώτα στάδια της επιχείρησης «Βενόνα» η Μόσχα γνώριζε περίπου τα πάντα γι’ αυτήν. Συνεπώς λάμβανε και τα κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισης... Χρόνια μετά αποκαλύφτηκε ότι ο υπερπράκτορας των Ρώσων Κιμ Φίλμπι, άνθρωπος που βρισκόταν «μέχρι τα μπούνια» μέσα στα παιχνίδια των μυστικών υπηρεσιών της Δύσης, ήταν εκείνος που ενημέρωνε λεπτομερέστατα τη Μόσχα για την πορεία της επιχείρησης «Βενόνα». ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (1) Terry Crowdy: THE ENEMY WITHIN- A HISTORY OF ESPIONAGE, Osprey Publishing, Oxford, 2006 (2) Montgomery Hyde: THE ATOM BOMB SPIES, Hamish Hamilton, London, 1980 (3) Norman Moss: KLAUS FUCHS, THE MAN WHO STOLE THE ATOM BOMB, St Martins Press, Gordonsville-Virginia, 1987 (4) Richard Conrad Stein: THE MANHATTAN PROJECT, Children’s Press, Chicago 1993


74 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates