• .

Να πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η βία στα ελληνικά γήπεδα!

15.5.2017

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Ο πρόσφατος (6 Μαΐου 2017) τελικός κυπέλλου του ποδοσφαίρου ανάμεσα στις ομάδες του ΠΑΟΚ και της ΑΕΚ, που διεξήχθη στον Βόλο, θα μείνει οπωσδήποτε στην ιστορία ως «ο τελικός της ντροπής»! Εκτεταμένα επεισόδια ανάμεσα στους οπαδούς των δύο ομάδων έλαβαν χώρα πριν την έναρξη του αγώνα, με μαχαιρώματα, ξυλοδαρμούς και άλλα έκτροπα, δείχνοντας την αθλιότητα στην οποία υπέπεσε η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της, αλλά και το μείζον πρόβλημα ασφάλειας και σωματικής ακεραιότητας που υπάρχει πλέον στα ελληνικά γήπεδα. Το πρόβλημα γίνεται οξύτερο, εάν σκεφθεί κανείς ότι η Ελλάδα σήμερα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα, στην οποία συμβαίνουν τόσο συχνά -και όχι μόνο στο ποδόσφαιρο- θλιβερά επεισόδια στους αγωνιστικούς χώρους και πέριξ αυτών.

Πραγματικά, η Ελλάδα και ο αθλητισμός της έχουν το μοναδικό (αρνητικό) «προνόμιο» να συμβαίνουν ταραχές όχι μόνο στο δημοφιλές άθλημα του ποδοσφαίρου -έστω και του μπάσκετ-, αλλά ακόμη και σε αθλήματα όπως… το γυναικείο βόλεϊ (!!!) ή το γυναικείο πόλο κτλ.! Μέχρι και σε ομάδες εφήβων (ανήλικων παιδιών, δηλαδή…) φτάσαμε στο σημείο να έχουμε άσχημα επεισόδια, όπου οπαδοί (;) μεγάλων ποδοσφαιρικών και μπασκετικών συλλόγων έσπευσαν να «λύσουν» -με βιαιοπραγίες- τις διαφορές τους… Αν είναι δυνατόν, σε αναμετρήσεις γυναικείων ή παιδικών σωματείων να διαδραματίζονται επεισόδια και να γίνονται κάθε είδους φασαρίες και ταραχές, πολλές φορές αιματηρές μάλιστα… Πού είναι το κράτος; Πού είναι οι «αρμόδιοι» αθλητικοί φορείς; Πού είναι η αστυνομία; Πού είναι, πάνω απ’ όλα, οι ίδιοι οι υπεύθυνοι των αθλητικών συλλόγων;

Εάν πάρουμε το ζήτημα από απόψεως κοινωνιολογικής, η όξυνση των κρουσμάτων βίας στα γήπεδα και η αύξηση των περιστατικών τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι η ελληνική κοινωνία είναι βαρύτατα ασθενής. Έτσι, το όλο ζήτημα μεταπηδάει και στον τομέα της ψυχολογίας: είναι ένα πρόβλημα βαθύτατα ψυχικό, εφόσον η βία δεν είναι παρά ένα μέσο εκτόνωσης των εσώτερων ψυχολογικών ζητημάτων που απασχολούν τον άνθρωπο. Είναι η βία, με δυο λόγια, ένας τρόπος εξωτερίκευσης της εσωτερικής «πίεσης» που νιώθει στην ψυχή του ο άνθρωπος, όπου με τον τρόπο αυτό «μεταφέρει» το δικό του πρόβλημα στους συνανθρώπους του, προκειμένου να ανακουφίζεται -προσωρινά, έστω- ο ίδιος… Είναι, σε γενικές γραμμές, η βία στα ελληνικά γήπεδα ο «καθρέφτης» της εφιαλτικής πραγματικότητας που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία -με όλη αυτή την ανεργία, τη φτωχοποίηση, το κοινωνικό χάος κτλ.-, και ειδικότερα τους νέους, οι οποίοι νιώθουν έντονο το υπαρξιακό αδιέξοδο της «νέας Ελλάδας» των Μνημονίων…

Υπάρχει άραγε λύση σ’ αυτό το τόσο αρνητικό φαινόμενο; Χρόνια και χρόνια ακούμε από τους «αρμοδίους», τους διάφορους γενικούς γραμματείς και υφυπουργούς αθλητισμού, να μιλούν για προσπάθειες «εξυγίανσης», για «πάταξη» του φαινομένου και άλλα πολλά φληναφήματα άνευ ουσίας και περιεχομένου, τα οποία σύντομα αποδεικνύονται μπαρούφες! Και έρχεται ο εκάστοτε διάδοχός τους, από άλλη πολιτική παράταξη, και λέει ακριβώς τα ίδια, άνευ όμως αποτελέσματος. Η δε βία στα γήπεδα όχι μόνο συνεχίζεται, αλλά μεγιστοποιείται με την πάροδο του χρόνου και κλιμακώνεται επικίνδυνα. Αρκεί και μόνο να ρίξει κανείς μια ματιά στα επίσημα στοιχεία των τελευταίων, για παράδειγμα, 10-15 ετών και θα δει ότι ο ελληνικός αθλητισμός όχι μόνο δεν «εκπολιτίζεται», αλλά καθημερινά σχεδόν «εκβαρβαρίζεται»…

Δυστυχώς, η Ελλάδα έχασε την περίοδο αυτή ακριβώς, της τελευταίας δεκαετίας με δεκαπενταετία, μεγάλες «χρυσές» ευκαιρίες, ώστε να εξυγιανθεί πραγματικά ο αθλητισμός της και να σταματήσει άπαξ δια παντός η βία στα ελληνικά γήπεδα. Και πρώτα απ’ όλα, χάθηκε η μεγάλη «κληρονομιά» των Ολυμπιακών αγώνων των Αθηνών του 2004. Ασχέτως αν αυτοί οι αγώνες έπρεπε ή όχι να διεξαχθούν στην πατρίδα μας, εν τούτοις άφησαν πολλά θετικά ως «κληρονομιά». Και δεν αναφερόμαστε μόνο στις νέες υπερσύγχρονες αθλητικές εγκαταστάσεις, οι οποίες μένουν δυστυχώς ανεκμετάλλευτες, ή στα μεγάλα έργα υποδομών που έγιναν στην Αττική (μετρό, νέο αεροδρόμιο, «Αττική οδός» κτλ.). Αλλά και στη γενικότερη παγκόσμια αίσθηση ότι οι Ολυμπιακοί αγώνες του 2004 στην Αθήνα ήταν ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ όλων των εποχών, με τη μεγαλύτερη ποιότητα, δίνοντας έτσι στη χώρα μας την τεράστια δυνατότητα να οικοδομήσει ένα νέο αθλητικό γίγνεσθαι, περισσότερο πνευματικού χαρακτήρα και αναδεικνύοντας την πολιτιστική (αθλητική) «διαθήκη» των προγόνων μας. Κάτι που, δυστυχώς, ουδέποτε συνέβη, διότι οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν χρησιμοποίησαν μία άκρως επιτυχημένη γυναίκα, την κυρία Γιάννα Αγγελοπούλου, ως επικεφαλής εξυγίανσης του χώρου του ελληνικού αθλητισμού στο σύνολό του. Έτσι, αντί το αρνητικό φαινόμενο της βίας στα γήπεδα να εκλείψει, έγινε το ακριβώς αντίθετο: η κρίση μεγέθυνε ακόμη περισσότερο το όλο πρόβλημα, εκθέτοντας τη χώρα μας διεθνώς…

Ειδικότερα για το ποδόσφαιρο (το οποίο, μαζί με το μπάσκετ, αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο πρόβλημα έξαρσης της βίας στις εξέδρες των σταδίων) χάθηκε παντελώς η μεγάλη ευκαιρία του περίφημου «Euro 2004», όταν η εθνική μας ομάδα του ποδοσφαίρου κατέκτησε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα στη διοργάνωση της Πορτογαλίας. Αντί να στηθεί ένα σοβαρό μελλοντικό σχέδιο αντιμετώπισης της βίας, αντί να «καλλιεργηθούν» οι ποδοσφαιρικές υποδομές (όπως είχε γίνει, άκρως επιτυχώς, στο μπάσκετ μετά την ανάλογη επιτυχία της εθνικής καλαθοσφαίρισης στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 1987), η τεράστια επιτυχία του 2004 και της ομάδας του Ότο Ρεχάγκελ πήγε «στράφι». Τίποτα απολύτως δεν έγινε, η δε βία στα γήπεδα αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, ενώ και η ίδια η εθνική ομάδα στη μετά-Ρεχάγκελ εποχή αποσυντέθηκε πλήρως -με εξαίρεση βέβαια τον εκπληκτικό Φερνάντο Σάντος- και φτάσαμε στο… γαλαξιακό ρεζίλι με τις ήττες από τα ερασιτεχνικά Νησιά Φερόε!

Η βία στα ελληνικά γήπεδα πρωτοεμφανίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και έπειτα. Και μπορεί μεν το τραγικό δυστύχημα της «Θύρας 7» στον Πειραιά να θεωρείται μία «κακιά στιγμή», όμως αργότερα είχαμε ακόμη και νεκρούς, δολοφονημένους, από την ποδοσφαιρική και μπασκετική βία! Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον νεκρό καθηγητή στο γήπεδο «Αλκαζάρ» της Λάρισας από… φωτοβολίδα που έριξε «φίλαθλος» του ΠΑΟΚ; Ή τους νεκρούς φιλάθλους του ΠΑΟΚ που κάηκαν ζωντανοί από βόμβα μολότοφ που έριξαν χούλιγκανς στο αυτοκίνητό τους, έπειτα από τον τελικό μπάσκετ του 1991 ανάμεσα στον Πανιώνιο και τον ΠΑΟΚ; Ή, τέλος, τον νεκρό φίλαθλο του Παναθηναϊκού από «οπαδούς» του Ολυμπιακού, το 2007, αλλά και -αντίστροφα- τον νεκρό φίλαθλο του Ολυμπιακού από «οπαδούς» του Παναθηναϊκού αυτή τη φορά, έναν χρόνο αργότερα;

Ας δούμε το πράγμα λίγο πιο σφαιρικά… Τη δεκαετία του 1980 είχαμε την έξαρση της βίας στα ποδοσφαιρικά γήπεδα της Αγγλίας. Ήταν η εποχή της αποκορύφωσης του φαινομένου του χουλιγκανισμού στο αγγλικό ποδόσφαιρο. Σημειώνουμε ότι η λέξη «χούλιγκαν» προέρχεται μια οικογένεια Ιρλανδών του Λονδίνου του 19ου αιώνα, τους Hoolihan (Χούλιχαν) οι οποίοι ήταν… ταραχοποιοί και εμπλέκονταν συχνά σε φασαρίες, καυγάδες κτλ. με τους γείτονές τους, και όχι μόνο… Ο αγγλικός χουλιγκανισμός προκάλεσε, μέσα σε όλα τα άλλα, και δύο από τις χειρότερες αθλητικές τραγωδίες όλων των εποχών. Η πρώτη, στο στάδιο «Χέιζελ» των Βρυξελλών, στις 29 Μαΐου του 1985, πριν τον τελικό του κυπέλλου πρωταθλητριών ομάδων Ευρώπης ποδοσφαίρου, όταν έξαλλοι «φίλαθλοι» της αγγλικής Λίβερπουλ, υπό την επήρεια μέθης και ναρκωτικών ουσιών, προξένησαν τον βίαιο θάνατο 39 ανθρώπων, στη συντριπτική τους πλειοψηφία οπαδών της ιταλικής Γιουβέντους… Η δεύτερη, στις 15 Απριλίου του 1989, όταν 96 οπαδοί της Λίβερπουλ έχασαν τη ζωή τους, επειδή στοιβάχτηκαν στα κιγκλιδώματα του σταδίου «Χίλσμπορο» του Σέφιλντ στη διάρκεια του ημιτελικού κυπέλλου ανάμεσα στην ομάδα τους και τη Νότιγχαμ Φόρεστ.

Είναι γνωστό ότι αμέσως μετά την τραγωδία του «Χέιζελ» οι αγγλικές ομάδες αποκλείστηκαν για πέντε χρόνια (μέχρι το 1990) από κάθε ποδοσφαιρική διοργάνωση της Ευρώπης· για τη Λίβερπουλ η τιμωρία διήρκεσε μέχρι το 1991. Η αυστηρότατη ποινή στους αγγλικούς συλλόγους επιβλήθηκε και με τη σύμφωνη γνώμη της τότε Βρετανίδας πρωθυπουργού -από το 1979 έως το 1990- Μάργκαρετ Θάτσερ, της περίφημης «Σιδηράς Κυρίας», η οποία άφησε πραγματικά εποχή με το μεταρρυθμιστικό της έργο στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη δεκαετία του 1980. Είπε το 1985 χαρακτηριστικά η Θάτσερ: «Πρέπει να πατάξουμε τον χουλιγκανισμό και θα διαβούμε ξανά τη θάλασσα για να παίξουμε σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις, μόνο αν και όταν τελειώσουμε με αυτό το πρόβλημα»! Η Θάτσερ είχε προτείνει επίσης, για την πάταξη του χουλιγκανισμού, και τη χρήση… ηλεκτροφόρων φρακτών στα γήπεδα, πρόταση που όμως απορρίφθηκε.

Αλλά μετά την τραγωδία του 1989, η Θάτσερ σκλήρυνε (και πολύ ορθά) ακόμη πιο πολύ τη στάση της. Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν αμέσως μετά τη νέα τραγωδία στο «Χίλσμπορο» ήταν όντως «δρακόντεια». Το νομοθετικό πλαίσιο που επέβαλλε τότε, αμέσως μετά το κακό με τον θάνατο των 96 ανθρώπων, η κυβέρνηση Θάτσερ άλλαξε ολοκληρωτικά το αγγλικό ποδόσφαιρο. Οι κανόνες που επιβλήθηκαν ήταν αυστηρότατοι και οι τιμωρίες στους παραβάτες σκληρές. Το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει πλέον το αγγλικό ποδόσφαιρο δεν αφήνει περιθώρια σε παρεκτροπές. Τα μέτρα ασφαλείας πολλαπλασιάστηκαν και οι όροι «κάμερα στα γήπεδα» και «ονομαστικά εισιτήρια» έγιναν καθημερινότητα. Οι κυβερνητικές προτάσεις-εντολές της Μάργκαρετ Θάτσερ έφεραν ριζικές αλλαγές στο ποδόσφαιρο και πάταξαν πράγματι τον χουλιγκανισμό…

Το νομοσχέδιο πήρε το όνομα «Football Spectators Act» («Πράξη περί Θεατών Ποδοσφαίρου») και τέθηκε σε εφαρμογή το 1989, προβλέποντας σε γενικές γραμμές τα εξής ριζικά μέτρα:

α) Κατάργηση των θέσεων για όρθιους θεατές·

β) υποχρεωτική χρήση των καμερών στα γήπεδα·

γ) απαγόρευση πώλησης αλκοόλ στα γήπεδα·

δ) υποχρεωτική έκδοση κάρτας φιλάθλου από τους συλλόγους·

ε) πλήρη ενημέρωση των συλλόγων για την ταυτότητα των μελών κάθε λέσχης τους.

Ο έντονος κατασταλτικός χαρακτήρας των πρώτων χρόνων λειτούργησε διδακτικά στον τομέα «πρόληψη» των επόμενων σεζόν. Τα κρούσματα βίας μειώθηκαν αισθητά στο πρωτάθλημα, αφού ακόμα και οι οργανωμένες ομάδες χούλιγκαν ορισμένων συνδέσμων ομάδων δεν έβρισκαν περιθώρια δράσης. Χαρακτηριστικό είναι ότι περισσότερες φορές σημειώνονται επεισόδια με πρωταγωνιστές Άγγλους εκτός του νησιού, παρά μέσα στη «γηραιά Αλβιόνα». Με δυο λόγια: η αείμνηστη Μάργκαρετ Θάτσερ κατάφερε και εξαφάνισε το φαινόμενο του χουλιγκανισμού από τα αγγλικά γήπεδα!

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Τι πιο απλό, από το να εφαρμοστεί και στην Ελλάδα ο νόμος «Football Spectators Act» της Θάτσερ; Δηλ. τα «δρακόντεια» μέτρα που λήφθηκαν, από το 1985 εν μέρει και κυρίως από το 1989 και έπειτα, και κατάφεραν να ξεριζώσουν τον χουλιγκανισμό και την αλητεία από τα γήπεδα της Αγγλίας; Αρκεί να υπάρχει η πολιτική βούληση, και μόνο, για να αντιγραφεί απλώς το θατσερικό «Football Spectators Act» του 1989 και στην Ελλάδα και, φυσικά, να εφαρμοστεί από την επόμενη κιόλας ημέρα! Τότε είναι βέβαιο ότι σε χρόνο-ρεκόρ θα εξαφανιστεί η βία και από τα ελληνικά γήπεδα. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα λοιπόν, για όλους τους «αρμοδίους» παράγοντες! Εμείς προτείνουμε δημόσια την άμεση θεσμοθέτηση και εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων, που πάρθηκαν παλαιότερα στην Αγγλία και είχαν 100% επιτυχία. Γιατί όχι λοιπόν και στην Ελλάδα;


73 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates