• .

Οι βάσεις της άμεσης δημοκρατίας

Ενημερώθηκε: Μαι 12

Φθινόπωρο 2003

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Το παρόν κείμενο έχει ως μόνη φιλοδοξία να παρουσιάσει σε συμπαγή και συμπυκνωμένη μορφή τις θεωρητικές βάσεις της άμεσης δημοκρατίας, δηλαδή τις φιλοσοφικές και ιδεολογικές της παραμέτρους, οι οποίες άλλωστε και τη διαμορφώνουν ως πλήρη πολιτική θεώρηση και πρακτική. Οφείλουμε εξ αρχής να σημειώσουμε ότι αυτό που σήμερα νοείται ως άμεση δημοκρατία δεν έχει ουσιαστικά ξεκαθαρισμένο το γενικό ιδεολογικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται· έτσι πολύ συχνά οδηγούμαστε σε ασάφεια ως προς τι πραγματικά αυτή σημαίνει και παρακολουθούμε να γίνεται κατάχρησή της από πολιτικούς χώρους, με τους οποίους στην πραγματικότητα δεν έχει καμία απολύτως σχέση. Πρώτιστο λοιπόν καθήκον μας πρέπει να είναι η αποσαφήνιση των ιδεολογικών αρχών της άμεσης δημοκρατίας και η κατάδειξη του επαναστατικού, κοινωνικού και, γενικότερα, ριζοσπαστικού της χαρακτήρα.

Στη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία οι πλέον αντίθετες μεταξύ τους δυνάμεις υποστήριξαν την, κατά τη γνώμη τους, άμεση δημοκρατία. Άλλοι από αυτούς τίμησαν και άλλοι διαστρέβλωσαν το νόημα και το περιεχόμενό της. Πώς να χαρακτηρίσει κανείς ότι επί καθεστώτος 21ης Απριλίου τόσο οι δικτάτορες όσο και το αντιστασιακό ΠΑΚ του Ανδρέα Παπανδρέου υποστήριζαν την άμεση συμμετοχή του λαού στην εξουσία; Αλλά και στη μεταπολίτευση, τόσο το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Οικολόγοι Πράσινοι εκφράστηκαν υπέρ της συμμετοχικής δημοκρατίας, θέση που αποδέχτηκε και η Νέα Δημοκρατία, αλλά και – παλαιότερα – η επαναστατική οργάνωση 17 Νοέμβρη...

Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι η πρώτη προσπάθεια του γράφοντος να υπεισέλθει στην ουσία της πρωτοποριακής αυτής θεώρησης, αφού έχουν προηγηθεί παλαιότερα άρθρα του στον ελληνικό Τύπο της περασμένης δεκαετίας. Ίσως μάλιστα ο γράφων να έχει και μια επιπλέον ευθύνη να εξηγήσει τι είναι τελικά η άμεση δημοκρατία, λόγω και της ενασχόλησής του στα δημόσια πράγματα υπό την «σημαία» της εν λόγω θεωρίας. Επομένως εδώ γίνεται μια προσπάθεια να σημειωθεί μια όσο γίνεται πληρέστερη ανάλυση στο πλαίσιο όμως μιας εκλαϊκευμένης παρουσίασης των επικρατέστερων απόψεων περί της άμεσης δημοκρατίας. Πράγμα που είναι μεν δύσκολο και αντιφατικό, όχι όμως και αδύνατο...


Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


Κάθε αναφορά στην άμεση δημοκρατία και τα παράγωγά της πρέπει να έχει οπωσδήποτε ως αφετηρία της τις απαρχές της, που εντοπίζονται στον αρχαιοελληνικό πολιτικό στοχασμό και τις πρακτικές του εφαρμογές. Υπό αυτή την έννοια πρέπει να εστιάσουμε, έστω και συνοπτικά, στις πρώτες προσπάθειες επιβολής της άμεσης δημοκρατίας, που έλαβαν χώρα στην αρχαία Ελλάδα. Βέβαια, είναι γεγονός ότι παρόμοια πολιτειακά σχήματα και απόπειρες εφαρμογής τους παρατηρήθηκαν σε διάφορα σημεία της τότε ελληνικής επικράτειας. Έχει όμως καθιερωθεί να είναι κοινά αποδεκτή η άμεση δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας ως η πρώτη σοβαρή και μαζική ένδειξη καθιέρωσης τέτοιων θεσμών.

Στην πολιτική επιστήμη η αθηναϊκή άμεση δημοκρατία της αρχαιότητας ταυτίστηκε με τον Κλεισθένη κι έτσι αναφέρεται σαν «αθηναϊκή δημοκρατία του Κλεισθένη». Για πρώτη – και μοναδική; – φορά και οι τρεις πυλώνες της εξουσίας (νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική) πέρασαν ουσιαστικά στην δικαιοδοσία των πολιτών. Πρέπει πάντως να διευκρινίσουμε ότι ειδικά στις συνθήκες της εποχής εκείνης και με τις προγενέστερες κοινωνικές διαστρωματώσεις δεν χαρακτηρίζονταν το σύνολο του λαού, των κατοίκων δηλαδή της πόλης-κράτους, ως «πολίτες». Μην λησμονούμε ότι οι κοινωνικές αντιθέσεις ήταν ακόμα οξύτατες, με την ύπαρξη κατώτερων στρωμάτων, όπως π.χ. δούλων, οι οποίοι δεν είχαν τα δικαιώματα των «πολιτών». Όμως κάθε θεωρία πρέπει να βλέπεται υπό το πρίσμα του καιρού της και έτσι η τότε άμεση δημοκρατία ήταν μια μεγάλη κατάκτηση για τους Αθηναίους, παρόλα τα ελαττώματα και τις ελλείψεις της...

Ουσιαστικά η αθηναϊκή δημοκρατία του Κλεισθένη ήταν μια ριζική ανατροπή του πολιτεύματος της μοναρχίας, εφόσον στη θέση του μονάρχη μπήκε πλέον ο λαός, άρα η άμεση εξουσία όλων των πολιτών. Πρόκειται για την περίφημη όντως εκκλησία του δήμου, η οποία ήταν πια ο ανώτερος θεσμός, αντικαθιστώντας τη βούληση του ενός βασιλιά. Λειτουργικά της όργανα ήταν η βουλή και οι άρχοντες. Η βουλή νομοθετούσε και έπειτα κρινόταν από τη γενική συνέλευση της εκκλησίας του δήμου, οι δε άρχοντες ήταν επιφορτισμένοι με τη μεγάλη πράγματι ευθύνη της εφαρμογής των αποφάσεων, αλλά και με την εκτέλεση του δικαστικού έργου. Ο κάθε άρχοντας είχε υπ’ ευθύνη του και έναν βασικό τομέα του κράτους, όπως π.χ. την οικονομία, τη θρησκεία, το στρατό κτλ. Να σημειωθεί ότι στο κρίσιμο πόστο του άρχοντα μπορούσε να θητεύσει ο κάθε πολίτης, του οποίου η εκλογή γινόταν μερικές φορές με ψηφοφορία, ενώ μάλλον τις περισσότερες γινόταν εναλλαγή των πολιτών στη θέση αυτή με ένα είδος επετηρίδας.

Το ανώτερο όργανο εξουσίας, στο οποίο υποτάσσονταν οι πάντες, ήταν οι νόμοι. Από εκεί και πέρα, η δικαστική εξουσία ήταν στα χέρια δύο οργάνων, του Αρείου Πάγου και των Εφετών. Ο Άρειος Πάγος δίκαζε τις διαφορές ανάμεσα στους πολίτες, ενώ οι Εφέτες αναλάμβαναν την επίλυση των προβλημάτων που τυχόν προέκυπταν ανάμεσα στους πολίτες και τις άλλες κατηγορίες κατοίκων (που ήταν και οι πολυπληθέστεροι): των δούλων και των μετοίκων. Εδώ να παρατηρήσουμε ότι στα δύο αυτά δικαστικά σώματα η αθηναϊκή δημοκρατία έκανε ένα είδους «συμβιβασμό» (που είχε όμως πολιτική λογική), αφού τα μέλη τους προέρχονταν από την παλιά αριστοκρατία, από διακεκριμένους δηλαδή Αθηναίους, τους ευγενείς.

Βεβαίως τα χρόνια πέρασαν και οι εγγενείς αδυναμίες αυτού του πολιτικού συστήματος (που ήταν πάντως πρωτοπόρο για όλη την ανθρωπότητα!) τελικά επικράτησαν. Ήδη στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. η αθηναϊκή δημοκρατία «πέθανε» και ακολούθησαν αιώνες ανακατατάξεων, κορύφωσης, αλλά και τελικά παρακμής του ελληνισμού. Η αθηναϊκή δημοκρατία έμοιαζε ολοένα και περισσότερο με μία αχνή αναλαμπή του παρελθόντος μέσα σε εποχές δύσκολες και σκοτεινές, με μεγάλες κοινωνικές ανισότητες και αδικίες, καθώς και με συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις και ανωμαλίες. Χρειάστηκε να περάσουν πάρα πολλοί αιώνες, για να φανεί και πάλι το φως στο βάθος της σήραγγας, για να κινήσει και πάλι η ιστορική νομοτέλεια την ανθρώπινη ιστορία προς τα εμπρός...


Η «ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΛΗΣΗ» ΤΟΥ ΖΑΝ-ΖΑΚ ΡΟΥΣΣΩ


Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ είναι ο αναμφίβολος «πατέρας» της ευρωπαϊκής αναγέννησης του 18ου αιώνα, ο άνθρωπος που «έσχισε» την ιστορία στα δύο, εκείνος που με τις πρωτοποριακές του θεωρήσεις ξύπνησε την επί αιώνες ευρισκόμενη σε λήθαργο συνείδηση των μαζών. Είναι λοιπόν λογικό μια τέτοια τόσο ισχυρή προσωπικότητα να την έχουν αποδεχθεί, ακόμη και λατρέψει τα πλέον αντιφατικά μεταξύ τους ιδεολογικά-πολιτικά ρεύματα. Όντως, από την άκρα Δεξιά έως και την άκρα Αριστερά, φασίστες, φιλελεύθεροι, σοσιαλιστές και αναρχικοί βρήκαν στις ιδέες του Ρουσσώ την πεμπτουσία των δικών τους «πιστεύω»!

Εκείνο όμως που είναι κοινά αποδεχτό από τους ανά τον κόσμο πολιτειολόγους αφορά τη θεμελιώδη θέση του μεγάλου Γάλλου στοχαστή για την τόσο πολυσυζητημένη «γενική θέληση». Τι είναι λοιπόν η ρουσσωική γενική θέληση; Και πώς σχετίζεται με την άμεση δημοκρατία; Μήπως είναι η θεωρία εκείνη που νεκρανάστησε μετά από τόσους αιώνες την «ουτοπία» της αθηναϊκής δημοκρατίας και μάλιστα ως μια σύγχρονη εκδοχή της; Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά ερωτήματα, στα οποία θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια πρώτη απάντηση στις γραμμές που ακολουθούν. Ξεκαθαρίζουμε μάλιστα ότι κατά την άποψή μας όλη η πολιτική φιλοσοφία του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ κινείται σε ένα πολύ ανώτερο πνευματικό επίπεδο και ως εκ τούτου είναι πολυσύνθετη. Παρ’ όλα αυτά είναι, πιστεύουμε, ξεκάθαρο ότι ο σπουδαίος διαφωτιστής υποστηρίζει σ’ όλα τα έργα του την πλήρη εφαρμογή της ιδέας της άμεσης δημοκρατίας.

Η γενική θέληση είναι, κατά τον Ρουσσώ, η αληθινή θέληση του πολίτη, σε πλήρη αντίθεση με την «ιδιωτική» (την ατομική-εγωιστική) θέληση του κάθε ενός ξεχωριστά. Υπακούοντας ο πολίτης στη γενική θέληση δεν κάνει τίποτα περισσότερο απ’ το να υπακούει στην πραγματική του φύση· και ποια είναι αυτή; Μα, εκείνη την οποία ο καθένας επιδιώκει, υπό την προϋπόθεση ότι ενεργεί ανιδιοτελώς. Με δυο λόγια, γενική θέληση είναι τα γνήσια συμφέροντα ενός συλλογικού σώματος, τα οποία είναι ισοδύναμα με το κοινό καλό. Όμως, προσοχή: ο Ρουσσώ κάθε άλλο παρά θεωρεί ίδιο πράγμα τη γενική θέληση με εκείνο που θέλει η πλειοψηφία των πολιτών. Στο έργο του «Λόγος περί πολιτικής οικονομίας» γράφει πολύ χαρακτηριστικά: «Πώς, θα ρωτήσει κανείς, μπορούμε να γνωρίζουμε τη γενική θέληση σ’ εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει εκφραστεί καθόλου; Θα πρέπει να συνέρχεται όλο το έθνος σε κάθε απρόβλεπτο γεγονός; Το έθνος θα πρέπει να συνέρχεται όσο γίνεται λιγότερο, δεδομένου πως δεν είναι βέβαιο ότι η απόφασή του εκφράζει τη γενική θέληση και το μέσο αυτό είναι ανέφικτο σε έναν μεγάλο λαό. Εξάλλου σπάνια χρειάζεται όταν η κυβέρνηση έχει καλές προθέσεις, αφού οι ηγέτες γνωρίζουν καλά ότι η γενική θέληση υποστηρίζει πάντα το μέρος που ευνοεί το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή το πιο αμερόληπτο, έτσι ώστε να αρκεί να είναι κανείς δίκαιος για να είναι σίγουρος πως ακολουθεί τη γενική θέληση».


Η ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Στο κλασικό έργο του Λένιν «Κράτος και επανάσταση» μπορούμε να βρούμε μια σημαντική ανάλυση της άμεσης δημοκρατίας και του φιλοσοφικού της υποβάθρου, σε στενό συσχετισμό με τα προβλήματα που εξετάζει ο συγγραφέας και που τα διευκρινίζει ως κατάργηση του κοινοβουλευτισμού, εκμηδένιση του κράτους-παρασίτου και αντικατάσταση της κρατικής μηχανής που έχει συντριβεί μετά την επικράτηση της επανάστασης. Όλα τα παραπάνω ο συγγραφέας τα εξετάζει με απώτατο σκοπό την «οργάνωση της ενότητας του έθνους», όπου παρατηρούνται ιδιαίτερα ενδιαφέροντα στοιχεία ανάπτυξης της άμεσης δημοκρατίας. Ασφαλώς οι συνθήκες της εποχής του Λένιν (χωρικές και χρονικές) διαφέρουν πολύ από τις άλλες περιόδους, κατά τις οποίες αναπτύχθηκαν ιδέες περί της άμεσης δημοκρατίας, κι έτσι δεν μπορούμε να κάνουμε σοβαρές συγκρίσεις αναμεταξύ τους, εφόσον αφορούν διαφορετικά δεδομένα και εμπειρίες. Πρέπει λοιπόν να εκλάβουμε τη λενινιστική ερμηνεία της άμεσης δημοκρατίας ως μία πρώιμη, αν και σχετικά σύγχρονη, και πάντως πρωτογενή, προσπάθεια στα πλαίσια πάντα του δικού του ξέχωρου ιδεολογικού συστήματος.

Το πρώτο που μας κάνει εντύπωση είναι ότι ο Λένιν μιλάει όχι για κατάργηση της έννοιας της αντιπροσώπευσης, αλλά για κατάργηση του κοινοβουλευτισμού: «Η διέξοδος από τον κοινοβουλευτισμό δεν βρίσκεται φυσικά στην κατάργηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών και της αιρετότητας, αλλά στη μετατροπή των αντιπροσωπευτικών θεσμών από λογοκοπία σε ‘εργαζόμενα’ σώματα». Και αλλού: «Οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί παραμένουν, μα δεν υπάρχει εδώ κοινοβουλευτισμός σαν ιδιαίτερο σύστημα, σαν χωρισμός της νομοθετικής από την εκτελεστική εργασία, σαν προνομιούχα θέση για τους βουλευτές. Χωρίς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς δεν μπορούμε να φανταστούμε τη δημοκρατία, ακόμη και την προλεταριακή δημοκρατία, χωρίς τον κοινοβουλευτισμό μπορούμε και πρέπει να τη φανταστούμε»...

Παρόλο λοιπόν που η λενινιστική θεώρηση αποδέχεται το πλαίσιο της αντιπροσωπευτικότητας, εν τούτοις έχουμε να παρατηρήσουμε δύο σημεία που σαφώς τείνουν προς την κατεύθυνση της άμεσης δημοκρατίας, έτσι που να είμαστε πεπεισμένοι ότι ο Λένιν αποδέχεται πράγματι τη συγκεκριμένη πολιτική θεωρία, έστω και σε μια περιορισμένη βάση, εφόσον αυτή έπεται να λειτουργεί μέσα στις συνθήκες του προλεταριακού δικτατορικού κράτους.

Το πρώτο αφορά βέβαια την ξεκάθαρη απόρριψη της μεθόδου του κοινοβουλευτισμού, όπως με σαφήνεια προκύπτει από τη μελέτη του εν λόγω έργου του, όπου υποστηρίζεται η θέση ότι «δημοκρατία για μία ασήμαντη μειοψηφία, δημοκρατία για τους πλούσιους, αυτός είναι ο δημοκρατισμός της καπιταλιστικής κοινωνίας», οριοθετώντας έτσι την ουσία του κοινοβουλευτισμού.

Το δεύτερο στοιχείο άμεσης δημοκρατίας στον λενινιστικό στοχασμό ελλοχεύει ακριβώς σ’ εκείνη την άποψη που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως άρνηση των μέσων και των μεθόδων της άμεσης δημοκρατίας! Αν λοιπόν ψάξουμε καλά να βρούμε τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις του μεγαλύτερου ερμηνευτή του μαρξισμού, θα καταλάβουμε πως, όταν αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της αντιπροσωπευτικότητας, αυτό δεν το κάνει για να διαμορφώσει ένα καινούριο «αιώνιο» σώμα εκλεκτών αντιπροσώπων (όπως συμβαίνει στις συνθήκες του κοινοβουλευτισμού), αλλά πολύ απλά πρεσβεύει την ιδέα μιας προσωρινής αντιπροσωπευτικότητας, η οποία εκπηγάζει απευθείας από τον λαό. Αυτό το στοιχείο περιέχεται φυσικά σε μια πρώτη φάση, η οποία θα ακολουθήσει την επανάσταση (αυτό το πρώτο στάδιο ο ίδιος αποκαλεί «σοσιαλισμό»), όπου και θα υπάρχει ακόμη το κράτος· στη δεύτερη φάση, την «ανώτερη φάση της κομμουνιστικής επανάστασης», το κράτος καταργείται απ’ τη στιγμή που «εμείς βάζουμε για τελικό μας σκοπό την κατάργηση του κράτους, δηλαδή κάθε οργανωμένης και συστηματικής βίας, κάθε βίας πάνω στους ανθρώπους γενικά», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Λένιν.

Εν συντομία μπορούμε να θεωρήσουμε ότι, μέσα πάντοτε στις ιδιάζουσες μαρξιστικές φιλοσοφικές του απόψεις, ο Λένιν εκδηλώνεται υπέρ της εφαρμογής μιας άμεσης δημοκρατίας (αυτό τουλάχιστον το συμπέρασμα εξάγεται από τη μελέτη του προαναφερόμενου βιβλίου του), σηματοδοτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μία άλλη ενδιαφέρουσα οπτική γωνία του θέματος.


ΤΟ «ΠΡΑΣΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


Η πλέον δυναμική και υπεύθυνη ερμηνεία και ανάπτυξη της θεώρησης της άμεσης δημοκρατίας, η οποία είχε μάλιστα την τύχη να δοκιμαστεί στο επίπεδο της κρατικής διαχείρισης, παρουσιάστηκε στον στοχασμό του ηγέτη της λιβυκής επανάστασης Μουαμάρ Καντάφι και συγκεκριμένα στο βασικό ιδεολογικό του σύγγραμμα «Το Πράσινο Βιβλίο». Στο έργο αυτό ο Καντάφι προτείνει δέσμη αναγκαίων πρακτικών μέτρων, που κατά τον ίδιο δίνουν «οριστική λύση στο πρόβλημα περί του οργάνου της διακυβέρνησης». Συγκεκριμένα ολόκληρο το πρώτο μέρος του έργου του είναι αφιερωμένο ακριβώς στο ζητούμενο της αναζήτησης του κατάλληλου και όσο το δυνατό «τελειότερου» συστήματος κρατικής διακυβέρνησης. Τις απαντήσεις του στο εν λόγω ερώτημα ο συγγραφέας τις συνθέτει σε μία αυτοτελή πολιτική θεωρία, η οποία προωθεί την λεγόμενη «λαοκρατία» (εξουσία του λαού), πυρήνας της οποίας είναι η άμεση δημοκρατία.

Η κανταφική άμεση δημοκρατία στηρίζεται πάνω σε μερικές μίνιμουμ προϋποθέσεις. Πρώτα-πρώτα υποστηρίζεται η κατηγορηματική άρνηση αυτού που είναι γνωστό σαν δημοκρατία κοινοβουλευτικού τύπου, γέννημα-θρέμμα της βρετανικής πολιτικής εμπειρίας, με όλες τις βασικές της πτυχές. Όπως και πλήθος άλλων θεωρητικών (πολλοί των οποίων δεν υποστηρίζουν, ούτε και έχουν σχέση με κάποιο σύστημα άμεσης δημοκρατίας), έτσι και ο Καντάφι πρεσβεύει την άποψη ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία αποτελεί κατά βάθος μία μορφή δικτατορίας, η οποία παρουσιάζοντας μάλιστα τον λαό ως κυρίαρχο ξεπερνά σε σκληρότητα και κυνισμό κάθε άλλο σύστημα δικτατορίας! Σ’ αυτές τις συνθήκες ο συγγραφέας δεν δυσκολεύεται να φτάσει στα κυρίαρχα συμπεράσματα του έργου του, αλλά και της όλης πολιτικής πρακτικής του ως κυβερνήτης ανεξάρτητου κράτους. Τα συμπεράσματά του αυτά περικλείονται στα συνθήματα που είναι εμβόλιμα στις σελίδες, οι οποίες πλαισιώνουν τις ενότητες του «Πράσινου Βιβλίου» και είναι παραπάνω από χαρακτηριστικά: «Καμία εκπροσώπηση αντί του λαού, η εκπροσώπηση είναι απάτη», «Το κοινοβούλιο δεν είναι εξουσία του λαού», «Το κομματικό σύστημα καταστρέφει την δημοκρατία» και «Η συμμετοχή σε κόμμα είναι προδοσία»...

Ο Καντάφι όμως δεν απορρίπτει μόνο το κοινοβούλιο και τα κόμματα. Στρέφεται και κατά της εφαρμογής της μεθόδου των δημοψηφισμάτων, ορίζοντας έτσι μία τεράστια διαφορά ανάμεσα στη δική του θεωρία και πολλές «άμεσες δημοκρατίες», οι οποίες εξαντλούνται μόνο και μόνο στη θέσπιση διεξαγωγής δημοψηφισμάτων. Το ότι ο ηγέτης της Λιβύης θεωρεί την πρακτική του δημοψηφίσματος ως απαράδεκτη, διαφαίνεται καθαρά από την ανάγνωση του «Πράσινου Βιβλίου» του: «Δημοψήφισμα σημαίνει πλαστογράφηση της δημοκρατίας. Αυτοί που λένε ΝΑΙ και εκείνοι που λένε ΟΧΙ πρακτικά δεν εκφράζουν τη γνώμη τους. Αυτοί είναι καταδικασμένοι από τη σύγχρονη δημοκρατία σε σιωπή και δεν τους επιτρέπεται να πουν τίποτα άλλο, εκτός από μία λέξη: ΝΑΙ ή ΟΧΙ. Ετούτο είναι η πιο σκληρή και αλύπητη μορφή ενός δικτατορικού καθεστώτος».

Η επίλυση του προβλήματος της δημοκρατίας λαμβάνει στο «Πράσινο Βιβλίο» τη μορφή της ίδρυσης των περίφημων λαϊκών συνεδρίων και της ανάδειξής τους σε κυρίαρχο συστατικό στοιχείο του κράτους. Τα λαϊκά συνέδρια είναι συνέδρια βάσης, αποτελούμενα από το σύνολο του λαού εκάστης γεωγραφικής περιφέρειας και με τη σειρά τους οδηγούν στις λαϊκές επιτροπές. Αυτές οι τελευταίες αποτελούνται από τους εκλεκτούς (εννοείται όχι μόνιμους) των λαϊκών συνεδρίων βάσης και καταλήγουν, πάλι με μη μόνιμους εκλεγόμενους, στο γενικό λαϊκό συνέδριο [βλέπε σχήμα 1]. Πρόκειται περί τριών επιπέδων ανάπτυξης, που λόγω του χαρακτήρα της απευθείας ανάδειξης των εκλεκτών από τα λαϊκά συνέδρια βάσης και της προσωρινής τους παραμονής στη θέση αυτή δεν μπορεί παρά να οριοθετούν μια γνήσια και σταθερή στο χρόνο άμεση δημοκρατία. Στο «Πράσινο Βιβλίο» διαβάζουμε συγκεκριμένα: «Τα λαϊκά συνέδρια και οι λαϊκές επιτροπές δεν είναι καρπός της φαντασίας, αλλά είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης της ανθρώπινης σκέψης, η οποία ασπάστηκε ολόκληρη την εμπειρία της ανθρωπότητας στον αγώνα για δημοκρατία. Η άμεση δημοκρατία είναι η ιδανική μέθοδος, που, αν υλοποιηθεί πρακτικά, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαμάχης και αντιρρήσεων».

Ο Καντάφι με το έργο του διευρύνει τη σημασία της άμεσης δημοκρατίας, τοποθετώντας την όχι απλά σε ένα επίπεδο πρακτικής μεθοδολογίας, αλλά προσδίδοντάς της το νόημα μιας πλήρους και αυτόνομης πολιτικής ιδεολογίας. Την ονομάζει λοιπόν «τρίτη παγκόσμια ιδεολογία», η οποία «προτείνει ρεαλιστική εμπειρία άμεσης δημοκρατίας» και, πέραν του πεδίου της κρατικής διακυβέρνησης (λαοκρατία), έχει δύο ακόμη κύριες πτυχές, τον σοσιαλισμό ως επίλυση του οικονομικού προβλήματος και την κοινωνική πολιτική. Παρατηρούμε λοιπόν ότι τίθεται ένα πρότυπο διαφορετικό τόσο από τον συντηρητικό καπιταλισμό, όσο και από την μαρξιστική Αριστερά. Το «Πράσινο Βιβλίο» κάνει βέβαια σαφή διαφοροποίηση του κομμουνιστικού από το καπιταλιστικό σύστημα, όμως θεωρεί πως αμφότερα «συνενώνουν έναν ορισμένο αριθμό δεδομένων, που και ως μορφή και ως περιεχόμενο αποτελούνται από τα ίδια και τα αυτά στοιχεία». Αντιπαραθέτει έτσι σ’ αυτά την τρίτη παγκόσμια ιδεολογία, η οποία «θέτει ως σκοπό να λύσει τα προβλήματα μέσω της προώθησης του προτύπου της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας, όπου θα εξαλειφθούν όλες οι αιτίες της εκμετάλλευσης». Η πρακτική λοιπόν της άμεσης δημοκρατίας, που είναι το θεμέλιο της τρίτης ιδεολογίας, οδηγεί σ’ αυτό που ο Καντάφι ονομάζει «φυσική λύση», με την οποία εξασφαλίζεται «το κτίσιμο της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας, βασισμένης στην ελευθερία και τη δικαιοσύνη».


Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΠΑΚ


Οι ρίζες του ζητήματος της άμεσης δημοκρατίας στην Ελλάδα βρίσκονται στην ιδεολογική πλατφόρμα του Πανελληνίου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ) στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Μαζί με το σχήμα της συμμετοχικής δημοκρατίας που έθεσε ο Μουαμάρ Καντάφι στο «Πράσινο Βιβλίο», οι ιδέες του ΠΑΚ πάνω σ’ αυτή την κατεύθυνση αποτέλεσαν την πρωτοπορία του θέματος της λαϊκής συμμετοχής στον μεσογειακό χώρο. Αλλά και στην Ευρώπη για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία ένα μαζικό κοινωνικό (και μάλιστα εθνο-απελευθερωτικό) κίνημα έθετε με σαφήνεια την συμμετοχή σαν πρώτιστο και μείζον ζήτημα στην ιδεολογική του τοποθέτηση. Έτσι λοιπόν ο ελληνικός τρίτος δρόμος και ο ισλαμικός σοσιαλισμός του Καντάφι έθεσαν το ίδιο περίπου ζητούμενο, με θεμιτές βέβαια τις «τοπικιστικές» διαφοροποιήσεις του κοινού συμμετοχικού μοντέλου.

Στο κείμενο του ΠΑΚ με τίτλο «Στόχοι και επιδιώξεις του ΠΑΚ», που είναι θεμελιακής σημασίας για την παραπέρα ιστορική του ανάπτυξη, υπάρχει πλήρης αναφορά και ανάλυση του συμμετοχικού μοντέλου και της ιδέας της αυτοδιαχείρισης του κινήματος. Στην κορυφή του σχήματος αυτού βρίσκεται ο λαός, που εκλέγει συμβούλια βάσης, τα λεγόμενα περιφερειακά συμβούλια και κοινοτικά συμβούλια. Τόσο τα μεν όσο και τα δε αποτελούν την πρώτη φάση της λαϊκής βούλησης, εφόσον εκλέγονται απευθείας από το λαό και είναι ελάχιστες αντιπροσωπευτικές μονάδες (άρα στην ουσία βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με το λαό, από τον οποίο και εκλέγονται). Τα περιφερειακά και τα κοινοτικά συμβούλια καταγίνονται με προώθηση νομοθετικής δουλειάς και με το θέμα της ανάπτυξης [βλέπε σχήμα 2].

Η δημοκρατικότητα των συμβουλίων ετούτων εξασφαλίζεται μέσα απ’ τη συνέλευσή τους, που είναι και το βασικό στην πραγματικότητα όργανο κρατικής λειτουργίας. Η συνέλευση επιλέγει άμεσα όλες απολύτως τις εξουσίες του κράτους: η συνέλευση περιφερειακών συμβουλίων τη Βουλή και το ΕΣΟΚΑ (Εθνικό Συμβούλιο Οικονομικής και Κοινωνικής Ανάπτυξης), αλλά και το ΙΡΤ (Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης), καθώς και το ΑΣΕΕ (Ανώτατο Συμβούλιο Εφεδρικής Εθνοφρουράς), η δε συνέλευση κοινοτικών συμβουλίων τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και το Ανώτατο Συμβούλιο Ελληνικής Δικαιοσύνης (ΑΣΕΔ), ευθύνεται για την αναθεώρηση του Συντάγματος και καταρτίζει το πρόγραμμα για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Το ΕΣΟΚΑ και η Βουλή φτιάχνουν ειδική συνεδρίαση, στην οποία εκλέγουν την κυβέρνηση.

Η εγγύτητα του λαού στην εξουσία που προβλέπεται είναι πραγματικά μια διαφορετική προσέγγιση στο θέμα της διασφάλισης της δημοκρατίας, απ’ τη στιγμή που εξαντλούνται όλα τα εν δυνάμει εργαλεία για μια ευθεία διακυβέρνηση των λαϊκών στρωμάτων μέσω της πρώτης φάσης (η δεύτερη φάση, αυτή των συνελεύσεων των συμβουλίων, δεν είναι παρά επέκταση της αρχικής). Η δημοκρατική διαδικασία της εκλογής δεν είναι άχρωμη, αλλά με βαθιά σημασία στην επιλογή των συμβουλίων.

Ένα θεωρητικό σχήμα συμμετοχής, πέρα από την ιδεολογική του ιστορική αξία, είναι χρησιμότατο πρακτικά και μέσα στις συνθήκες του κοινοβουλευτισμού. Η ιδέα της συμμετοχής αφενός ωθεί το γενικό πολιτικό σύστημα σε πιο ανθρωπιστικού τύπου εκφράσεις (με τη λήψη μέτρων φιλολαϊκού χαρακτήρα) και αφετέρου οδηγεί την κοινωνία των πολιτών πιο κοντά στα «κοινά», καθιστώντας την μια ανοιχτή κοινωνία. Ο κοινοβουλευτισμός έτσι εξυγιαίνεται και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία αποκτά σταδιακά και συμμετοχικά ιδεατά στοιχεία.


ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Στην εποχή μας διάφοροι Νεοέλληνες διανοούμενοι προέβησαν τόσο σε προσπάθειες ερμηνείας, όσο και σε υποστήριξη της άμεσης δημοκρατίας ως την πλέον ανώτερης μορφής δημοκρατίας. Από αυτούς ξεχωρίζουμε δύο στοχαστές, εξειδικευμένους σε ζητήματα πολιτικής φιλοσοφίας και ιδεολογίας: τον αείμνηστο Κορνήλιο Καστοριάδη και τον καθηγητή Δημήτρη Κιτσίκη.

Ο παγκοσμίου φήμης και ευρύτερα σεβαστός φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης έθεσε το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας με ιδιαίτερη επιμονή σε σειρά άρθρων και διαλέξεών του. Εδώ λαμβάνουμε υπόψη μας μία από τις πλέον διάσημες διαλέξεις του, που κυκλοφόρησε και σε ξεχωριστό βιβλίο υπό τον τίτλο «Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα». Στη διάλεξή του λοιπόν αυτή ο φιλόσοφος λαμβάνει σαφή θέση, ρωτώντας και συνάμα απαντώντας: «Κατά ποιο τρόπο ασκεί ο δήμος την εξουσία; Την ασκεί ως άμεση δημοκρατία, δηλαδή χωρίς αντιπροσώπους». Ο Καστοριάδης φτάνει μάλιστα και στο σημείο να χαρακτηρίσει την αντιπροσώπευση ως ουσιαστική αλλοτρίωση, άρα ένα ψεύτικο και «άρρωστο» είδος δημοκρατίας, που στην ουσία δεν είναι καν δημοκρατία! Διαβάζουμε λοιπόν πως «από την στιγμή κατά την οποία, αμετάκλητα και για ορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. πέντε χρόνια), αναθέτει κανείς την εξουσία σε ορισμένους ανθρώπους, έχει μόνος του αλλοτροιωθεί πολιτικά». Είναι λοιπόν ο κοινοβουλευτικός αντιπροσωπευτικός θεσμός η διαστρέβλωση της αληθινής έννοιας της δημοκρατίας.

Πέρα όμως απ’ το γεγονός πως ο Καστοριάδης απορρίπτει ασυζητητί την αντιπροσώπευση (αυτή άλλωστε η άρνηση είναι και ο πυθμένας της ιδέας της άμεσης δημοκρατίας), θεωρεί πως ακόμη και οι εκλογές δεν αποτελούν εν τέλει δημοκρατικό χαρακτηριστικό, αλλά ακριβώς το αντίθετο! Πώς τεκμηριώνει τη γνώμη του; «Το δεύτερο χαρακτηριστικό μπορεί να φανεί παραδοξολογία και ίσως ερεθίσει μερικούς – τόσο το καλύτερο άλλωστε. Για τους αρχαίους, η αρχή και η ιδέα της δημοκρατίας δεν είναι καθόλου αυτό που νομίζουμε εμείς σήμερα, δηλαδή οι εκλογές. Είναι η ψήφος, βεβαίως (ψήφιζαν, ΝΑΙ ή ΟΧΙ για τα διάφορα θέματα). Δεν θεωρούσαν όμως ότι οι άρχοντες εκλέγονται. Εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις... οι άρχοντες αναδεικνύονται με κλήρο».

Και το τρίτο σημείο που ο σύγχρονος Έλληνας φιλόσοφος δεν θεωρεί δημοκρατικό είναι η ίδια η έννοια του κράτους, ακολουθώντας έτσι την άποψη του Λένιν περί της ανάγκης κατάργησης του κορυφαίου αυτού θεσμού: «Η αρχαία ελληνική πόλις δεν μπορεί να ονομασθεί κράτος με την έννοια που έχει ο όρος αυτός σήμερα, δηλαδή την έννοια ενός μηχανισμού ανεξάρτητου και ξέχωρου από την κοινωνία». Και παρακάτω, αφού πρώτα διαχωρίζει εντελώς την έννοια «πόλις» από την έννοια «πολιτεία», αποσαφηνίζει ότι «η εδαφική αντίληψη της πολιτικής κοινότητας είναι σύγχρονη αντίληψη» και ότι κάτι τέτοιο λείπει εντελώς από τον αρχαίο ελληνικό, αλλά και το ρωμαϊκό, στοχασμό.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η άποψη του Καστοριάδη ότι «η ιδέα της άμεσης δημοκρατίας βρίσκεται σαφώς στην αμερικανική επανάσταση του 1776», λόγω του ότι υπήρχαν οι γενικές συνελεύσεις όλων των πολιτών, που αποφάσιζαν για πλήθος θεμάτων, όπως π.χ. η συμμετοχή στον πόλεμο εναντίον των Άγγλων ή το Σύνταγμα της πολιτείας κ.ά. Τέλος, είναι σαφής η καταδίκη από τον φιλόσοφο της μετά την οκτωβριανή επανάσταση λενινιστικής πρακτικής, όπου «ούτε άμεση, ούτε αντιπροσωπευτική δημοκρατία υπάρχει», και που έρχεται βέβαια ως αντίφαση των ιδεών του Λένιν, ο οποίος πρεσβεύει την ανάγκη της άμεσης δημοκρατίας, όπως είδαμε παραπάνω.

Συνοψίζοντας, θεωρούμε ότι είναι πολύ σημαντικό που ένας φιλόσοφος του διαμετρήματος του Καστοριάδη υποστηρίζει ευθύτατα την καθιέρωση της άμεσης δημοκρατίας, ξεκαθαρίζοντας ταυτόχρονα εντελώς κάποιες δυσερμήνευτες παραμέτρους της.

Μία πλήρη επιστημονική ανάλυση της άμεσης δημοκρατίας μπορούμε να βρούμε στην εργογραφία του κορυφαίου Έλληνα τουρκολόγου και ιστορικού Δημήτρη Κιτσίκη. Το θέμα αναλύεται συγκεκριμένα και σε όλες του τις πτυχές στο βιβλίο του «Η τρίτη ιδεολογία και η ορθοδοξία». Κατά τον Κιτσίκη πρόκειται πρώτιστα για μια μεταφυσική εμπειρία, αφού «η άμεση μυστικιστική σχέση μεταξύ του σοφού ‘νομοθέτη’ που δρα μέσω του ηγεμόνος και του λαού, χωρίς ενδιάμεσους αντιπροσώπους, ονομάζεται στο σύγχρονο ολοκληρωτικό κράτος άμεση δημοκρατία, η μόνη πραγματική και τέλεια δημοκρατία, εφ’ όσον ο λαός διοικεί άμεσα τον εαυτό του δια του εαυτού του, δηλαδή με την αντανάκλασή του στον καθρέφτη που είναι ο απόλυτος ηγεμών».

Αυτή του ακριβώς η μεταφυσική τοποθέτηση τον οδηγεί και στην παράθεση του προτύπου της λεγόμενης «φασιστικής άμεσης δημοκρατίας», όπου ο λαός, «η μόνη πραγματικότης», ταυτίζεται απόλυτα με τον ηγεμόνα. Πρόκειται για την «απλή αντανάκλαση», κατά την οποία η «γραμμή» (λαός) αντικατοπτρίζεται μέσα στο κάτοπτρο ως «στίγμα» (ηγεμών), έτσι που στην ουσία είναι το ένα και το αυτό, αφού μ’ αυτήν την αναπαράσταση οριοθετούνται ως μία αδιαίρετη έννοια [βλέπε σχήμα 3]. Γράφει πολύ χαρακτηριστικά ο Κιτσίκης ότι αυτή η εικόνα δεν αποτελεί παρά «αναπαράσταση της έννοιας του μη διαχωρισμού των εξουσιών (εκτελεστικής, νομοθετικής, δικαστικής) που εξασκούνται από ένα και μοναδικό πρόσωπο (η γραμμή = ο λαός), το οποίο κοιτάζεται μέσα στον καθρέπτη και βλέπει τον εαυτό του υπό μορφήν στίγματος (ο απόλυτος ηγέτης)».

Ο Κιτσίκης παραδέχεται στην ουσία το κανταφικό ιδεολογικό σύστημα ως την πλέον γνήσια μορφή άμεσης δημοκρατίας, παριστάνοντάς το ως πυραμίδα («κανταφική πυραμίδα» ή «σωματειακό σύστημα»), όπου η άμεση δημοκρατία μόνο ένα πράγμα μπορεί να σημαίνει: την κοινωνική ισότητα, που τίθεται πολιτικά ιεραρχημένη σε μορφή πυραμίδας. Έτσι το κανταφικό πρότυπο των τριών επιπέδων ανάπτυξης, για το οποίο μιλήσαμε στη σχετική ενότητα, λαμβάνει μία άκρως ενδιαφέρουσα ερμηνεία, με την απεικόνιση σχήματος πυραμίδας, στη βάση της οποίας κατακάθεται ο λαός, ο οποίος ανελίσσεται αργά μα σταθερά προς τα πάνω (και παράλληλα «στενεύεται»), με τις λαϊκές επιτροπές και τα λαϊκά συνέδρια βάσης, που οδηγούν στην κορυφή της πυραμίδας, δηλαδή στο γενικό λαϊκό συνέδριο, που είναι και πάλι ο λαός! Όσο για τον ηγέτη-Καντάφι, αυτός δεν βρίσκεται πουθενά μέσα στο πυραμιδοειδές σχήμα [βλέπε σχήμα 4]. Ο ηγεμόνας είναι απλά μία αντανάκλαση του λαού-πυραμίδας μέσα στον καθρέφτη (εξάλλου ο Καντάφι δεν κατέχει επίσημα καμία απολύτως θέση στο κυβερνητικό σύστημα της Λιβύης).

Στο βιβλίο του «Το βυζαντινό πρότυπο διακυβερνήσεως και το τέλος του κοινοβουλευτισμού» ο Κιτσίκης αποσαφηνίζει και διευρύνει ακόμη περισσότερο τις θέσεις του. Ουσιαστικά θεωρεί την άμεση δημοκρατία ως τον βασικό ιστό αυτού που ο ίδιος ονομάζει «βυζαντινό πρότυπο διακυβερνήσεως», υποστηρίζοντας εκ νέου τις παλιές του απόψεις και αποδεχόμενος την αλήθεια πως η κανταφική άμεση δημοκρατία είναι συγχρόνως και η μόνη πραγματική λαοκρατία. Στο έργο του αυτό διαβάζουμε τα εξής χαρακτηριστικά: «Παράδειγμα, η Λιβύη. Ιδού ένα ελληνογενές κράτος που το 1969 όταν ανέλαβε ο συνταγματάρχης Καντάφι σε ηλικία 27 ετών, αριθμούσε μέσα στην φτώχεια μόλις δύο εκατομμύρια κατοίκους, που χάριν της μεγαλοφυΐας του ηγέτου του – που ο Νέλσων Μαντέλα χαρακτήρισε έναν από τους μεγαλύτερους επαναστατικούς θρύλους της εποχής μας – και την συνειδητή εφαρμογή αρχαιοελληνικού προτύπου λαοκρατίας, έφθασε σε κατά κεφαλήν εισόδημα (των πέντε εκατομμυρίων κατοίκων) άνω των 11.000 δολλαρίων, δηλαδή ισοδύναμο με το ελληνικό, αλλά σε αντίθεση με την Ελλάδα, εμμένοντας σε μία πολιτική εθνικής αξιοπρεπείας και απολύτου ανεξαρτησίας».


Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ


Η ιδεολογία του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου συνίσταται από επί μέρους παραμέτρους, που προφανώς αποβλέπουν στην κυβερνητική τους εφαρμογή. Ο τομέας όμως που, απ’ όλο το φάσμα της ιδεολογίας αυτής, έχει περισσότερο προβληθεί και εγείρει πλήθος συζητήσεων είναι εκείνος της περίφημης συμμετοχικής ή άμεσης δημοκρατίας.

Το πρόταγμα για μια δημοκρατία συμμετοχικού τύπου, με την επαυξημένη «ανάμειξη» του πολίτη στα κοινά, έχει τη σύγχρονή της οριοθέτηση στο αμερικανικό κίνημα της «Νέας Αριστεράς» (“New Left”) της δεκαετίας του 1960. Η θεώρηση αυτή δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία «ανοιχτών» κομμάτων και αργότερα και κοινωνιών: πρόκειται για σχηματισμούς που δεν θα αποκλείουν κανέναν από τις αποφάσεις, για μια «συγκεντρωτική δημοκρατία» που θα έχει χαλαρούς μεν συνεκτικούς δεσμούς, πλην όμως θα εντάσσει αρμονικά στις κοινωνικές διαδικασίες ανθρώπους που ανήκουν ακόμη και σε μειοψηφίες (εθνικές, κοινωνικές κ.ά).

Στο συμμετοχικό σχήμα ο αρχηγός-ηγέτης στην πραγματικότητα δεν έχει απολυταρχικές εξουσίες και προνόμια, παρά είναι η έκφραση της θέλησης του ίδιου του λαού. Ο ηγεμόνας της συμμετοχικής δημοκρατίας υλοποιεί τις αποφάσεις του λαού, είναι δηλαδή ο δέκτης των λαϊκών «μηνυμάτων», των θελήσεων και των επιδιώξεων των μαζών, όπως αυτές εκφράζονται με τα δημοψηφίσματα σε τοπικό ή παν-κρατικό επίπεδο. Δεν πρόκειται επομένως περί ενός άρχοντα που έχει στα χέρια του υπερ-εξουσίες, αλλά για μια ιδιότυπη πολιτειακή κατάσταση πολλαπλών πεδίων πρόσβασης προς την διακυβέρνηση, που ασφαλώς είναι πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα.

Το συμμετοχικό μοντέλο προτάσσει τη σύνθεση και όχι τη σύγκρουση. Άρα είναι η ιδεολογία που πράγματι αρμόζει στα νέα δεδομένα, στις νεωτερικές δηλαδή συνθήκες στις οποίες εισήλθε τα τελευταία χρόνια ο πλανήτης μας. Ως θεώρηση λοιπόν μιας νέας εποχής η ιδέα της συμμετοχής προωθεί αφενός την περιβόητη κοινωνία των πολιτών (Civil Society) και αφετέρου εκείνο που μπορούμε να περιγράψουμε ως ηλεκτρονική δημοκρατία: ευρεία χρήση των τεχνολογικών δυνατοτήτων, με την πρόοδο της επιστήμης να χρησιμοποιείται για ευγενείς και όχι καταστρεπτικούς σκοπούς. Κατά πόσο όμως όλα αυτά είναι για την Ελλάδα αβάσιμα ή και ουτοπικά;

Όσο και να φαντάζει περίεργο, ο Γιώργος Παπανδρέου όχι μόνο δεν «παρεκκλίνει» από την πολιτική κληρονομιά του πατέρα του (όπως και πιστεύεται από πολλούς), αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: με το όραμα για μια συμμετοχική δημοκρατία στην ουσία ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ακολουθεί την «πεπατημένη» του πατέρα του, Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος ήδη από την εποχή του ΠΑΚ επί δικτατορίας είχε θέσει το σχήμα μιας λαοκρατούμενης Ελλάδας, που θα ’ταν γεωπολιτικά αδέσμευτη και θα ανήκε οργανικά στον κόσμο των αδεσμεύτων χωρών. Το αμεσοδημοκρατικό πρότυπο του ΠΑΚ ερμηνεύτηκε ως μια επάνοδος στο βυζαντινό στυλ διακυβέρνησης, με την έννοια της εξουσίας της λαϊκής βούλησης στο να εγκρίνει ή να απορρίπτει δια βοής τους κυβερνήτες του (δεν είναι τυχαίες επί αυτού οι αναφορές του Ανδρέα το 1967 περί «ορκωμοσίας της κυβέρνησης από το λαό στην πλατεία Συντάγματος»)… Μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 προωθήθηκαν μορφές άμεσης δημοκρατίας, με την καθιέρωση συνοικιακών συμβουλίων.

Κοντολογίς, η ιδέα του Γιώργου Παπανδρέου για την εφαρμογή της συμμετοχικής δημοκρατίας περικλείει διάφορα επίπεδα ανάπτυξής της, που πρέπει υποχρεωτικά να συνδυαστούν με τις υπόλοιπες συνιστώσες της όλης του θεωρίας. Μετά τη θριαμβευτική του νίκη στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 μένει να αποδειχτεί η πρακτική εφαρμογή του φιλόδοξου προγράμματος του καινοτόμου πολιτικού...


ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ 21ΟΥ ΑΙΩΝΑ


Ποια είναι τελικά η ουσία της άμεσης δημοκρατίας στις συνθήκες της νέας εποχής και του 21ου αιώνα; Καταρχάς και σ’ αυτό το ζήτημα θα πρέπει κανείς να σκέφτεται και να λειτουργεί λαμβάνοντας πάντοτε ως δεδομένες τις σύγχρονές του επικρατούσες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες. Στην αντίθετη περίπτωση δεν κάνει τίποτα άλλο απ’ το να ονειροπολεί και βέβαια από ανάλογα παραδείγματα (που συν τοις άλλοις οδηγούν κατά κανόνα σε αδιέξοδα και αποτυχίες) η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη. Έτσι οι σημερινές συνθήκες τόσο σε τοπικό επίπεδο, δηλαδή στο ελληνικό κράτος, όσο και στο ευρύτερο παγκόσμιο, έχουν δημιουργήσει δεδομένα, που αφενός βαδίζουν προς μόνο μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, και ως εκ τούτου είναι μη αναστρέψιμα, και αφετέρου επιτρέπουν την καθιέρωση θεσμικών πλαισίων άμεσης δημοκρατίας σε επί μέρους πολιτειακούς τομείς.

Και είναι ασφαλώς αλήθεια αναμφισβήτητη πως στην Ελλάδα έχει πια επικρατήσει μια δημοκρατία (η μεταπολιτευτική), η οποία απ’ το είδος της και τη διάρκειά της (αλλά και απ’ τις γενικότερες ευρωπαϊκές και παγκόσμιες εξελίξεις) απέκτησε τη μορφή σταθερού ιστορικού παράγοντα, διαμορφώνοντας έτσι και το αντίστοιχο πλαίσιο δράσης όπου και μπορούν να βρουν θέση οι διάφορες ιδεολογικές αντιλήψεις. Απ’ την άλλη πλευρά σε παγκόσμιο επίπεδο σημειώθηκαν τέτοιου είδους ριζικές ανακατατάξεις, έτσι ώστε ο κόσμος να βαδίζει πλέον σε μία κατεύθυνση σχηματισμού υπερεθνικών συνασπισμών, οι οποίοι θα είναι πρώτιστα πολιτικής σημασίας. Για παράδειγμα η Ευρωπαϊκή Ένωση τείνει πλέον (απορροφώντας σιγά-σιγά και τα υπόλοιπα κράτη της γηραιάς ηπείρου) να καταστεί μία πραγματικά ενωμένη Ευρώπη, κάτι το οποίο καταδεικνύουν και οι εξελίξεις των τελευταίων ετών (ενιαίο νόμισμα, κοινή εξωτερική πολιτική, ανερχόμενος ρόλος του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και της κυβερνητικής κεντρικής επιτροπής κ.ά.). Οφείλουμε λοιπόν να δούμε ποια μπορεί να είναι η λειτουργικότητα της άμεσης δημοκρατίας στις νέες πλανητικές συνθήκες και κύρια μέσα στα όρια της ενωμένης Ευρώπης.

Πρώτα απ’ όλα μπορεί να γίνει λόγος βασικά περί μιας ηλεκτρονικής δημοκρατίας, έχοντας υπόψη τη ριζική τεχνολογική ανάπτυξη του πλανήτη κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, η οποία έχει δημιουργήσει όντως νέα παγκόσμια δεδομένα, σε βαθμό που να μιλάμε ακόμη και για μετάλλαξη της φύσης και της έννοιας της πληροφορίας, καθώς και της δόμησης της σημερινής κοινωνίας. Η αλματώδης ανάπτυξη της ηλεκτρονικής τεχνολογίας δημιουργεί και το πλέον εύφορο έδαφος για την επικράτηση διάφορων θεσμών άμεσης δημοκρατίας.

Η καθιέρωση αμεσοδημοκρατικών θεσμικών δικτύων θα αποτελέσει ταυτόχρονα και μια αποθέωση του ελληνικού στοχασμού της απώτατης αρχαιότητας. Βέβαια η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να εφαρμοστεί ακριβώς όπως το αρχαίο πρότυπο, διότι οι πολίτες είναι πλέον υπερπολλαπλάσιοι των αρχαίων και ως εκ τούτου δεν μπορούν να συναθροίζονται άπαντες σε πλατείες, όπως τότε συνέβαινε. Στο πρόβλημα αυτό όμως δίνει απόλυτη λύση η καλπάζουσα με εκπληκτικούς ρυθμούς σύγχρονη τεχνολογία. Η άμεση δημοκρατία μπορεί να βρει πλήρη λειτουργία κι εφαρμογή διαμέσου των ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Μέσω λοιπόν απευθείας διαδικτυακών ψηφοφοριών ο λαός θα έχει τον πρώτο λόγο και θα εφαρμόζεται πρακτικά μία βασική αρχή της άμεσης δημοκρατίας. Φυσικά δεν τρέφουμε αυταπάτες ότι κάτι τέτοιο θα σημάνει και την αποθέωση της άμεσης δημοκρατίας, αφού ούτε εξαντλεί τα περιθώριά της ούτε και ταυτίζεται εξολοκλήρου με την ιδεολογική της υπόσταση. Αποτελεί όμως ένα βήμα μπροστά και σηματοδοτεί ένα ελάχιστο πλαίσιο αναφοράς για τυχόν μελλοντικές εξελίξεις προς αυτήν την κατεύθυνση. Πέραν πάντως απ’ όλα αυτά είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως κατ’ αυτόν τον τρόπο η δημοκρατία θα υπάρχει πλέον με ουσιαστικό τρόπο και η τεχνολογία απ’ την πλευρά της θα χρησιμοποιείται για ευγενείς και όχι καταστροφικούς σκοπούς. Είθε λοιπόν στη νέα εποχή που ανατέλλει (εποχή ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων και αλλαγών) οι παράμετροι της άμεσης δημοκρατίας να τύχουν δικαίωσης και να γνωρίσουμε έτσι το ουσιαστικό υπόβαθρο της αληθινής δημοκρατίας, του συστήματος που απορρέει απ’ τον λαό και υπάρχει υπέρ αυτού και μόνο!


ΑΠΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΑΜΕΣΟΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Η άμεση δημοκρατία μπορεί να εφαρμοστεί με απλό, ανώδυνο και ευεργετικό τρόπο, εφόσον οι συνθήκες σήμερα κρίνονται ως οι πλέον ευνοϊκές. Το διαδίκτυο θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο εφαλτήριο εφαρμογής παρόμοιων μεθόδων, οι οποίες να προωθούν τη λαϊκή συμμετοχή, ανεβάζοντας παράλληλα το επίπεδο τόσο του λαού εν γένει όσο και του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Μία πρώτη ιδέα είναι η καθιέρωση από μερικά έστω υπουργεία ανοιχτών ψηφοφοριών (με καταληκτική βεβαίως ημερομηνία), στις οποίες με επιχειρήματα να μπορεί ο κάθε ενδιαφερόμενος πολίτης να θέτει την τεκμηριωμένη του πρόταση και κατόπιν να διεξάγεται συζήτηση και, φυσικά, στο τέλος η ψηφοφορία. Η μέθοδος αυτή κρίνεται ως η πλέον κατάλληλη και σύγχρονη, εφόσον δεν ακολουθεί την μάλλον ξεπερασμένη διαδικασία του δημοψηφίσματος (ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ, χωρίς καμία ενδιάμεση πρόταση, δηλαδή ή άσπρο ή μαύρο!), ενώ εμπλουτίζει τον όλο προβληματισμό με νέες και «φρέσκιες» ιδέες και μάλιστα από το χώρο των απλών πολιτών, που στο κάτω-κάτω είναι και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι.

Για παράδειγμα θα μπορούσαν να τεθούν σε μια τέτοια διαδικασία ζητήματα που απασχόλησαν τα τελευταία χρόνια έντονα τους Έλληνες, όπως το ζήτημα των ιδιωτικών ή μη κρατικών πανεπιστημίων, η αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος, ακόμα και η διαμάχη για το όνομα της Π.Γ.Δ.Μ. Έτσι, αφενός θα εκφραζόταν η βούληση του λαού και αφετέρου η εκάστοτε εκτελεστική εξουσία θα είχε «λυμένα» τα χέρια, έτσι ώστε να μπορεί να χειριστεί καλύτερα τα καυτά θέματα...

Προσοχή όμως! Δεν είμαστε ονειροπόλοι και γνωρίζουμε ότι όλα αυτά είναι μόνο προκαταρκτικά, η πρώτη φάση και μόνο, μιας διεργασίας, η οποία θα πάρει σίγουρα αρκετό καιρό για να εδραιωθεί και καθιερωθεί πλήρως. Κανείς δεν πρέπει να αμφισβητεί ότι – τα πρώτα τουλάχιστον χρόνια λειτουργίας αυτού του παράλληλου συστήματος – η κυβέρνηση είναι εκείνη, η οποία θα έχει και τον τελικό λόγο. Στην περίπτωση αυτή η βούληση του λαού μέσω των διαδικτυακών ψηφοφοριών θα επιτελεί απλώς το ρόλο του «συμβουλάτορα». Είναι όμως ο μόνος δρόμος, που με βεβαιότητα οδηγεί στην παγίωση διαδικασιών άμεσης δημοκρατίας και στην αναβάθμιση του επιπέδου της πολιτικής μας ζωής...

91 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates