• .

Ο ασυμβίβαστος Ανδρέας Λασκαράτος

3.9.2020

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Αν υπάρχει μία μορφή της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας και των γραμμάτων, που οφείλουμε να αποκαταστήσουμε -έστω κι αν κοντεύουν 120 χρόνια από τον θάνατό της-, αυτή η μορφή είναι ο μεγάλος σατιρικός λογοτέχνης και ποιητής Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901). Με αποκορύφωμα τον αφορισμό του από την επίσημη Εκκλησία, ο στιχουργός και πεζογράφος απ' την Κεφαλλονιά γνώρισε πολλές φορές τον διωγμό, την απαξίωση και την εχθρότητα των συγχρόνων του· κι αυτός, και η οικογένειά του. Γιατί; Διότι με το έργο του, έλεγε αλήθειες. Πικρές αλήθειες...

Γεννημένος την Πρωτομαγιά του 1811 στο χωριό Ρετσάτα (κοντά στο Ληξούρι) της Κεφαλλονιάς, ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας γαιοκτημόνων και σπούδασε νομικά στο Παρίσι. Το επάγγελμα του νομικού, ωστόσο, το εξάσκησε μόνο όταν βρέθηκε σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση. Δάσκαλός του ήταν ο μέγας Ανδρέας Κάλβος, ενώ γνωρίστηκε και με τον εθνικό ποιητή Διονύσιο Σολωμό. Αμφότεροι, επέδρασαν έντονα πάνω στο μετέπειτα έργο του.

Το βασικό του επάγγελμα ήταν δημοσιογράφος. Ήταν επί σειρά πολλών ετών εκδότης της εφημερίδας “Λύχνος”, με την οποία -μέσω σάτιρας, λιβέλλων και αυστηρής κριτικής- καταφέρθηκε εναντίον της κοινωνικής αδικίας, της ανικανότητας των πολιτικών, αλλά και των αυθαιρεσιών της Εκκλησίας. Όλα αυτά προξένησαν την εναντίον του εχθρότητα της εξουσίας: των πλούσιων, των πολιτικών, των παπάδων... Ιδιαίτερα τον χαρακτήρισαν ως “εθνοπροδότη”, επειδή τάχθηκε κατά της άνευ όρων ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα (η οποία συνέβη το 1864).

Οι διώξεις εναντίον του ίδιου, και της οικογένειάς του (αποτελούμενης από τη σύζυγό του, δυο γιους και επτά κόρες!), υπήρξαν πολλές και έντονες. Γι' αυτό τον λόγο ποτέ δεν σταθεροποιήθηκε σε ένα μόνο μέρος, αλλά έζησε εκτός από την Κεφαλλονιά, στην Κέρκυρα, τη Ζάκυνθο και, για ένα διάστημα, στο Λονδίνο. Τα τελευταία χρόνια του βίου του, τα πέρασε στο Αργοστόλι, όπου και τον βρήκε ο θάνατος σε ηλικία 90 ετών, στις 24 Ιουλίου 1901. Πάντως, ταξίδεψε σε πολλά μέρη της Ελλάδας, όπως στην Αθήνα, την Κρήτη, τη Σύρο, την Κόρινθο, την Πάτρα κτλ.

Κυριότερα έργα του Λασκαράτου είναι τα εξής: “Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς” (1856), “Ιδού ο άνθρωπος, ή ανθρώπινοι χαρακτήρες” (1874), “Ποιήματα και ανέκδοτα” (1884), “Αυτοβιογραφία” (εκδόθηκε μετά θάνατον, 1912), “Ήθη, έθιμα και δοξασίες της Κεφαλλονιάς” (κι αυτό μετά θάνατον, 1924). Όπως υποστηρίζουν οι σοβαρότεροι μελετητές του έργου του, ήταν αναμφίβολα ένας άνθρωπος που έβλεπε ιδιαίτερα μπροστά για την εποχή του και σήμερα, όσα αυτός είχε προβλέψει και επιθυμούσε είτε να αλλάξει είτε να εμποδίσει, έχουν κατά κανόνα επαληθευτεί...

Στον πρόλογο του βιβλίου του “Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς” διαβάζουμε μεταξύ άλλων: “Σκοπός του παρόντος βιβλίου είναι το σιάσιμο μιας σφαλερής ιδέας όπου έως τώρα εβασίλεψε και βασιλέβει ακόμη στην κοινωνία μας. Η κοινωνία μας νομίζει πως δεν πρέπει να ξεσκεπάζονται τα ελαττώματά της και θεωρεί ως εγκληματίαν εκείνον όπου το κάμη. Νομίζει εξεναντίας ότι είναι χρέος κάθε καλού πατριώτη να κηρύττη αρετές εις τον τόπον των ελαττωμάτων της. Τούτο έκαμε ώστε καθένας, φοβούμενος την πρόληψή της, αρνήθηκε να της ανοίξη τα μάτια εις τες αληθινές πηγές των κακών της. Ενώ απ' άλλο μέρος οι κατεργαραίοι, που σε κάθε κοινωνία ποτέ δεν λείπουνε, εκερδοσκοπήσανε ναν την αποκοιμήσουν, απάνω στον κρημνό της ανοησίας της, για να κλέψουν την υπόληψή της. Εγώ δεν ημπορώ, εν συνειδήσει, να ναναρίσω την κοινωνία μας με το ναρκωτικό νανάρισμα των λαοπλάνων. Ούτε μήτε να σιωπήσω τα ολέθρια αποτελέσματα μιας τέτοιας σατανικής κερδοσκοπίας. Εγώ εξεναντίας ξεσκεπάζω τα ελαττώματά της με θάρρος και με εξουσίαν. Με όλην εκείνην την εξουσίαν οπού μου δίνει η Αλήθεια”.

Εξαιτίας του βιβλίου του αυτού (“Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς”) ξεκίνησαν οι διώξεις εναντίον του Λασκαράτου από την Εκκλησία. Στις 16 Φεβρουαρίου 1856 ο μητροπολίτης Κεφαλληνίας Σπυρίδων Κοντομίχαλος αφόρισε αρχικώς το εν λόγω βιβλίο, καλώντας τον συγγραφέα να το αποσύρει και να το καταστρέψει. Ο Λασκαράτος αρνήθηκε κατηγορηματικά να το κάνει, με συνέπεια λίγες ημέρες αργότερα (στις 2 Μαρτίου 1856) να αφοριστεί και ο ίδιος από τον μητροπολίτη του νησιού του!

Ο συγγραφέας κατέφυγε κυνηγημένος στη Ζάκυνθο, αλλά κι εκεί είχε την ίδια αντιμετώπιση: τον αφόρισε και ο μητροπολίτης Ζακύνθου, Νικόλαος Κοκκίνης! Σύμφωνα με τους αφορισμούς, το βιβλίο του φέρεται ότι χλεύαζε τις χριστιανικές τελετές και παραδόσεις, προκαλώντας την οργή των ιερωμένων και του λαού. Μάλιστα, ο Λασκαράτος κατήγγειλε την εποχή εκείνη στις αστυνομικές αρχές, ότι κληρικοί, αχθοφόροι και “διάφοραι τάξεις ανθρώπων” προξένησαν συχνές αναταραχές εναντίον του, “θεωρούντες αυτό [δηλ. το βιβλίο] ως περιέχον ύβρεις, βλασφημίας”...

(Πάντως, για την ιστορία, αξίζει να σημειώσουμε ότι το αυθεντικό κείμενο του αφορισμού του Λασκαράτου δεν σώζεται στα εκκλησιαστικά αρχεία! Σώζεται μόνο ο αφορισμός του βιβλίου. Γι' αυτό τον λόγο ορισμένοι αμφισβητούν εάν όντως ο Λασκαράτος τελικά αφορίστηκε ως πρόσωπο...)

Τελικά, ο αφορισμός κατά του Λασκαράτου ήρθη μόλις έναν χρόνο προ του θανάτου του (δηλ. το 1900) από τον μητροπολίτη Κεφαλληνίας, Γεράσιμο Δόριζα. Ο γιος του Ανδρέα Λασκαράτου, με γράμμα του τότε προς τον Τύπο της εποχής, αναφέρει ότι “τα διάφορα μη αληθή που δημοσιεύθηκαν περί αφορισμού δεν μας αφορούν, αφού μάλιστα ως γνωστόν ο πατήρ μου εξακολουθεί να έχει τας αυτάς αρχάς και ιδέας, τας οποίας ανέκαθεν είχεν”.

Πάντως, αρκετά χρόνια αργότερα, σε μία μελέτη του με τίτλο “Από τη ''φάρσα'' στο ''φιάσκο''. Ο ''αφορισμός'' του Ανδρέα Λασκαράτου και η άρση του”, ο πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός (1940-2019), που υπήρξε μία φωτισμένη προσωπικότητα της Ορθοδοξίας, έφθασε στα εξής συμπεράσματα -που παραθέτουμε εν τάχει- γύρω από το θέμα του αφορισμού του συντοπίτη του, μεγάλου σατιρικού λογοτέχνη του 19ου αιώνα:

1. Ο τότε Μητροπολίτης, Σπυρίδων Κοντομίχαλος, φερόμενος και αγόμενος από τον γραμματέα της Μητροπόλεώς του παπά-Νικόλαο Μαντζαβίνο, προσωπικό αντίπαλο του Λασκαράτου, έπεσε στην παγίδα που του στήθηκε από κληρικούς και λαϊκούς, και υπέγραψε αφορισμό του βιβλίου του Λασκαράτου, καλώντας τον σε μετάνοια και καταστροφή του βιβλίου του. Ο ίδιος ο Λασκαράτος δεν αφορίσθηκε ιδιαίτερα ΠΟΤΕ, μολονότι δεν υπάκουσε στην “παραίνεση” της Μητρόπολης.

2. Ο Λασκαράτος προκάλεσε τον αφορισμό του, ζητώντας προκλητικά από την Μητρόπολη να εγκρίνει το βιβλίο του, χρησιμοποίησε δε τον “αφορισμό” για προσωπικό όφελος, διάδοση δηλαδή του έργου του και καταξίωσή του από τους αντιεκκλησιαστικούς και αντορθοδόξους εντός και εκτός της Κεφαλλονιάς. Η φήμη του Λασκαράτου απλώθηκε λόγω του “αφορισμού” του.

3. Ο Μητροπολίτης Γεράσιμος Δόριζας στην περίπτωση του Λασκαράτου φέρθηκε “διπλωματικά”. Για την άρση του αφορισμού (1900) υποστήριξε στη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος την μετάνοια του Λασκαράτου, αλλ' αυτό επέσυρε την οργή και αγανάκτηση της οικογένειάς του, που το θεώρησαν σαν συκοφαντία! Κάποιοι όμως, για να ρίξουν στάχτη στα μάτια, προφασίζονται ότι η Εκκλησία τον εκήδευσε, αναγνωρίζοντας το λάθος της απέναντί του. Ποτέ όμως δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Η Σύνοδος, άλλωστε, στηρίχθηκε στην μετάνοια όχι της Εκκλησίας, αλλά του Λασκαράτου.

4. Γι' αυτό και ο Μητροπολίτης Γεράσιμος Δόριζας επιμένει στην δήθεν αλλαγή του φρονήματος του Λασκαράτου (αυτό λέγεται “μετάνοια”), αφήνοντας άθικτο το βιβλίο, την “πέτρα του σκανδάλου”. Η οικογένεια όμως του “Κυρ Ανδρέα” δηλώνει ότι ο πατέρας τους κράτησε τις ιδέες του και αρχές του. Έτσι και οι δύο πλευρές απέφυγαν την κοινωνική μείωση. Ο Λασκαράτος έμεινε αυτός που ήταν, ο δε Μητροπολίτης πέτυχε την κήδευση του Λασκαράτου το 1901 χωρίς προβλήματα. Οικογένεια και Μητροπολίτης έμειναν, έτσι, ικανοποιημένοι.

Στο έργο του “Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας”, ο Κ.Θ. Δημαράς σημειώνει τα εξής αξιοπρόσεκτα: “Ο Ανδρέας Λασκαράτος, Κεφαλλονίτης (1811-1901), αποτελεί τον γνησιότερο σύνδεσμο ανάμεσα στα Επτάνησα και στην Αθήνα· είναι φανατικά Επτανήσιος και στο γλωσσικό του ιδίωμα και σ' ένα μεγάλο μέρος της συγγραφικής παραγωγής του. Έφερνε δηλαδή στην πρωτεύουσα ανόθευτο τον αέρα των Επτά Νησιών· και στο ποσοστό, το σημαντικό, όπου επηρέασε τους Αθηναίους λογίους, η συμβολή του στην μετακένωση της επτανησιακής παράδοσης μέσα στο ρεύμα το αθηναϊκό, είναι έκδηλη”.

Και σ' άλλο σημείο του ως άνω έργου του, ο Κ.Θ. Δημαράς σημειώνει: “Κύριος στόχος του είναι η τυπολατρία της Εκκλησίας· όσο κι αν ο ίδιος υποστηρίζει ότι είναι χριστιανός, υπόδειγμα μάλιστα χριστιανού, αληθινά η θρησκευτικότητά του περιορίζεται στην πεποίθηση για την ύπαρξη μιας υπέρτατης δύναμης και κατά τα άλλα απασχολείται αποκλειστικά από το ηθικό πρόβλημα. Κατά τούτο η διδασκαλία του αστοχεί, γιατί προϋποθέτει ένα πνευματικό επίπεδο ασσύμετρα πιο υψηλό από το επίπεδο της εποχής του· φαντάζεται μια ηθική απαλλαγμένη από όλες τις μορφές της λατρείας, και για να καθαρίσει το ιδανικό του από ό,τι θεωρεί ψεύτικο και περιττό, δεν διστάζει να εξευτελίσει και την ίδια την μορφή της θεότητας”...


176 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates