• .

Ο θάνατος του Γέλιου…

Ενημερώθηκε: Μαι 14

και η αποθέωση του Γελοίου (και των Γελοίων)!

26.04.2017

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Ο θάνατος του πασίγνωστου Έλληνα ηθοποιού Στάθη Ψάλτη, την Παρασκευή 21 Απριλίου 2017, σε ηλικία 66 ετών, έπειτα από βαρύτατη ασθένεια μηνών, «έγραψε» ένα τέλος σε μια ολόκληρη εποχή για τα ελληνικά καλλιτεχνικά δρώμενα: την εποχή του ΓΕΛΙΟΥ, δηλ. της ανεμελιάς, της «καλοπέρασης» και του καταναλωτισμού (ευδαιμονισμού) της δεκαετίας του 1980. Ήταν μια εποχή μετάβασης για τον σύγχρονο ελληνισμό, όπου δέσποζε η λεγόμενη «επιθεώρηση»: το «ιδιάζον» εκείνο είδος της θεατρικής τέχνης που απετέλεσε μία ελληνική «ιδιοτυπία» και κυριάρχησε στην πατρίδα μας από τη Μεταπολίτευση του 1974 και μετά (έως περίπου το 2000), με αποκορύφωμα τα χρόνια της πρώτης οκταετίας του ΠΑΣΟΚ, 1981-1989. Δεν μπορεί να είναι καθόλου τυχαίο που στα σημερινά «πέτρινα χρόνια» των υπερτεχνολογιών, της οικονομικής κρίσης και της εθνικής κατάθλιψης, γίνεται όλο και πιο συχνά λόγος και όλο κι από περισσότερους συμπατριώτες μας για τη «χρυσή δεκαετία του ’80». Μία νοσταλγία, η οποία χαρακτηρίζει τους πιο πολλούς Έλληνες, επικρατεί. Ο μέσος σημερινός συνταξιούχος αναπολεί τα χρόνια εκείνα, στα οποία ήταν μεσόκοπος, στην ακμή των βιολογικών του δυνάμεων, και ζούσε μία ζωή αξιοπρεπέστατη, μακριά από πολέμους, προσφυγές, κοινωνικές ταραχές και ανεργία. Ο μέσος σημερινός σαραντάρης και πενηντάρης αναπολεί τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, τότε που όλα έμοιαζαν όμορφα και το μέλλον προοιωνίζονταν λαμπρό. Ο δε μέσος σημερινός νέος, της ηλικίας κάτω των 30-35, απλώς ακούει ωραίες ιστορίες από την εποχή εκείνη, χωρίς να μπορεί καν να φανταστεί το κλίμα μιας εποχής, όπου υπήρχε ακόμη η «γειτονιά» ως πρωτογενής κοινωνική δόμηση, όπου τα παιδιά έπαιζαν ακόμη στις αλάνες, όπου παιχνίδια όπως το «κρυφτό» και το «κυνηγητό» δεν είχαν ακόμη χαθεί… Στην πραγματικότητα η δεκαετία του 1980 ήταν μεταβατική για ολόκληρο τον κόσμο, και για την Ελλάδα και για ορισμένους λόγους περισσότερους. Ήταν ίσως η μοναδική δεκαετία της σύγχρονης εποχής όπου συνυπήρξαν το «παραδοσιακό» με το «μοντέρνο» σε μια πλήρη ισορροπία: η τεχνολογία είχε πια διεισδύσει στις ζωές των ανθρώπων, υπήρχε η άνεση σε όλα τα επίπεδα, δεν είχε όμως χαθεί ακόμη η παλιά θεσμοθετημένη «τάξη πραγμάτων», με βασικό κύτταρο την οικογένεια, όπου το παιδί έπρεπε πρώτα να παίζει και έπειτα να καταγίνεται με το άγχος της μελλοντικής του προοπτικής σε ένα περιβάλλον όλο και πιο έντονα ανταγωνιστικό, στην αγορά εργασίας, την επιστήμη, τις τέχνες κτλ. Ήταν, με δυο λόγια, η περίοδος όπου η τηλεόραση συνυπήρχε με τη μπάλα έξω στους δρόμους, προτού η «πλάστιγγα» γείρει οριστικά υπέρ της υπερτεχνολογικής επικράτησης, και σε βάρος των παραδοσιακών μας αξιών, όπως αυτό συνέβη βασικά μετά τις δραματικές εξελίξεις του 1989-90 και την πτώση του κομμουνιστικού μπλοκ. Στην Ελλάδα, ειδικότερα, η αίσθηση αυτή της μετάβασης έγινε ακόμη πιο έντονη για δύο κυρίως λόγους: α) λόγω της ένταξης της χώρας μας στην ΕΟΚ, το «κλαμπ των ισχυρών» της Δύσης και β) λόγω της ανόδου στην εξουσία, για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας, ενός σοσιαλιστικού κόμματος, του ΠΑΣΟΚ. Αμφότερα τα ιστορικά αυτά γεγονότα έλαβαν χώρα στις αρχές της δεκαετίας, το 1981, και η Ελλάδα μέσα σε μία μόλις δεκαετία άλλαξε εντελώς όψη, αφού νομοθετήθηκαν αρχές και αντιλήψεις ξένες, έως τότε, προς την παραδοσιακή Ελληνορθοδοξία, όπως το αυτόματο διαζύγιο, η αποποινικοποίηση της μοιχείας, η νομιμοποίηση των αμβλώσεων, ο πολιτικός γάμος κτλ. Κι όλα αυτά, υπό την πίεση αφενός της ΕΟΚ, για να εναρμονιστεί η ελληνική νομοθεσία με την αντίστοιχη των ευρωπαϊκών χωρών, και αφετέρου του ιδίου του τότε κυβερνώντος ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να εφαρμόσει το προεκλογικό του πρόγραμμα. Η «επιθεώρηση» λοιπόν, που επικράτησε στο θέατρο, ως ένα είδος νεο-σάτιρας και νεο-κωμωδίας, γνώρισε το αποκορύφωμα και την αποθέωσή της στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, σκορπώντας παντού το γέλιο (πολλές φορές, και ειρωνικό…). Παράλληλα, ένα νέο είδος τεχνολογίας, το βίντεο, παρείσφρησε στα ελληνικά σπίτια, δίπλα στην έγχρωμη πια τηλεόραση (που αντικατέστησε την ασπρόμαυρη της δεκαετίας του 1970), ενώ ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος της «χρυσής εποχής» των δεκαετιών του 1950 και 1960 αναβίωσε ως «κακέκτυπο» μέσα από «φτηνιάρικες» ταινίες -κυρίως κωμωδίες- που επικράτησαν πλήρως έως ότου το 1989-90 η ιδιωτική τηλεόραση εμφανίστηκε και τα βίντεο-κλαμπ (από τα οποία οι Έλληνες προμηθεύονταν… με το κιλό τις βιντεοταινίες, από το 1980 και ύστερα) δεινοπάθησαν… Σήμερα η ιδιωτική τηλεόραση οδήγησε τους Έλληνες σε μαζική αποχαύνωση, ενώ ελάχιστα βίντεο-κλαμπ απέμειναν πια σε λειτουργία. Κι όμως, ακόμη και σε εποχές παρακμιακές για την τέχνη (όπως αποδείχτηκε ότι ήταν η δεκαετία του 1980), γεννιούνται ταλέντα και άνθρωποι που μένουν ανεξίτηλα χαραγμένοι στις μνήμες. Έτσι συνέβη και με τη θεατρική «επιθεώρηση», ως ξεχωριστό καλλιτεχνικό είδος, της δεκαετίας του ’80. Ο αείμνηστος Στάθης Ψάλτης, με το πηγαίο ταλέντο του, με τις μοναδικές του ερμηνείες και την «ιδιότροπη» παρουσία του, μας χάρισε μοναδικές στιγμές ΓΕΛΙΟΥ και ΧΑΡΑΣ, όντας μία από τις πλέον θετικές παρουσίες των νεανικών μας χρόνων! Γι’ αυτό ακριβώς και ο θάνατός του, πριν από λίγες μέρες, «φτωχαίνει» όντως κατά πολύ τις ζωές μας… Τα τελευταία χρόνια οι κορυφαίοι, ίσως, του είδους της «επιθεώρησης», του ΓΕΛΙΟΥ της δεκαετίας του 1980, έφυγαν πρόωρα από τη ζωή, χτυπημένοι όλοι τους, ένας προς έναν, από τη βαριά ασθένεια. Όχι μόνο ο μοναδικός Στάθης Ψάλτης, αλλά και ο εξαιρετικός Σωτήρης Μουστάκας, που πέθανε στις 4 Ιουνίου του 2007, χτυπημένος κι εκείνος απ’ την επάρατο νόσο, σε ηλικία 67 ετών. Ο Ελληνοκύπριος ηθοποιός, που ήταν κάτι σαν πρώιμος «Στάθης Ψάλτης», και άρχισε να λάμπει στις οθόνες των κινηματογράφων ήδη από τη δεκαετία του 1960, γνώρισε την αποθέωση τη δεκαετία του 1980 μέσω ακριβώς της «επιθεώρησης» και, δευτερευόντως, μέσω κάποιων βιντεοταινιών στις οποίες πρωταγωνίστησε. Λίγο πιο πρόσφατα, στις 4 Νοεμβρίου του 2015, σε ηλικία 72 ετών, απεβίωσε και ο Κώστας Τσάκωνας, γνωστότατος επίσης και πολύ αγαπητός κωμικός ηθοποιός, που επίσης γνώρισε τη δόξα της δεκαετίας του 1980. Και ο αξέχαστος Τσάκωνας πάλεψε επί αρκετό καιρό με την ανίατη αρρώστια… Μια ενδιαφέρουσα σύμπτωση παρατηρήθηκε στους κορυφαίους της ελληνικής «επιθεώρησης», Σωτήρη Μουστάκα και Στάθη Ψάλτη. Τον καιρό που κοιμήθηκε, πριν από δέκα σχεδόν χρόνια, ο Σωτήρης Μουστάκας έπαιζε στην ταινία του γνωστού σύγχρονου σκηνοθέτη Γιάννη Σμαραγδή, με θέμα τη ζωή του μεγάλου Έλληνα ζωγράφου Ελ Γκρέκο (Δομήνικου Θεοτοκόπουλου). Η πολύ ποιοτική ταινία του Σμαραγδή -όπως και κάθε έργο του εν λόγω σκηνοθέτη- βγήκε στους κινηματογράφους μετά τον θάνατο του Σωτήρη Μουστάκα. Τώρα, μια δεκαετία περίπου αργότερα, ο Στάθης Ψάλτης έπαιξε κι εκείνος σε μια άλλη ταινία του Σμαραγδή, με θέμα τη ζωή του σπουδαίου Έλληνα λογοτέχνη Νίκου Καζαντζάκη. Η ταινία πρόκειται να βγει στις αίθουσες των κινηματογράφων μετά επίσης από τον θάνατο του Στάθη Ψάλτη… Μαζί με τα πρόσωπα, πέθανε άραγε και μια ολόκληρη εποχή, η εποχή του ΓΕΛΙΟΥ; Αυτό είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο. Σήμερα δεν υπάρχουν πια τα ερεθίσματα των περασμένων δεκαετιών, τα οποία είχαν οδηγήσει σε μεγάλες καλλιτεχνικές στιγμές της σύγχρονης Ελλάδας, και όχι μόνο στη μεγάλη οθόνη ή πάνω στη σκηνή του θεάτρου, αλλά και στο τραγούδι, την ποίηση, τη ζωγραφική και τόσες άλλες μορφές τέχνης. Η Ελλάδα δεν βγάζει -και το χειρότερο: δεν μπορεί πια να βγάλει- άλλο μεγάλες μορφές, όπως π.χ. ο Μάνος Χατζηδάκις στη μουσική, ο Οδυσσέας Ελύτης στην ποίηση, ή ακόμη κι ο Στέλιος Καζαντζίδης στην ερμηνεία του τραγουδιού. Δεν μπορεί να βγάλει σήμερα η πατρίδα μας ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΝ ΖΩΗ ΜΟΡΦΕΣ, όπως είναι ο Ελληνόψυχος ηθοποιός, αυτός που ΠΟΙΕΙ ΗΘΟΣ, ο αγαπητός μας φίλος και Δάσκαλος Κώστας Πρέκας! Η εποχή μας δεν βγάζει πια Ελληνόψυχους, αλλά… ΣΚΑΤΟΨΥΧΟΥΣ (να μας το επιτρέψει ο αναγνώστης, αλλά είναι κατάθεση ψυχής), ανθρώπους κομπλεξικούς, οι οποίοι χάνουν το ταλέντο τους, χάνουν το δίκαιό τους, χάνουν την αγάπη του κόσμου, ακριβώς εξαιτίας της μικροψυχίας που δείχνουν και εκδηλώνουν σε διάφορους χώρους των τεχνών και των γραμμάτων… Ο Έλληνας όμως είναι γεννημένος για τα ΜΕΓΑΛΑ, όχι για τα μικρά. Δεν είναι ελληνοπρεπής λοιπόν η εποχή μας, εδώ στην Ελλάδα. Ούτε, ασφαλώς, και χριστιανική. Είναι εποχή στείρα ιδεών, όπου δεν υπάρχει πια η ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑ, αλλά μόνο η αντιγραφή. «Δεν βγάζουμε πια ποιητές, μουσικοσυνθέτες, ηθοποιούς…», μονολογούν οι συνάνθρωποί μας, τριγύρω μας. Πώς να βγάλουμε όμως τέτοιους, όταν οι ίδιες οι επικρατούσες συνθήκες δεν το επιτρέπουν; Από πού να βγουν οι σύγχρονοι Έλληνες ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ; Από τη γενιά που μεγάλωσε στα «πούπουλα» του παχυδερμισμού και τα όποια ερεθίσματά της είναι τα… «ντάμπα-ντούμπα» της ζούγκλας; Τι μουσική σύνθεση, για παράδειγμα, να παράγει ένας σύγχρονος μουσικοσυνθέτης, όταν ΔΕΝ συνθέτει μόνος του την ΩΔΗ, αλλά απλώς επιλέγει ήχους από το «συνθεσάιζερ»; Ιδού το σύγχρονο ελληνικό πρόβλημα, που οδήγησε στη ΜΑΛΑΚΥΝΣΗ του εγκεφάλου των συμπατριωτών μας, στον εθνικό ωχαδερφισμό και την… «επανάσταση του καναπέ»… Από τη μεταβατική λοιπόν εποχή του ΓΕΛΙΟΥ, έχουμε περάσει πλέον στην εποχή του γελοίου και… των γελοίων! Δεν διαθέτουμε πια ΣΟΦΟΥΣ «Νέστορες» σε κανέναν τομέα (ούτε στην πολιτική), παρά μόνο 80χρονους εγωπαθείς «Ντόριαν Γκρέι», που παριστάνουν τους «αιωνίους εφήβους» και αρνούνται να μεγαλώσουν… Όπως ο υπέργηρος δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Μπουτάρης, με τα σκουλαρίκια, τα σκισμένα μπλου-τζιν και τα «ζελεδάκια» επί της γκρίζας κεφαλής, ως άλλος 15άρης… Δεν έχουμε πια ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΜΕΝΟΥΣ (με νόημα) νεολαίους, παρά μόνο παχύσαρκα και υπέρβαρα βουτυρόπαιδα, που παθαίνουν… κατάθλιψη όταν είναι να πάνε στον στρατό και πεθαίνουν αιμόφυρτα στην άσφαλτο μετά από μεθύσια έως πρωίας… Η εποχή του ΓΕΛΟΙΟΥ και των ΓΕΛΟΙΩΝ σε μια Ελλάδα που πεθαίνει, όμως αυτή τη φορά όχι με μία απλή εθνική τραγωδία, όπως στο παρελθόν, αλλά μέσα στην καταισχύνη μιας εθνικής ιλαροτραγωδίας: με τον τζιχαντιστή να μας βιάζει και να μας εξοντώνει μέσα στα σπίτια μας, κι εμείς να βαριόμαστε να σηκωθούμε για να αμυνθούμε, μ’ ένα κομμάτι πίτσα στο χέρι και μπροστά στους δέκτες της τηλοψίας, χαζεύοντας το «Survivor»…

364 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates