• .

Μπαράκ Ομπάμα και Ντόναλντ Τραμπ: η πολιτική τους για τον κόσμο και την Ελλάδα

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ

20.11.2016

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Μπαράκ Ομπάμα και Ντόναλντ Τραμπ. Δύο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους προσωπικότητες, που ουκ ολίγες φορές βρέθηκαν απέναντι στην πολιτική σκηνή της χώρας τους: το 2008 ο Τραμπ ήταν από τους πρωτοστάτες στον πόλεμο εναντίον της εκλογής Ομπάμα, κατηγορώντας τον ότι δεν γεννήθηκε στις ΗΠΑ και ότι ήταν μουσουλμάνος· αντίστοιχα, το 2016 ο Ομπάμα πολέμησε τα μέγιστα τον Τραμπ, εξαπολύοντας την κατηγορία του «φασίστα» και του «αντιδημοκράτη», στην προσπάθειά του να μην εκλεγεί ο Αμερικανός μεγιστάνας πρόεδρος των ΗΠΑ. Ούτε ο ένας τα κατάφερε, ούτε ο άλλος. Ο Ομπάμα εξελέγη το 2008 (και επανεξελέγη το 2012) ως ο 44ος πρόεδρος των ΗΠΑ, ενώ ο Τραμπ εξελέγη το 2016 ως ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ…

Πρόκειται για δύο πρόσωπα, τα οποία αναμφίβολα ανέτρεψαν καταστάσεις και δεδομένα, γράφοντας σημαντική ιστορία στην εποχή μας. Ο κόσμος δεν θα είναι ο ίδιος μετά τον Τραμπ, όπως εξάλλου δεν είναι ο ίδιος ούτε και μετά τα οκτώ χρόνια διακυβέρνησης του Ομπάμα. Ο Μπαράκ Ομπάμα υπήρξε ο πρώτος Αφροαμερικανός πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, κάτι το εντελώς αδιανόητο μόλις πριν από μερικά χρόνια. Αντίστοιχα, ο Ντόναλντ Τραμπ είναι σήμερα ο «σταυροφόρος» των πατροπαράδοτων εννοιών της πίστης και της πατρίδας, σηματοδοτώντας μία πατριωτική και συντηρητική στροφή των ΗΠΑ. Τόσο η εκλογή του μεν πριν από οκτώ χρόνια, όσο και η εκλογή του δε τώρα, είναι γεγονότα που άλλαξαν και αλλάζουν συθέμελα τις ΗΠΑ και τον κόσμο.

Στη διάρκεια της οκταετούς διακυβέρνησης Ομπάμα η ανθρωπότητα εισήλθε στη Νέα Εποχή (κατ’ άλλους: εποχή του Υδροχόου). Κι αυτό δεν είναι καθόλου λίγο. Αρκεί και μόνο να αναλογιστεί κάποιος πώς ήταν ο κόσμος μας την εποχή που εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ ο Μπαράκ Ομπάμα, μόλις πριν από οκτώ χρόνια τέτοια εποχή, και πώς είναι σήμερα. Οι αλλαγές γύρω μας, στο διεθνές σκηνικό, αλλά και στην καθημερινότητά μας, είναι τεράστιες. Την είσοδο του πλανήτη μας στα νέα αυτά χωροχρονικά δεδομένα την «σφράγισε» αθέλητα ή μη η παρουσία στον προεδρικό θώκο της υπερατλαντικής υπερδύναμης του πρώτου έγχρωμου Αμερικανού προέδρου, του Μπαράκ Ομπάμα…

Ο Μπαράκ Χουσεΐν Ομπάμα γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου του 1961 στη Χονολουλού της Χαβάης· πατέρας του ένας Κενυάτης, ενώ μητέρα του ήταν μία λευκή Αμερικανίδα. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν πολύ μικρός και τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην Τζακάρτα με τη μητέρα του και τον Ινδονήσιο πατριό του. Μεγάλωσε μέσα σε ένα κλίμα μάλλον αθεϊστικό και πολυπολιτισμικό, επηρεασμένος πάρα πολύ από τις θεωρίες της αριστερής μητέρας του περί «αντιρατσισμού» και «προοδευτικότητας». Έτσι, όταν μπήκε αργότερα στην πολιτική είχε έτοιμο το πνευματικό και ψυχολογικό υπόβαθρο για να υποστηρίξει ανάλογες απόψεις, μέσα στο πλαίσιο του Δημοκρατικού κόμματος των ΗΠΑ.

Αντίθετα, ο Ντόναλντ Τζον Τραμπ γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου του 1946 σε μια παραδοσιακή οικογένεια Αμερικανών, που προέρχονταν από τη Γερμανία. Ο πατέρας του είχε μία ισχυρή κτηματομεσιτική εταιρία, στην οποία ο νεαρός τότε Τραμπ εντάχθηκε επίσημα το 1968. Παράλληλα συνέχιζε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια. Αργότερα, το 1971, ανέλαβε την ηγεσία της εταιρίας και την μετονόμασε σε «Οργανισμό Τραμπ» («The Trump Organization»). Τα κατάφερε τόσο καλά, ώστε όχι μόνο μεγάλωσε την περιουσία της οικογένειάς του, αλλά το 2015 το περιοδικό «Forbes» εκτίμησε τα πλούτη του σε 4 δις δολάρια ΗΠΑ!

Ο Μπαράκ Ομπάμα, στο μεταξύ, ακολουθούσε μία αντίστροφη πορεία. Όχι μόνο δεν είχε καμία σχέση ποτέ με τον κόσμο της επιχειρηματικότητας, αλλά ήταν αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε -με τα δεδομένα των ΗΠΑ, ασφαλώς- «κρατικοδίαιτος». Τελειώνοντας τη Νομική σχολή του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, εργάστηκε αφενός ως δικηγόρος για τα ανθρώπινα δικαιώματα (προστατεύοντας τις πάσης φύσεως «μειονότητες» και το κάθε περιθωριακό στοιχείο) και αφετέρου έγινε λέκτορας στο πανεπιστήμιο. Αυτό προκάλεσε το ενδιαφέρον των διεθνών τοκογλύφων, οι οποίοι είδαν από νωρίς στο πρόσωπο του έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να προωθήσει την πολιτική τους για ισοπέδωση των εθνών και για εξάλειψη του θρησκευτικού συναισθήματος των λαών.

Τις ίδιες ώρες ο Ντόναλντ Τραμπ συνέχιζε την πορεία του στον κόσμο των επιχειρήσεων και των τηλεπαρουσιάσεων, προβάλλοντας ιδέες έντονα πατριωτικές και χριστιανικές. Η δημοφιλία του εκτοξεύθηκε με τον καιρό σε πολύ υψηλά επίπεδα, ενώ έντεκα ολόκληρα χρόνια (από το 2004 έως το 2015) παρουσίαζε το τηλεπαιχνίδι-ριάλιτι του τηλεοπτικού σταθμού NBC «The Apprentice», με ιδιαίτερα μεγάλη επιτυχία. Παντρεύτηκε συνολικά τρεις φορές και απέκτησε πέντε παιδιά· τελευταία του σύζυγος είναι η σλοβενικής καταγωγής Μελάνια Κνάους, ένα εντυπωσιακό πρώην φωτομοντέλο στη Γιουγκοσλαβία που μετανάστευσε στις ΗΠΑ και έλαβε την αμερικανική υπηκοότητα. Από την τελευταία του σύζυγο, ο Τραμπ έχει έναν γιο 10 ετών.

Ο Μπαράκ Ομπάμα εξελέγη μέλος της γερουσίας των ΗΠΑ το 2004, όταν μόλις τέσσερα χρόνια προηγουμένως, στις εκλογές του 2000, είχε αποτύχει να εκλεγεί. Μέσα σε χρόνο-ρεκόρ ανήλθε στην επιφάνεια της πολιτικής ζωής του τόπου και τον Φεβρουάριο του 2007 ανακοίνωσε επίσημα την πρόθεσή του να διεκδικήσει την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Δύο βιβλία που συνέγραψε και εξέδωσε έγιναν παγκόσμια μπεστ-σέλερ: «Όνειρα του πατέρα μου» και «Τολμώ να ελπίζω». Το καλοκαίρι του 2008, έπειτα από ένα μεγάλο εκλογικό θρίλερ, κατόρθωσε να νικήσει την αντίπαλό του για το αξίωμα του υποψηφίου των Δημοκρατικών, Χίλαρι Κλίντον, στις εσωκομματικές εκλογές που διεξήχθησαν. Τον Νοέμβριο του 2008 εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ και επανεξελέγη ακριβώς τέσσερα χρόνια μετά. Είναι παντρεμένος από το 1992 με τη Μισέλ Ομπάμα (Μισέλ Λα Βον Ρόμπινσον), δικηγόρο, με την οποία απέκτησε δύο κόρες.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε επίσημα την πρόθεσή του να διεκδικήσει τον προεδρικό θώκο των Ηνωμένων Πολιτειών τον Ιούνιο του 2015. Έχοντας όμως υπ’ όψιν τις ιδέες του, τις οποίες χαρακτήρισαν «αντιδραστικές», αρκετοί από τους κομματικούς παράγοντες των Ρεπουμπλικάνων στράφηκαν εναντίον της υποψηφιότητας του Τραμπ· το μίσος τους εναντίον του ήταν τόσο μεγάλο, ώστε όχι μόνο δεν τον υποστήριξαν καθόλου στην εκλογική μάχη που έδωσε το 2016, αλλά μερικοί απ’ αυτούς έφτασαν στο σημείο… να δηλώσουν ότι στην κάλπη θα ψηφίσουν υπέρ της Χίλαρι Κλίντον! Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ έκανε πραγματικό «περίπατο» στις εσωκομματικές εκλογές των Ρεπουμπλικάνων, έχοντας τον λαό με το μέρος του και συντρίβοντας τους αντιπάλους του. Παρά τον ανελέητο πόλεμο και τις συκοφαντίες των ΜΜΕ και των εταιριών δημοσκοπήσεων, ο Τραμπ κατάφερε το περίπου ακατόρθωτο: στις προεδρικές εκλογές της 8ης Νοεμβρίου του 2016 νίκησε τη Χίλαρι Κλίντον, την εκλεκτή του συστήματος των διεθνών τοκογλύφων, και στις 20 Ιανουαρίου του 2017 έπεται να αναλάβει ως ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ!

Η εξωτερική πολιτική του Ομπάμα ήταν ξεκάθαρα υφεσιακή. Ο Ομπάμα σταμάτησε τον πόλεμο κατά του «άξονα του κακού» που είχε ξεκινήσει αμέσως μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 στις ΗΠΑ ο προκάτοχός του, Τζορτζ Μπους ο νεώτερος· έτσι, το 2011 απέσυρε τα αμερικανικά στρατεύματα από το Ιράκ και το 2014 και από το Αφγανιστάν. Ο Ομπάμα στήριξε τις αλλαγές στον μεσανατολικό και βορειοαφρικανικό κόσμο (τη λεγόμενη «αραβική άνοιξη»), υποβοηθώντας έτσι στην εξάπλωση του Ισλάμ προς δυσμάς και στην ισλαμοποίηση της Ευρώπης. Άφησε τον Άσαντ της Συρίας ζωντανό, χωρίς τελικά να χτυπήσει τη Συρία όπως είχε κάνει ο Μπιλ Κλίντον με τη Σερβία το 1999. Οι σχέσεις του με τον Ερντογάν της Τουρκίας υπήρξαν μάλλον ψυχρές και ο Τούρκος ηγέτης κατηγορεί τον Ομπάμα ότι υποθάλπει τον αυτοεξόριστο στις ΗΠΑ αρχιεχθρό του (και πρώην δάσκαλό του), τον Φετουλάχ Γκιουλέν. Με τον Πούτιν της Ρωσίας οι σχέσεις του Ομπάμα ήταν ισορροπιστικές· ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος διάβηκαν ποτέ τον «Ρουβίκωνα» στη διάρκεια αυτών των οκτώ ετών κι έτσι εξασφαλίστηκε η παγκόσμια ειρήνη. Στο θέμα της Ελλάδας, ο Ομπάμα έκανε τα πάντα προκειμένου η χώρα μας μετά την κρίση του 2009-2010 να παραμείνει μέσα στην Ευρωζώνη, με έναν βασικό στόχο που τελικά επέτυχε: να αδυνατίσει το ευρώ, ενισχύοντας παράλληλα το αμερικανικό δολάριο (πράγματι, η ισοτιμία ευρώ-δολαρίου έπεσε από το περίπου 1:1,5 το 2010 σχεδόν στο 1:1 σήμερα…).

Ο Ντόναλντ Τραμπ όμως έχει μία διαφορετική αντίληψη του κόσμου από τον Ομπάμα. Έχει κάνει ήδη σαφές ότι δεν θα ανεχτεί το φαινόμενο της μαζικής μετανάστευσης μουσουλμανικών πληθυσμών προς τη Δύση. Γι’ αυτόν τον σκοπό αναμένεται να δημιουργήσει ένα φυσικό φράγμα προστασίας του χριστιανικού κόσμου από την ισλαμική επέλαση, το οποίο θα περιλαμβάνει τη Ρωσία, την Τουρκία και το Ισραήλ. Εξ ου και οι περίφημες «φιλοτουρκικές» τοποθετήσεις του αμέσως μετά τη νίκη του στις προεδρικές εκλογές, ενώ ποτέ δεν έκρυψε τη διάθεσή του να συμμαχήσει εντονότερα με το Ισραήλ απ’ ό,τι ο προκάτοχός του. Άλλωστε, όλα αυτά αποτελούν μέρος ενός πολύ φιλόδοξου σχεδίου για την παγκόσμια ισορροπία που έχουν ήδη συμφωνήσει ο Τραμπ με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν: πρόκειται για τη συμφωνία μιας «νέας Γιάλτας», η οποία θα διαμοιράσει τον κόσμο ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, ΗΠΑ και Ρωσία, εξασφαλίζοντας τον… μη πόλεμο για τα επόμενα τέσσερα τουλάχιστον χρόνια. Εκτός απροόπτου λοιπόν δεν πρέπει να αναμένονται επιθετικές αμερικανικές κινήσεις στη Μέση Ανατολή στη διάρκεια της προεδρικής θητείας του Τραμπ· εκτός βέβαια από μία κοινή αμερικανο-ρωσική προσπάθεια να συντριβεί το φίδι του Ψευτοϊσλάμ (ISIS) στα εδάφη που αυτό κατέχει σε Συρία και Ιράκ. Όσο για την Ελλάδα, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα συνεχίσει την πολιτική του Ομπάμα, «πάση θυσία στο ευρώ»: από τη στιγμή που θα έχει εξασφαλίσει τη συμμαχία της Ρωσίας, μέσω Πούτιν, είναι αδιάφορο για τον νέο Αμερικανό πρόεδρο αν η χώρα μας θα συνεχίσει να παραμένει στη ζώνη του ευρώ ή όχι· συνεπώς, θα πρέπει από το 2017 και ύστερα να αναμένουμε μία συντεταγμένη ή και άτακτη ακόμη έξοδο της Ελλάδας από την ΟΝΕ και επιστροφή μας σε εθνικό νόμισμα.


65 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates