• .

Οι ακρίδες της μετάβασης

ΔΥΟ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΕΠΤΑΕΤΙΑ

27.1.2006

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ 1

Ο Τόντορ Ζίβκοφ (1911 – 1998) υπήρξε χωρίς αμφιβολία ένας πολιτικός μεγάλου παγκοσμίου βεληνεκούς κατά την μεγαλύτερη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου: κυβέρνησε την χώρα του, την Βουλγαρία, από το 1956 έως το 1989, ήτοι για 33 και ήμισυ συναπτά έτη, κάτι που δεν υπήρξε σίγουρα καθόλου τυχαίο. Κατά την διάρκεια της διακυβερνήσεώς του, η χώρα του απετέλεσε τον σημαντικότερο πολιτικό σύμμαχο («δορυφόρο») της Σοβιετικής Ενώσεως, όντας κατ’ ουσίαν η 16η σοβιετική δημοκρατία, όπως είχαν αποκαλέσει πολλοί την Βουλγαρία τότε, χαριτολογώντας ή με ειρωνική διάθεση.

Αναμφισβήτητα ο Ζίβκοφ υπήρξε άνθρωπος και ως τέτοιος δεν απέφυγε πολιτικά ή άλλα λάθη, που πιθανόν να στοίχησαν στην πορεία του λαού του προς την σοσιαλιστική ολοκλήρωση. Ίσως μάλιστα κάποια εκ των σφαλμάτων του να υπήρξαν και μοιραία, προκαθορίζοντας την τύχη της Βουλγαρίας προς αρνητικές κατευθύνσεις στην μετά την δική του διακυβέρνηση εποχή. Όλα αυτά όμως δεν μπορούν να αναιρέσουν το γεγονός ότι η Βουλγαρία επί ηγεμονίας του Τόντορ Ζίβκοφ συνιστούσε μια σεβάσμια δύναμη στο διεθνές πολιτικό σκηνικό, εκμεταλλευόμενη στο έπακρο την γεωπολιτική της σημασία και προσαρμοζόμενη στο κλίμα των εκάστοτε επικρατουσών συνθηκών. Δεν μπορεί επίσης επ’ ουδενί τρόπω να αμφισβητηθεί ότι ο κομμουνιστής ηγέτης Ζίβκοφ – ασχέτως με το εάν κανείς συμφωνεί ή όχι μαζί του στο ιδεολογικό πεδίο – έκανε ό,τι πραγματικά μπορούσε για την πρόοδο του έθνους και του λαού του, μέσα μάλιστα στα στενά περιθώρια που του όριζε η γενικότερη πλανητική κατάσταση στα χρόνια κατά τα οποία ασκούσε την εξουσία.

Στην ζωή, αλλά και στην πολιτική, τελικά πέραν των προθέσεων και των όποιων θεωρητικών δομήσεων, όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Όλα δηλαδή τίθενται ενώπιον της Ιστορικής Δικαιοσύνης, ούτως ώστε να κριθεί η τελική τους «κατάληξη», το εάν το πρόσημό τους σ’ αυτόν τον κόσμο είναι θετικό ή αρνητικό. Υπό αυτήν την λογική, το ισοζύγιο της διακυβερνήσεως Ζίβκοφ στην Βουλγαρία τολμούμε να δηλώσουμε ότι είναι σαφώς θετικό, αρκεί κανείς και μόνο να αναλογιστεί το πρωτοφανές χάος στο οποίο εξέπεσε η χώρα αυτή στην μετά το 1989 (άρα μετα-Ζίβκοφ) εποχή, με κυρίαρχα πλέον στοιχεία την «φιλελευθεροποίηση»-εμπορευματοποίηση των πάντων, με την οικονομική ελίτ να επιβάλλεται διαμέσου μαφιόζικων μεθόδων. Απ’ την άλλη ο λαός ευρίσκεται σε πλήρη κοινωνικο-οικονομική μιζέρια, ανίκανος να αντισταθεί στην δυτικοποιημένη καθημερινή καταιγίδα υλισμού («άρτος και θεάματα»), καθιστάμενος έτσι “αντάξιος” του αμερικανικού του προτύπου...

Όντως, σήμερα η Βουλγαρία ουδεμία σχέση έχει με την σεβάσμια χώρα των ετών του Ψυχρού πολέμου, η οποία μπορούσε και συνέδεε αξιόλογη εξωτερική παρουσία και ήρεμη εσωτερική της τάξη. Άρα, δεν θα ήταν καθόλου παράλογο να υποθέσει κανείς ότι ύστερα από μερικά χρόνια, και πάντως στην διάρκεια της δικής μας γενεάς, το επίσημο βουλγαρικό κράτος να υψώσει ανδριάντες του Ζίβκοφ σε όλες τις μεγαλουπόλεις της χώρας (κάτι που σε μικρογραφία ήδη έχει συμβεί: προ μερικών ετών, μετά τον θάνατο του κομμουνιστή ηγέτη, ανηγέρθη ανδριάντας του στην γενέτειρά του πόλη του Πράβετς)! Εδώ είμαστε, εδώ είναι, ας έχουμε την υπομονή να περιμένουμε τις εξελίξεις.

Ο Ζίβκοφ δεν έπεσε από την εξουσία με τρόπο φυσιολογικό, αλλά κατόπιν ενός πραξικοπήματος που συνέβη στο εσωτερικό του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ως συνέπεια των τότε συγκλονιστικών εξελίξεων στις χώρες του λεγομένου υπαρκτού σοσιαλισμού. Κατ’ αρχάς, να σημειωθεί ότι ο Ζίβκοφ αντιμετώπισε την απεριόριστη έχθρα του υπευθύνου για το κραχ του κομμουνιστικού μπλοκ δυνάμεων, Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, ευθύς όταν ο τελευταίος ανέβηκε στην ηγεσία της τότε Σοβιετικής Ενώσεως. Οι δύο ηγέτες δεν ήτο δυνατόν να συνεννοηθούν αναμεταξύ των, διότι ο μεν Ζίβκοφ επέμενε στην συνέχιση της πορείας του σοσιαλιστικού δρόμου, ο δε «Αντίχριστος» Γκορμπατσώφ ήρθε ως αναθεωρητής του κομμουνισμού και ουσιαστικός πράκτορας των ιδεών της Δύσεως, προσπαθώντας να ξεθεμελιώσει τα έως τότε πεπραγμένα στην Σοβιετική Ένωση. Αποτέλεσμα ήταν ήδη από το 1987 το μοσχοβίτικο επιτελείο της «περεστρόικα» να έρθει σε επαφή με τα δύο φιλόδοξα στελέχη του Βουλγαρικού Κ.Κ. για διαδοχή του Ζίβκοφ, τον Πέταρ Μλαντένοφ και τον Αντρέι Λουκάνοφ, ώστε με την κατάλληλη ευκαιρία να πραγματοποιηθεί «μαλακό» πραξικόπημα στην Σόφια και περιθωριοποίηση του γηραιού Ζίβκοφ.

Η ευκαιρία που ανέμεναν οι συνωμότες δόθηκε το φθινόπωρο του 1989, με την γενική κρίση στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Έτσι, την 10η Νοεμβρίου 1989 οι Μλαντένοφ – Λουκάνοφ πραγματοποίησαν το τελικό χτύπημα κατά του μέχρι τότε ηγέτη τους, ανατρέποντάς τον από επικεφαλής του κόμματος και μετατρέποντάς τον σε έναν ανήμπορο γέροντα... Μεγάλη τραγωδία πράγματι για έναν ηγέτη, να βλέπει να καταστρέφεται σε λίγα εικοσιτετράωρα ο λαός του και ο ίδιος να μην μπορεί να σώσει ούτε καν τον ίδιον του τον εαυτό!...

Αν και πολλοί αρχικώς ενθουσιάστηκαν, επειδή θα έπιναν επιτέλους Coca-Cola, εντούτοις τα αποτελέσματα τους διέψευσαν οικτρά: όπισθεν της δήθεν δημοκρατικότητος του νέου επιτελείου κρύβονταν καλά προσαρμοσμένες οι πλέον ευτελείς δυνάμεις της νέας μαφίας που γεννήθηκε από τα ερείπια του παλαιού καθεστώτος, καθώς και υποδομές της αμερικανικής CIA. Προς τι λοιπόν η γκρίνια από το αδιέξοδο της περίφημης και πολυδιαφημισμένης μετάβασης; Όλα έγιναν βάσει σχεδίου επεξεργασμένου σε κατάλληλα εργαστήρια υπηρεσιών πληροφοριών και είχαν ως εξής: κατ’ οίκον απομόνωση του Ζίβκοφ (ύστερα από το τσίρκο της «δίκης» του, που απετέλεσε ιλαροτραγωδία του τέλους του 20ού αιώνος), μαφιοποίηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της χώρας και καταστροφή της ανάπτυξής της, όπως και κάθε προοπτικής, δεδομένου ότι η Βουλγαρία από 9 εκ. κατοίκους στις αρχές της δεκαετίας του ’80 έχει πλέον εκπέσει κάτω των 8 εκ. και μέλιστα με ολοένα αυξανόμενο αριθμό μουσουλμάνων –Τούρκων και αθίγγανων- εξαιτίας της τρομερής υπογεννητικότητας των Βουλγάρων Χριστιανών.


ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ 2


Στις βουλευτικές εκλογές του Δεκεμβρίου 1994 νικητής ανεδείχθη το Βουλγαρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (Β.Σ.Κ., διάδοχος του άλλοτε Κ.Κ.) και μάλιστα με διαφορά που εξασφάλιζε άνετη εξάντληση της τετραετούς του θητείας και μάλλον και την επανεκλογή του στις επόμενες εκλογές. Έκλεισε έτσι με το αποτέλεσμα εκείνο μια επικίνδυνα ασταθής περίοδος στην νεώτερη πολιτική ιστορία της Βουλγαρίας, που είχε προκύψει από τις μετά το 1989 εξελίξεις και βυθίσει τον λαό σε αβεβαιότητα για το αύριο.

Πρωθυπουργός της χώρας ορίστηκε ο νεαρός πρόεδρος των σοσιαλιστών (γεννηθείς το 1959) νεοσταλινικός Ζαν Βίντενοφ. Ο Βίντενοφ ευθύς αμέσως μόλις ανέλαβε την εξουσία άρχισε να εφαρμόζει το κομμουνιστικό του πρόγραμμα, εμπλουτισμένο ασφαλώς με ό,τι νεώτερο είχε προκύψει μετά το 1989. Για πρώτη φορά απ’ τη μεγάλη αλλαγή του 1989-90 και την προδοσία του διδύμου Λουκάνοφ – Μλαντένοφ διαφαίνονταν στη Βουλγαρία επάνοδος των αρχών μιας σοσιαλιστικής διαχείρισης στο εσωτερικό της χώρας και ενός επαναπροσδιορισμού της εξωτερικής της πολιτικής.

Πράγματι, η νέα κυβέρνηση εφάρμοσε εξαρχής νέο οικονομικό πρόγραμμα, που έβαζε στην άκρη τις νεοφιλελεύθερες επιλογές των προκατόχων της (με ξεπούλημα των πάντων σε εξευτελιστικές τιμές ευκαιρίας), με μια οργανωμένη εκστρατεία υπέρ της «ιδιωτικοποίησης», ελεγχόμενης όμως πλήρως απ’ το κράτος, εφόσον θέληση του Βίντενοφ ήταν η ανακούφιση του ήδη βεβαρυμμένου προϋπολογισμού. Υπολογίζονταν εξάλλου ότι έως τα τέλη της τετραετίας η οικονομία θα βρίσκονταν σε άνοδο, τα δε ευρύτερα λαϊκά στρώματα θα ένοιωθαν ανακουφισμένα από τα νέα μέτρα.

Το ίδιο και στην διπλωματία της στις διεθνείς σχέσεις, η νέα κυβέρνηση αναίρεσε απότομα την έως τότε φιλοδυτική και φιλοτουρκική πολιτική των μετά το 1989 δημοκρατών και έθεσε τους στόχους της στο πλανητικό πεδίο ως εξής: συνεργασία με την Ελλάδα στα Βαλκάνια, με τη Ρωσία στην Ανατολή και με τη Γερμανία στη Δύση. Ο δε Ζαν Βίντενοφ (σύμφωνα με τους εχθρούς του “Jean Lajean”, λογοπαίγνιο με τη λέξη „Лъжа”, «Ψέμα») επισκέφτηκε μόνο χώρες των ενδιαφερόντων του (τη Ρουμανία, την Ελλάδα, τη Γιουγκοσλαβία, την Αυστρία, την Κίνα, τη Ρωσία και το Βιετνάμ), αγνοώντας παντελώς τον ατλαντικό άξονα και τους τοπικούς του συμμάχους.

Το μήνυμα της νέας πολιτικής της Βουλγαρίας επί Βίντενοφ είχε πολλούς αποδέκτες, αφενός μέσα και αφετέρου έξω από τη χώρα. Απ’ την πρώτη στιγμή εχθρικά διακείμενος εμφανίστηκε απέναντι στις νέες προοπτικές ο πρόεδρος της χώρας Ζέλιου Ζέλεφ, στον οποίο το Σύνταγμα δεν έδινε αυξημένες αρμοδιότητες σε ζητήματα μείζουσας κρατικής σημασίας. Ο φιλοαμερικανός και φιλότουρκος φιλελεύθερος πολιτικός (στην άνοδο του οποίου είχε συνεργήσει η μητσοτακική Νέα Δημοκρατία κατόπιν εντολής της CIA, βλ. βιβλίο Νικολάου Γρυλλάκη «Αποκαλύπτω») προσπάθησε να κρατήσει τη χώρα όσο μπορούσε μακριά από τον λεγόμενο «Ορθόδοξο άξονα» (Ρωσία – Γιουγκοσλαβία – Ελλάδα – Βουλγαρία). Ήρθε έτσι σε αντίθεση με τον εφαρμογέα του προγράμματος εξωτερικής πολιτικής των σοσιαλιστών και γεννημένο στη Νέα Υόρκη Γκεόργκι Πίρινσκι, υπ. εξωτερικών μέχρι την ξαφνική του παραίτηση το φθινόπωρο του 1996.

Έτσι ταυτόχρονα Ζέλεφ και Άγκυρα κριτίκαραν αυστηρά τον «ορθόδοξο προσανατολισμό» της κυβέρνησης Βίντενοφ, ενώ ο τότε υπό παραίτηση Τούρκος πρωθυπουργός Μεσούτ Γιλμάζ επαίνεσε δημόσια τον Βούλγαρο πρόεδρο για την αντίσταση που προέβαλλε ως «μοχλός αποτροπής» των σχεδίων της σοσιαλιστικής κυβέρνησης της Σόφιας.

Ως προς τη Ρωσία, η κυβέρνηση Βίντενοφ προσπάθησε επίσης να αναθερμάνει τις σχέσεις των δύο χωρών, που δοκιμάζονταν μετά τις αλλαγές της διετίας 1989-91. Όταν το 1996 ο Ρώσος πρόεδρος Γέλτσιν πρότεινε (ως «αστείο», όπως είπε αργότερα) την ένταξη της Βουλγαρίας σε μια νέα Σοβιετική Ένωση (υπό την ονομασία «Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Δημοκρατιών») ο Ζέλεφ αντέδρασε έντονα στην έκφραση αυτή του ρωσικού υποσυνείδητου, ακυρώνοντας κάθε ανάλογη προοπτική.

Έπρεπε λοιπόν η κυβέρνηση αυτή αρχικά να αποσταθεροποιηθεί και κατόπιν να ανατραπεί, ως ερχόμενη σε αντίθεση με μια «προδιαγεγραμμένη» πορεία της χώρας στα νέα δεδομένα. Τούτο δεν σημαίνει πως κι η ίδια αυτή ήταν αλάθητη, εφόσον:

1. Ξεδίπλωνε το προεκλογικό της σχέδιο με εντελώς χονδροκομμένο τρόπο, δίχως καμία επιφυλακτικότητα ή με χρήση κατάλληλων ελιγμών. Έδωσε έτσι λαβή για ποικίλα σχόλια, που σύντομα μετατράπηκαν σε σφοδρή και ανοιχτή κριτική. Ο Βίντενοφ τα έβαλε με όλους και με όλα, απομονωμένος πλέον και χωρίς ουσιαστικούς υποστηρικτές στα Μ.Μ.Ε.

2. Στην προσπάθειά της να δημιουργήσει νέο οικονομικό περιβάλλον, προσαρμοσμένο στα μέτρα της, διόγκωσε υπερ-κολοσσούς του χρήματος, δομημένους με μαφιόζικα κριτήρια, που σύντομα απετέλεσαν το αδύναμο σημείο της κυβέρνησης. Επί ημερών Ζαν Βίντενοφ (Ιανουάριος 1995 – Δεκέμβριος 1996) η ασφαλιστική εταιρεία SIC (με σήμα της την πεντάλφα) συνιστούσε μία παρα-εξουσία που ήλεγχε σχεδόν τα πάντα, ενώ δημιουργήθηκε και ο λεγόμενος «φιλικός κύκλος Βίντενοφ» ή αλλιώς «Οριόν», που – χωρίς την άμεση σχέση του πρωθυπουργού – αποτελούνταν από ευνοούμενους ανθρώπους του Β.Σ.Κ., που πρωταγωνίστησε σε σκάνδαλα οικονομικής φύσης.

Πρωταγωνιστής στην υπονόμευση και τελικά πτώση του Βίντενοφ ήταν όχι η αντιπολιτευόμενη Ένωση Δημοκρατικών Δυνάμεων (με αρχηγό τον Ιβάν Κόστοφ), αλλά ο πρώην πρωθυπουργός Αντρέι Λουκάνοφ, που τότε ήταν απλός βουλευτής του σοσιαλιστικού κόμματος. Ο Λουκάνοφ υπονόμευσε την κυβέρνηση έως και την ημέρα του θανάτου του, χωρίς όμως να προλάβει να δει την πτώση της: δολοφονήθηκε στις 2 Οκτωβρίου του 1996, σε μια εκτέλεση που προκάλεσε μεγάλο πολιτικό θόρυβο. Την διετία 1995-96 ο Λουκάνοφ, αν και μέλος του κοινοβουλίου, ασχολούνταν με οικονομικές επιχειρήσεις, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στο υπερ-παιχνίδι του ρωσικού φυσικού αερίου.

Η πτώση του Βίντενοφ συνιστά παρατεταμένο και μακρόσυρτο πραξικόπημα. Όλες οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του οδηγούν αβίαστα σ’ αυτό το συμπέρασμα: δολοφονικές και βομβιστικές ενέργειες στον πόλεμο της μαφίας, τεχνητή άνοδος του δολλαρίου (από 1:64 τον Μάιο του 1996 σε 1:3000 τον Ιανουάριο του 1997, ως προς το βουλγαρικό λέβα!), ανάμειξη του πρώην βασιλιά Συμεών Σαξκομπουργκότσκι στην πορεία της χώρας συνήργησαν στην παραίτηση του Βίντενοφ απ’ το αξίωμά του στις 22 Δεκεμβρίου 1996. Ακολούθησε δίμηνη πολιτική ανωμαλία με πρωτοφανή πολιτική, κοινωνική και οικονομική κρίση, μέχρι την ορκωμοσία του δημάρχου Σόφιας Στέφαν Σοφιάνσκι ως υπηρεσιακού πρωθυπουργού και την προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών.

Την ώρα της παραίτησής του ο Βίντενοφ αναφώνησε το «Μετά από εμένα ο κατακλυσμός», ενώ ένα μήνα πριν νέος πρόεδρος της χώρας αναδεικνύονταν ο Πέταρ Στογιάνοφ της Ένωσης Δημοκρατικών Δυνάμεων (με τρόπο αφύσικο, αφού στις εκλογές απαγορεύτηκε να συμμετέχει το φαβορί Πίρινσκι, με την αιτιολογία ότι ήταν γεννημένος στις Η.Π.Α., εμποδίστηκε δε να συμμετέχει στον 2ο γύρο των εκλογών ο «άνθρωπος-show» Ζορζ Γκάντσεφ, ένα μείγμα φασισμού και επιχειρηματικής σκέψης). Η δεξιά κυβέρνηση Κόστοφ που προέκυψε απ’ τις εκλογές του Απριλίου 1997 οριοθέτησε την επιστροφή της χώρας στην προ Βίντενοφ εποχή, δηλαδή στη συνέχιση του σχεδίου Λουκάνοφ για εκδημοκρατισμό και φιλοδυτική στροφή της Βουλγαρίας.


55 προβολές0 σχόλια

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates