• .

Μαρκήσιος ντε Σαντ: τα Υπέρ και τα Κατά

9.9.2020

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Πόσοι άραγε γνωρίζουν, ότι ο Ντονασιέν Αλφόνς Φρανσουά, κόμης του Σαντ -ο γνωστός μας Μαρκήσιος ντε Σαντ-, εξαιτίας του οποίου προήλθε ο όρος “σαδισμός” στην ψυχοπαθολογία, υπήρξε επίσης ένας διάσημος φιλόσοφος και πολιτικός διανοητής του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα; Γεννήθηκε το 1740 στο Παρίσι και πέθανε το 1814 στο Σαιν-Μωρίς. Κατά τη διάρκεια αυτών των 74 ετών όμως, έζησε έναν βίο πολυτάραχο, έγκλειστος συχνά στη φυλακή ή σε άσυλο, ο οποίος αποτυπώθηκε ανεξίτηλα και στα γραπτά του που σήμερα θεωρούνται κλασικά...

Είναι γεγονός, βέβαια, ότι η εποχή που έζησε ο ντε Σαντ υπήρξε ιδιαίτερα ταραγμένη: ήταν η περίοδος των πολιτικών και κοινωνικών επαναστάσεων, της μετάβασης του κόσμου σε μια νέα οικονομία και, γενικά, της αμφισβήτησης. Η πολυσχιδής όμως προσωπικότητά του οφείλεται σαφώς και στα ατομικά του βιώματα, ιδιαίτερα μάλιστα σ' εκείνα που είχε από μικρό κιόλας παιδί... Μεγάλωσε κοντά στον λόγιο θείο του, τον αββά Ζακ-Φρανσουά ντε Σαντ, ο οποίος όμως είχε αχαλίνωτη σεξουαλική συμπεριφορά· κάποτε μάλιστα προκάλεσε δημόσιο σκάνδαλο, με τη σύλληψή του σε οίκο ανοχής. Όλα όσα έζησε κοντά στον θείο του, σημάδεψαν για πάντα τον μικρό ακόμη Ντονασιέν Αλφόνς Φρανσουά...

Αργότερα ο νεαρός ντε Σαντ έγινε δεκτός στη στρατιωτική σχολή Εκό ντε Σεβό-Λεζέρ, όπου φοιτούσαν αποκλειστικά γόνοι ευγενών. Ονομάστηκε δεύτερος υπολοχαγός στο σύνταγμα του βασιλικού πεζικού και μάλιστα συμμετείχε στον Επταετή Πόλεμο, στον οποίο ενεπλάκησαν όλες οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Αποστρατεύτηκε το 1763, λίγο πριν τελειώσει ο πόλεμος.

Έκτοτε, και αφού νυμφεύθηκε το ίδιο έτος με τη Ρενέ-Πελαζί ντε Μοντρόι (κόρη πλούσιου δικαστικού, φίλου του βασιλιά), άρχισαν τα μεγάλα σεξουαλικά του σκάνδαλα... Δεν είχαν περάσει παρά μερικές μόνο εβδομάδες από τον γάμο του, όταν συνελήφθη και κρατήθηκε για 15 μέρες στη φυλακή του βασιλικού κάστρου Βανσέν, μετά από την εναντίον του καταγγελία μιας πόρνης για βλασφημία. Χρειάστηκε να μεσολαβήσει η οικογένειά του για να αποφυλακιστεί... Αλλά τα σκάνδαλα συνεχίστηκαν.

Αν και στο μεταξύ είχε γίνει πατέρας, ανήμερα του Πάσχα του 1768 έλαβε χώρα το περιστατικό που έμεινε γνωστό ως “σκάνδαλο της Αρκέι”, από το όνομα του προαστίου των Παρισίων, όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι οίκοι ανοχής. Μία πόρνη, ονόματι Ροζ Κελέρ, τον κατήγγειλε στις αρχές για βίαιη σεξουαλική συμπεριφορά. Ακολούθησε ο εγκλεισμός του ντε Σαντ στις φυλακές, και μάλιστα με βασιλική διαταγή, παρακάμπτοντας έτσι τις συνηθισμένες διαδικασίες δίωξης. Παρέμεινε φυλακισμένος έως τον Νοέμβριο του ιδίου έτους, οπότε και εγκαταστάθηκε στο κάστρο της Λακόστ μαζί με την οικογένειά του...

Εκεί όμως εγκαταστάθηκε επίσης και η μικρή αδελφή της συζύγου του, η Αν-Προσπέρ, η οποία σύντομα έγινε ερωμένη του. Ακολούθησαν νέες κατηγορίες κατά του ντε Σαντ, για αποπλάνηση της νεαρής, με συνέπεια να μπει και πάλι για λίγο καιρό στη φυλακή, εν έτει 1771.

Φαίνεται όμως ότι δεν έμεινε καθόλου ήσυχος. Το 1772, λίγο καιρό μετά την αποφυλάκισή του, κατηγορήθηκε ότι στη Μασσαλία αποπειράθηκε να δηλητηριάσει πόρνες με το γνωστό αφροδισιακό σκεύασμα “ισπανική μύγα”. Αυτή τη φορά καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά κατάφερε να διαφύγει στην Ιταλία, μαζί με τον υπηρέτη του, Λατούρ, παίρνοντας μάλιστα μαζί του και τη μικρή Αν-Προσπέρ... Αυτό ειδικά το τελευταίο εξόργισε την πεθερά του, τη Μαντάμ ντε Μοντρόι, η οποία ζήτησε και έλαβε βασιλική εντολή για τη σύλληψη του γαμπρού της.

Τελικά, ο ντε Σαντ επέστρεψε μυστικά στο κάστρο της Λακόστ, όπου επανασυνδέθηκε με τη γυναίκα του. Ζούσαν μια ήσυχη ζωή, απομονωμένοι, και κανείς από τους παλιούς γνώριμούς του δεν ήξερε πού βρίσκεται. Η ηρεμία όμως του ζεύγους δεν κράτησε για πολλά χρόνια. Το 1777 ο πατέρας μιας υπηρέτριάς του, η οποία έφυγε γρήγορα από την υπηρεσία του λόγω προφανώς σεξουαλικής κακομεταχείρισης, επιχείρησε να τον σκοτώσει! Νέες κατηγορίες εκτοξεύθηκαν κατά του προσώπου του, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί και πάλι στη φυλακή...

Αθωώθηκε το επόμενο έτος για τις κατηγορίες του σοδομισμού και της δηλητηρίασης, αλλά παρέμεινε φυλακισμένος λόγω της παλαιότερης βασιλικής εντολής που είχε εκδοθεί με ενέργειες της πεθεράς του. Έμεινε στις φυλακές, ανάμεσα στις οποίες και στα περίφημα δεσμωτήρια της Βαστίλης, μέχρι το καλοκαίρι του 1789· τότε, δέκα μόλις ημέρες πριν οι φυλακές της Βαστίλης πυρποληθούν από τους στασιαστές, μεταφέρθηκε με βασιλική εντολή στο άσυλο φρενοβλαβών του Σαραντόν... Απελευθερώθηκε, κι αφού είχε επικρατήσει η Γαλλική επανάσταση, την άνοιξη του 1790.

Όμως τα πράγματα δεν ήταν πια τα ίδια όπως τα είχε αφήσει χρόνια πριν. Η γυναίκα του είχε πια κλειστεί σε μοναστήρι, αρνούμενη οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Και ο ίδιος ξεκίνησε τον δεσμό του με τη νεαρή ηθοποιό Μαρί-Κονστάνς Ρενέλ, την οποία μόλις είχε εγκαταλείψει ο σύζυγός της. Τα έργα που είχε συγγράψει στη διάρκεια της φυλάκισής του (όπως η “Ζυστίν” και οι “120 μέρες στα Σόδομα”) άρχισαν να γίνονται ευρύτερα γνωστά, ενώ ο ντε Σαντ ανέβασε με επιτυχία στο Παρίσι το πρώτο του θεατρικό έργο.

Αν και προσπάθησε να συμμετέχει στην πολιτική σκηνή της εποχής, όταν επιβλήθηκε η “Τρομοκρατία του Ροβεσπιέρου” (1793-1794), με τις χιλιάδες εκτελέσεις, αναγκάστηκε να αποσυρθεί απ' την πολιτική ζωή. Συνελήφθη, εν τούτοις, κι ο ίδιος τον Δεκέμβριο του 1793 και μόλις την τελευταία στιγμή απέφυγε τον αποκεφαλισμό. Από εκεί και πέρα, ήταν οικονομικά κατεστραμμένος και βρέθηκε να στεγάζεται μέχρι και σε πτωχοκομείο...

Ο ντε Σαντ έγραψε, μεταξύ άλλων, ένα σπουδαίο πολιτικό κείμενο, με τίτλο “Πάνω στην άμεση δημοκρατία και στην απάτη των «εκπροσωπήσεων»”. Γράφει για το βιβλίο αυτό ο γνωστός Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Πολ Σαρτρ: “Η σκέψη του Σαντ δεν είναι ούτε σκέψη αριστοκράτη, ούτε σκέψη κάποιου αστού, είναι η βιωμένη ελπίδα κάποιου περιθωριακού ευγενή που δεν βρήκε για να εκφραστεί παρά τις κυρίαρχες έννοιες της ανερχόμενης τάξης και τις χρησιμοποίησε, παραμορφώνοντάς τες, παραμορφωμένος κι ο ίδιος μέσω αυτών [...] Διατηρεί ακόμα και σήμερα μια ζωντανή δύναμη, συμβάλλοντας με την αμφισβήτησή του στην άτακτη φυγή των αστικών αντιλήψεων περί αναλυτικού λόγου, καλοσύνης της φύσεως, προόδου, ισότητας, παγκόσμιας αρμονίας. Η απαισιοδοξία του Σαντ προσεγγίζει την απαισιοδοξία του μεροκαματιάρη στον οποίο δεν προσέφερε τίποτα η Γαλλική Επανάσταση”...

Στο κείμενό της “Ο Σαντ σήμερα”, η Μπεατρίς Ντιντιέ, κριτικός λογοτεχνίας, γράφει ανάμεσα σε άλλα τα εξής: “Στο μανιφέστο του «Άλλη μια προσπάθεια, Γάλλοι, για να γίνετε δημοκράτες» ο ντε Σαντ προτείνει ένα σύστημα διακυβέρνησης και προσπαθεί να δώσει θετική φορά στην αρνητική κατά βάση σκέψη του. Ωστόσο, κι εκεί πρέπει πρώτα να καταστρέψει και τις ψευδαισθήσεις που προκαλεί ο θεϊσμός και την επίδραση του παραδοσιακού καθολικισμού: «Ναι, πολίτες, η θρησκεία είναι ασυμβίβαστη με την ελευθερία». Ο ντε Σαντ, όμως, εκφράζει τη δύναμή του κυρίως με την άρνηση. Μέσα απ' αυτήν εκφράζεται όλη η πικρία που κρύβει η εξέγερσή του. «Ας καθιερωθούν ανοιχτά οι πιο υβριστικές βλασφημίες, τα πιο αθεϊστικά έργα». Ο μόνος οδηγός του δημοκράτη είναι η αρετή, ισχυρίζεται ο ντε Σαντ. Αλλά η κατά Σαντ αρετή συγγενεύει με την αρετή του Μακιαβέλι και της ιταλικής Αναγέννησης. Δεν έχει να κάνει σε τίποτε με τον κώδικα των συνηθισμένων ηθικών αξιών. Για τον ντε Σαντ, δεν υπάρχει πολιτική επανάσταση χωρίς επανάσταση ηθών. «Λίγες εγκληματικές πράξεις υπάρχουν σε μια κοινωνία που βασίζεται στην ελευθερία και την ισότητα». Λίγοι νόμοι είναι αναγκαίοι κι αυτοί πρέπει να είναι γενικής φύσης, για να μην καταδυναστεύονται άτομα διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας. Πρέπει, πάντως, να καταργηθεί η ποινή του θανάτου, που είναι άδικη και ανώφελη. Τελικά, ο ντε Σαντ κατονομάζει τέσσερα εγκλήματα που θα μπορούσαμε να διαπράξουμε κατά του πλησίον μας: τη συκοφαντία, την κλοπή, την ασέλγεια και τον φόνο. Θα προσπαθήσει, λοιπόν, ν' αποδείξει πως αυτά τα «παραπτώματα» τελικά δεν είναι παραπτώματα”.

Το 1801 κλείστηκε στο γνωστό του από το παρελθόν άσυλο του Σαραντόν, όπου παρέμεινε ως το τέλος της πολυτάραχης ζωής του... Αιτία: η αντιπαράθεσή του στο καθεστώς του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, που μόλις είχε εγκαθιδρυθεί. Μετά τον θάνατό του, ο γιος του έκαψε τα περισσότερα χειρόγραφά του.


66 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates