• .

Οι αποκρατικοποιήσεις-ιδιωτικοποιήσεις

Ενημερώθηκε: Μαι 14

24.2.2013

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Είναι κοινό μυστικό ότι η Ελλάδα είναι το πλέον εχθρικό προς επενδύσεις και ανάπτυξη ιδιωτικής πρωτοβουλίας κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι μία χώρα, όπου το εν γένει κλίμα της πολιτικής και της κοινωνίας είναι ιδιαίτερα εχθρικό προς την ανάπτυξη γενικά της επιχειρηματικότητας, κάτι που αλλοιώνει και τον διαχρονικό χαρακτήρα του Έλληνα που είχε ανέκαθεν τάση προς την καινοτομία και την έρευνα. Σήμερα ο μέσος Έλληνας βρίσκεται στον τρόπο σκέψης και στη νοοτροπία του στο ακριβώς αντίθετο άκρο από εκείνο των ένδοξων προγόνων του: κατήντησε (είναι γενικά αποδεκτό αυτό στον πολιτισμένο κόσμο) ένα υπερκαταναλωτικό ον, ένα παράσιτο που χωρίς να παράγει σχεδόν τίποτα έχει μόνο «διεκδικήσεις» και «αξιώσεις». Θεοποίησε το κράτος και τον ρόλο αυτού στα κοινωνικά δρώμενα.

Οι ρίζες του προβλήματος ετούτου που εξοντώνει εν τη γενέσει της κάθε έννοια ανάπτυξης και προόδου μπορούν να αναζητηθούν στην επικρατούσα «λογική» του κράτους-«καλύμματος» εδώ και αρκετούς αιώνες. Ήδη από την προβυζαντινή περίοδο παρατηρήθηκε μία τέτοια ιστορική στροφή του Έλληνα, που – υπό την επίδραση εξωγενών παραγόντων – εγκατέλειψε τον μέχρι τότε κοσμοϊστορικό του ρόλο στο πλαίσιο του παγκοσμίου πολιτισμού και επαναπαύτηκε σε μια μάλλον άκοπη νοοτροπία υπερεκτίμησης της εξουσίας και, γενικότερα, της πολιτειακής δόμησης. Το κράτος άρχισε να βλέπεται ως το «καταφύγιο», όπου είχαν θέση ολίγοι (οι «τυχεροί») και ξεκίνησε μία ανταγωνιστική διάθεση υπερκερασμού του συμπολίτη προς ίδιον όφελος. Αυτή η νοσηρή κατάσταση οξύνθηκε έτι περαιτέρω επί Βυζαντίου και επί οθωμανοκρατίας, αλλά με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έφτασε στο αποκορύφωμά της.

Μάλιστα, μετά το 1974 έγινε η επίσημη ιδεολογία του Νεοέλληνα. Η Μεταπολίτευση ακύρωσε κάθε προηγούμενο κατόρθωμα στην ιδιωτική σφαίρα και, την ώρα ακριβώς που η κομμουνιστική Ανατολή εγκατέλειπε σιγά-σιγά την κρατικιστική της διάσταση, η Ελλάδα μετατρεπόταν στο... τελευταίο σοβιετικό παρακράτος-προπύργιο του κρατικισμού! Ήδη το 1981, πριν δηλ. την ανάληψη της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ, αυτό το φαινόμενο ήταν έντονο. Οι οιωνοί, αρνητικοί. Όμως με την έλευση του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία έλαβε καταιγιστικό χαρακτήρα: ο δημόσιος τομέας υπερδιογκώθηκε σε βαθμό απίστευτο, η ιδιωτική παραγωγή κυριολεκτικά κατέρρευσε και, ως συνέπεια όλων αυτών, το χρέος της χώρας εκτινάχθηκε σε επίπεδα πρωτοφανή. Η «εγγενής» τάση του Νεοέλληνα να απομυζεί κι αυτός «κάτι» από τον δημόσιο πλούτο (σε βάρος πάντα των άλλων) έγινε το κυρίαρχο κοινωνιολογικό του «σήμα-κατατεθέν».

Μέσα στα πλαίσια της επικράτησης αυτής της αρρωστημένης «εθνικής ιδεολογίας» υπέφερε τα μέγιστα ο ελληνικός ιδιωτικός τομέας. Κρατικοποιήθηκαν περίπου τα πάντα και υγιείς ελληνικές ιδιωτικές επιχειρήσεις έκλεισαν ή πουλήθηκαν σε ξένους ή, απλά, μετέφεραν (μετά το 1989) τον κύκλο εργασιών τους στα γειτονικά πρώην κομμουνιστικά βαλκανικά κράτη. Συνέπεια: η «αιμορραγία» πολύτιμου συναλλάγματος στο εξωτερικό, η κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας και, βεβαίως, το υπέρογκο δημόσιο έλλειμμα που τελικά οδήγησε τη χώρα στην ουσιαστική της πτώχευση και την υπαγωγή ενός κράτους-μέλους της Ευρωζώνης υπό το καθεστώς μιας διόλου κολακευτικής διεθνούς επιτήρησης (μέσω της δανειακής σύμβασης της ελληνικής πολιτείας με τους ΕΕ-ΕΚΤ και ΔΝΤ)...

Σήμερα λοιπόν, μετά τον «κατακλυσμό» των Μνημονίων και της Τρόικας, τίθεται και πάλι ένα ζήτημα που απασχόλησε και στο παρελθόν την ελληνική κοινωνία: το ζήτημα των αποκρατικοποιήσεων-ιδιωτικοποιήσεων. Τίθεται δηλ. και πάλι ως επιτακτική ανάγκη η απαλλαγή του δημοσίου τομέα από περιττούς (ή και άχρηστους) οργανισμούς και φορείς, μέσω μετάβασης δημοσίων επιχειρήσεων στη σφαίρα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Τα αποτελέσματα θα είναι σίγουρα επωφελή: το σταμάτημα της ολοένα και συνεχιζόμενης – με αυξανόμενο μάλιστα ρυθμό – ανοδικής πορείας του χρέους του ελληνικού Δημοσίου που οφείλεται στην κακή λειτουργία δημοσίων επιχειρήσεων, οι οποίες (χωρίς να παράγουν αυτά που πρέπει) λειτουργούν επιβαρυντικά των δημοσιονομικών της χώρας.

Βέβαια, την προηγούμενη φορά που επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο (αποκρατικοποιήσεις-ιδιωτικοποιήσεις), επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η κατάληξη ήταν δραματική. Όχι μόνο η τότε αντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ και Αριστερά), αλλά και βασικά στελέχη της κυβέρνησης της περιόδου 1990-1993 αντέδρασαν στην πορεία εξορθολογισμού των κρατικών δαπανών και εκκίνησης μίας πορείας ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα. Έτσι, η μεν κυβέρνηση του Μητσοτάκη έπεσε άδοξα, οι δε επόμενες κυβερνήσεις (Ανδρέα Παπανδρέου, Κώστα Σημίτη και Κώστα Καραμανλή) υπερφόρτωσαν τόσο πολύ το ελληνικό Δημόσιο, ώστε στο τέλος αυτό υπέστη καθίζηση και κατέστη μία τεράστια «μαύρη τρύπα» μέσα στην ίδια την «καρδιά» της Ευρωζώνης. Η Ελλάδα παρομοιάστηκε με μία γάγγραινα που μόλυνε με οικονομικό καρκίνο ολόκληρη την Ευρώπη. Επρόκειτο για μία χώρα με τεράστιο «κεφάλι» (υδροκεφαλισμό της κεντρικής κυβέρνησης), απίστευτα χοντρό «σώμα» (το υπερδιογκωμένο Δημόσιο) και... τρομερά λεπτά ποδαράκια (τον ιδιωτικό τομέα)! Πώς να μην καταρρεύσει έπειτα σαν παλάτι στην άμμο;...

Επιβάλλεται λοιπόν, εκ των πραγμάτων, να τεθεί και πάλι το όλο θέμα επί τάπητος. Οι έννοιες της αποκρατικοποίησης και της ιδιωτικοποίησης είναι αλληλένδετες. Συνδέονται μεταξύ τους με «ομφάλιο λώρο». Διότι για να υπάρξει ιδιωτικοποίηση, προαπαιτούμενο είναι να γίνει αποκρατικοποίηση. Δηλ. για να γίνει κάτι ιδιωτικό, πρέπει προηγουμένως να παύσει να είναι κρατικό. Στο έργο του «Δημόσια Διοίκηση (στοιχεία διοικητικής οργάνωσης)» ο καθηγητής Αντώνης Μακρυδημήτρης σημειώνει: «Ως «αποκρατικοποίηση» υπό τη γενικότερη σημασία του όρου μπορεί να νοηθεί, αφενός μεν η κατάργηση, συγχώνευση ή εκκαθάριση φορέων ή οργανισμών του Δημοσίου, αφετέρου δε η μεταβίβαση σε ιδιώτες με ανάλογες διαδικασίες και ανταλλάγματα φορέων του Δημοσίου ή περιουσιακών τους στοιχείων».

Επίσης, στο ίδιο ως άνω έργο του, ο καθηγητής Μακρυδημήτρης αναφέρει και τα εξής: «Με τον όρο «ιδιωτικοποίηση» εννοούμε σε γενικές γραμμές τη διαδικασία μετάβασης από ένα καθεστώς διαχείρισης δημόσιας περιουσίας, που διέπεται καταρχήν από το δημόσιο δίκαιο, σε ένα καθεστώς ιδιωτικής και πάντως μη κρατικής περιουσίας, που διέπεται καταρχήν από το ιδιωτικό δίκαιο. Εννοούμε, επίσης, την εισαγωγή στην οργάνωση και λειτουργία δημόσιων υπηρεσιών και οργανισμών στοιχείων και κριτηρίων από το πεδίο της επιχειρηματικής δράσης στην οικονομία της αγοράς».

Αλλά και ο καθηγητής Θεόδωρος Φορτσάκης (στο κείμενό του «Ο δημόσιος τομέας: περιεχόμενο, όρια, ιδιωτικοποιήσεις», στον συλλογικό τόμο «Η Δημόσια Διοίκηση στην Ελλάδα»), αναφέρει τα εξής ενδιαφέροντα: «Ο εγγενώς αόριστος όρος «ιδιωτικοποίηση» καλύπτει: α) την ολική ή μερική μεταβίβαση της ιδιοκτησίας ή του ελέγχου ενός δημόσιου οργανισμού ή μιας δημόσιας επιχείρησης σε ιδιώτες κατά τρόπο ώστε να παύει να αποτελεί δημόσιο οργανισμό ή επιχείρηση, β) τη μεταβίβαση, αλλιώς «παραχώρηση», σε έναν ιδιώτη μιας δραστηριότητας του Δημοσίου (Κράτους, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ) ή ενός δημόσιου οργανισμού ή μιας δημόσιας επιχείρησης, με ή χωρίς μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του φορέα που ασκούσε τη δραστηριότητα αυτή».

Πέραν αυτού, ο καθηγητής Φορτσάκης παραθέτει στο ως άνω κείμενό του και τα όσα θεωρεί ως «αποκρατικοποίηση» ο Ν. 2000/1991 για την αποκρατικοποίηση: «α) την κατάργηση ή συγχώνευση φορέων του Δημοσίου, β) τη μεταβίβαση σε ιδιώτες φορέων του Δημοσίου ή περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και προνομίων των φορέων αυτών, και γ) την εκκαθάριση υπερχρεωμένων φορέων του Δημοσίου».

Από όλα τα παραπάνω που θέτουν σε εργασίες τους οι πλέον ειδικοί επί των εν λόγω ζητημάτων επιστήμονες (αντίστοιχα από διοικητικής και νομικής πλευράς), καταλαβαίνει κανείς ότι οι όροι «αποκρατικοποίηση» και «ιδιωτικοποίηση» εν πολλοίς συγχέονται μεταξύ τους και, ίσως, και ταυτίζονται. Στην πραγματικότητα είναι οι δύο επί μέρους φάσεις της μίας και αυτής διαδικασίας, που μεταφέρει δραστηριότητες και πρωτοβουλίες από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό δηλ. που έγινε (μέσω «μεθόδων-σοκ») στα κράτη της άλλοτε κομμουνιστικής Ανατολικής Ευρώπης στη διάρκεια της δεκαετίας κυρίως του 1990, με πολύ αρνητικής όμως κοινωνικές παρενέργειες. Το ίδιο είναι αναπόφευκτο να συμβεί πλέον και στην Ελλάδα, επειδή η οικονομική δόμηση της χώρας μας είναι ανάλογη – αν όχι και χειρότερη – με εκείνες των χωρών του άλλοτε υπαρκτού σοσιαλισμού, όπως ήταν π.χ. η Σοβιετική Ένωση, η Βουλγαρία, ακόμα και η Αλβανία κτλ. Η απίστευτη κοινωνική (και εθνική) κρίση που θα ξεσπάσει λόγω της διαδικασίας αυτής θα είναι κάτι το τρομακτικό, πλην όμως αναπάντεχο (εξαιτίας του ότι η Μεταπολίτευση ακολούθησε την ακριβώς αντίθετη οδό και απομάκρυνε την Ελλάδα από τη Δύση): υπογεννητικότητα, αυτοκτονίες και ανεργία θα δεσπόσουν στην Ελλάδα των δεκαετιών 2010 και 2020.

Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Ηλίας Καραβόλιας (στο κείμενό του «Το μακρύ χέρι του Κράτους στην Αγορά», στον συλλογικό τόμο «Φύλλα Ελευθερίας» του «Forum για την Ελλάδα»): «Ας μην γελιόμαστε άλλο! Η σημερινή κρίση, είναι κρίση του Δημοσίου, κρίση του Κράτους και της στρεβλής παρουσίας του στην οικονομία και στις αγορές. Ο μεγάλος ασθενής της παγκόσμιας – και όχι μόνο της ελληνικής – οικονομίας, τα Δημόσια οικονομικά, τα Δημοσιονομικά ελλείμματα και το Δημόσιο χρέος των κυβερνήσεων, που γιγαντώθηκαν υπό τις ευλογίες του απανταχού σωτήρα, του Κράτους, είναι σήμερα αυτά που ωθούν τον Μεγάλο Κρατικό Ρυθμιστή, με το δήθεν κοινωνικό προσωπείο, να συνεχίζει να... ρυθμίζει, να δίνει εντολές, να συμβουλεύει, να παρεμβαίνει. Για την χώρα μας, προφανώς ισχύει κάτι που επιμελώς αποφεύγεται να ονομαστεί και να γίνει κατανοητό: αν δεν υπήρχε το Μνημόνιο, ίσως έπρεπε να το εφεύρουμε! Πιθανώς, με άλλους όρους, που να διασφάλιζαν λιγότερα κοινωνικά βάρη, αλλά σίγουρα ακόμα πιο αυστηρές περικοπές στα αδηφάγα πλοκάμια του σπάταλου Δημόσιου Τομέα».

68 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates