• .

Κινήσεις στην παγκόσμια σκακιέρα

Ενημερώθηκε: Μαι 12

Από τους Παν-ισμούς στον Όργουελ

Σεπτέμβριος 2006

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΟΥ ΟΡΓΟΥΕΛ Νέα παγκόσμια τάξη σημαίνει παγκοσμιοποίηση: ένας και μοναδικός κόσμος, με ένα πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό σύστημα, μία θρησκεία, κοινές αξίες και παράδοση. Αυτός είναι ο κόσμος, στον οποίο μία μοναδική υπερδύναμη θα κυβερνά τον πλανήτη και θα έχει απόλυτη κυριαρχία πάνω στους λαούς της Γης. Η εικόνα του κόσμου, που μας υπόσχεται η νέα εποχή είναι κάθε άλλο παρά αισιόδοξη… Είναι όμως δυνατό να υπάρχει άλλη λύση; Μπορούμε άραγε σ’ αυτές τις δυσμενείς συνθήκες να πούμε ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι ο μοναδικός δρόμος, ότι παρ’ όλα αυτά αποτελεί μια ακόμα παγκόσμια ουτοπία; Υπάρχει λοιπόν πιθανότητα να μην μπούμε ποτέ σε μια τέτοια ζοφερή εποχή; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι καταφατική. Ειρωνεία όμως αποτελεί το ότι η άλλη, η εναλλακτική της παγκοσμιοποίησης, λύση προέρχεται από έναν συγγραφέα επανειλημμένα χαρακτηρισμένο ως ο «κακός προφήτης» του ανθρώπινου μέλλοντος. Πρόκειται για τον Τζωρτζ Όργουελ (1903-1950). Στις σελίδες του κλασικού έργου του Άγγλου συγγραφέα «1984» περιλαμβάνεται αυτή η άλλη λύση, η οποία και εξουδετερώνει την ιδέα της παγκοσμιοποίησης, την ιδέα δηλ. του ενός κόσμου κάτω από τον παντεπόπτη οφθαλμό του Μεγάλου αδελφού. Στο «1984» ο Όργουελ ονειρεύεται έναν εφιάλτη, ο οποίος δεν είναι παρά η τριγωνική γεωστρατηγική για το μέλλον του κόσμου. Στο βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας σαφώς αναφέρει πως στη γήινη επιφάνεια υπάρχουν τρεις υπερδυνάμεις (υπερκράτη): η Ευρασία, η Ωκεανία και η Ανατολασία. Συγκεκριμένα διαβάζουμε: «Η Ευρασία περιλαμβάνει ολόκληρο το βόρειο τμήμα της ευρωπαϊκής και ασιατικής ηπείρου, από την Πορτογαλία ως τον Βερίγγειο πορθμό. Η Ωκεανία περιλαμβάνει την Αμερική, τα νησιά του Ατλαντικού περιλαμβανομένων και των βρετανικών νήσων, την Αυστραλασία και το νότιο τμήμα της Αφρικής. Η Ανατολασία, μικρότερη και έχοντας ένα πιο ασαφές μέτωπο στη Δύση, περιλαμβάνει την Κίνα και τις μεσημβρινές της χώρες, τα νησιά της Ιαπωνίας και ένα σημαντικό, αλλά ασταθές τμήμα της Μαντζουρίας, της Μογγολίας και του Θιβέτ… »»Η Ευρασία προστατεύεται από τις απέραντες εκτάσεις της, η Ωκεανία από τα πλάτη του Ατλαντικού και του Ειρηνικού και η Ανατολασία από τη γονιμότητα και την εργατικότητα των κατοίκων της… Μεταξύ των συνόρων των τριών υπερκρατών και χωρίς να βρίσκεται συνεχώς στην κατοχή ενός απ’ αυτά, υπάρχει ένα τετράπλευρο που οι γωνίες του είναι στην Ταγγέρη, την Μπραζαβίλ, το Ντάργουϊ και το Χονγκ Κονγκ και που κατέχουν περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού της Γης. Ακριβώς για την κατοχή αυτών των πυκνοκατοικημένων περιοχών και για το βόρειο πόλο βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο οι τρεις δυνάμεις… Τα σύνορα της Ευρασίας μετακινούνται ανάμεσα στη λεκάνη του Κογκό και τη βόρεια ακτή της Μεσογείου. Τα νησιά του Ινδικού ωκεανού και του Ειρηνικού κυριεύονται διαδοχικά από την Ωκεανία και την Ανατολασία. Στη Μογγολία η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην Ευρασία και την Ανατολασία δεν είναι ποτέ σταθερή. Γύρω από το βόρειο πόλο και οι τρεις δυνάμεις διεκδικούν τεράστιες εκτάσεις που μεγάλο μέρος τους είναι ακατοίκητο. Αλλά ο βαθμός της ισχύος παραμένει πάντα ίσος και το έδαφος που αποτελεί τον πυρήμα του κάθε υπερκράτους μένει πάντα απαραβίαστο… Στην Ωκεανία, η φιλοσοφία που επικρατεί λέγεται ΑΓΓΣΟΣ [ΣΗΜ.: ΑΓΓΣΟΣ = Αγγλικός Σοσιαλισμός], στην Ευρασία νεομπολσεβικισμός και στην Ανατολασία καθορίζεται με μια κινέζικη ονομασία που συνήθως μεταφράζεται Λατρεία του θανάτου, αλλά που θα μπορούσε να αποδοθεί καλύτερα σαν Εξάλειψη του Εγώ». Από αυτά τα όντως εκπληκτικά για τον αναγνώστη του σήμερα αποσπάσματα (να μην ξεχνούμε πως ο Όργουελ εξέδωσε το «1984» κατά το έτος 1949!) εξάγεται το σαφές συμπέρασμα πως ο κόσμος του 21ου αιώνα δεν θα είναι ο κόσμος της παγκοσμιοποίησης, αλλά της τριγωνικής γεωστρατηγικής: Ευρασία (ενδιάμεση περιοχή ή «Heartland»), Ωκεανία (ατλαντισμός, θαλάσσιες δυνάμεις) και Ανατολασία (κινεζικός κόσμος και τρίτος κόσμος). Ως προοπτική μπορούμε να αναπτύξουμε την οργουελική σκέψη κατά τον ακόλουθο τρόπο, διαχωρίζοντας τις τρεις μελλοντικές υπερδυνάμεις του πλανήτη ως εξής: 1. Ευρασία = Ευρώπη (πλην Μεγάλης Βρετανίας) + Ρωσία. 2. Ωκεανία = ΗΠΑ + Μεγάλη Βρετανία + Ισραήλ + Καναδάς + Αυστραλία + Νέα Ζηλανδία + Νότια Αφρική + Ιαπωνία. 3. Ανατολασία = Ασία (πλην Ισραήλ και Ιαπωνίας) + Αφρική (πλην Νότιας Αφρικής) + Λατινική Αμερική. Σύμφωνα με το οργουελικό γεωπολιτικό μοντέλο ή αλλιώς το μοντέλο της τριγωνικής πλανητικής γεωστρατηγικής τα τρία αυτά υπερκράτη θα είναι μεταξύ τους εντελώς διαφορετικά σε πολιτισμό (και τα όσα αυτός περιλαμβάνει) και πολιτική ιδεολογία-σύστημα διακυβέρνησης, αλλά στρατιωτικά θα είναι ισοδύναμα και θα βρίσκονται σε διαρκή αναμεταξύ τους πόλεμο. Το σχήμα αυτό αποτελεί πλήρως την τριγωνική γεωστρατηγική του μέλλοντος. Στη διαμόρφωσή της βασικό ρόλο παίζουν οι πολιτισμικές ταυτότητες, αλλά και τα γεωπολιτικά συμφέροντα. Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος, για τον οποίο κράτη που ανήκουν γεωγραφικά σε δεδομένη ήπειρο, να ανήκουν γεωστρατηγικά σε άλλη (δηλ. η Μεγάλη Βρετανία, το Ισραήλ, η Ιαπωνία και η Νότια Αφρική, που καλούνται περιπαιχτικά και «κράτη-πράκτορες» του ωκεανισμού σε άλλες ηπείρους). Στο σχήμα αυτό η σημασία του ευρασιατικού χώρου είναι αποφασιστική. Πρόκειται για τον πλανητικό Διάμεσο Χώρο, τον χώρο-κλειδί του κόσμου, ο οποίος είναι τοποθετημένος από τη φύση στο επίκεντρο των πλανητικών εξελίξεων. Η νομοτελειακή λοιπόν υπόσταση της Ευρασίας ως πανγήινου Διάμεσου Χώρου την καθιστά αυτόματα παγκόσμιο κέντρο. Η ιδεολογική ουσία της δε, συμπυκνώνεται στην αιώνια ευρασιανική αρχή “Tertium datur” («Το τρίτο είναι δεδομένο»), που πρώτοι έθεσαν στην ιστορία οι Ρώσοι ευρασιανιστές στοχαστές της δεκαετίας του ’20: αυτοί πίσω από την βαθιά σκέψη «ούτε το ένα ούτε το άλλο, ούτε Ανατολή ούτε Δύση» εννοούσαν τον κεντρικό και αυτοτελή χαρακτήρα της ευρασιατικής γης, με δικό της μικρότερο ομόκεντρο κύκλο-γεννήτορα των παγκόσμιων εξελίξεων τη Ρωσία. Η γεωγραφική θέση της Ευρασίας ακριβώς στο ενδιάμεσο των ατλαντικών δυνάμεων (Ωκεανία) και του τρίτου κόσμου (Ανατολασία) την καθιστά περιοχή αύξουσας γεωπολιτικής βαρύτητας. Υπό αυτήν την έννοια όντως «αυτός που θα ελέγχει την Ευρασία, θα κυβερνάει και τον κόσμο όλο» (θεώρηση των ΜακΚίντερ και Χάουσχοφερ, που την προσέλαβε και ο σύγχρονος Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι). Το βασικό αυτό αξίωμα, που κατείχαν άριστα κατακτητές όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Τζένγκις Χαν, ο Ναπολέων και ο Χίτλερ, έρχονται οι ίδιες οι αυριανές προοπτικές να το δικαιώσουν και να το τοποθετήσουν στην πρώτη γραμμή! Όσον αφορά τον παγκόσμιο ατλαντισμό, αυτός έχει ήδη σχηματοποιηθεί ως γεωπολιτικός χώρος και μάλιστα βγήκε ως ένα βαθμό νικητής από τις παγκόσμιες εξελίξεις, μετά την υπεροχή των ΗΠΑ έναντι της ΕΣΣΔ στον ψυχρό πόλεμο. Η ατλαντική πλατφόρμα έχει τις βαθύτερες ρίζες της στην παγκόσμια πολιτική των ΗΠΑ, η οποία περιλαμβάνει – όπως είδαμε - και το ρόλο των τεσσάρων κρατών, που γεωγραφικά ανήκουν σε άλλες ηπείρους και τα οποία εκτελούν τη λειτουργία υποσταθμών των θαλασσοκρατικών συμφερόντων στα τέσσερα νευραλγικά σημεία του ορίζοντα. Πολλοί πιστεύουν ότι μια άλλη παράμετρο της σύγχρονης εξουσιαστικής πολιτικής του ατλαντισμού συνιστά ο μυστικός του πόλεμος κατά της ενωμένης Ευρώπης (περίπτωση “Echelon”), η περιθωριοποίηση της Ρωσίας, καθώς και η προσπάθεια εξόντωσης μικρών περιφερειακών αντιαμερικανικών χωρών (Λιβύη 1986, Ιράκ 1991 και 2003, Γιουγκοσλαβία 1999, αύριο ίσως Ιράν κ.ο.κ.)... Στη μελλοντική αντίθεση μεταξύ των τριών υπερδυνάμεων του πλανήτη μείζονος σημασίας αποβαίνει η δυνατότητα συμμαχίας ανάμεσα σε δύο από αυτές, που φυσικά εν γένει στρέφεται κατά της τρίτης. Αν δεχτούμε το αξονικό μοντέλο «1ο άκρο: ατλαντισμός (Ωκεανία) – Κέντρο: Διάμεσος Χώρος (Ευρασία) – 2ο άκρο: τρίτος κόσμος (Ανατολασία)», τότε θα φτάσουμε σε σπουδαία πορίσματα. Με βάση λοιπόν το παραπάνω μοντέλο η έκβαση του μελλοντικού παγκόσμιου ανταγωνισμού εξαρτάται από τη σύναψη συμμαχίας μιας από τις δύο ακραίες υπερδυνάμεις με την Ευρασία. Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται ένα σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων, το οποίο καταγράφει τον κυρίαρχο του μελλοντικού κόσμου. Γεωγραφικά και πολιτισμικά δεδομένα, από την άλλη πλευρά, φέρνουν πολύ εγγύτερα την Ευρασία με τον τρίτο κόσμο, παρά με τον ατλαντισμό. Άρα το πιθανότερο είναι η Ευρασία με τον τρίτο κόσμο να λειτουργήσουν ως συγκοινωνούντα δοχεία, σηματοδοτώντας έτσι το νικητή του γεωπολιτικού πολέμου του αύριο. Ο σχηματισμός συστήματος συγκοινωνούντων δοχείων είναι αναπόφευκτος, διότι καταμερισμένες στα τρία οι υπερδυνάμεις είναι καταδικασμένες σε συνεχή αδράνεια και εντροπία (πολιτική, οικονομική, ιδεολογική και κοινωνική φθορά). Είναι επομένως νομοτελειακή η τάση τους προς τη δημιουργία συνασπισμού των δύο εναντίον της τρίτης, έτσι ώστε να τεθεί ξανά η ιστορία σε κίνηση και τα γεγονότα να «τρέξουν» (είναι άγραφος κανόνας της φύσης η διαρκής λειτουργία του μηχανισμού της ιστορίας και κανείς δεν μπορεί να τον σταματήσει ή απορρυθμίσει, εμποδίζοντας τις εξελίξεις...). Ο Όργουελ πάνω στις στάχτες που άφησε ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος ονειρεύτηκε έναν εφιάλτη. Στον εφιάλτη του αυτό μέσα εμπερικλείεται το μέλλον μιας ανθρωπότητας που ήδη άρχισε να ανατέλλει. Το ίδιο όμως αυτό όραμα μας φανερώνει και έναν καινούριο κόσμο, με νέους γεωπολιτικούς συσχετισμούς, βασισμένους όχι πάνω στον διπολισμό ούτε πάνω στον μονολιθισμό, αλλά πάνω σε μια πλήρη και μοναδική τριγωνική ισορροπία. Τον εκπληκτικό συλλογισμό του Όργουελ τον εξέλαβε θεωρητικά ο λεγόμενος «μάγος» της σύγχρονης διπλωματίας, πρώην υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρυ Κίσσιντζερ, και τον έθεσε σε πρακτικά πλαίσια κατά τη δεκαετία του 1970. Τότε ήταν που, παρ’ όλα τα σημαντικά προβλήματα που γνώριζαν οι ΗΠΑ, «γύρισε» ουσιαστικά υπέρ τους η πορεία του ψυχρού πολέμου, με βάση ακριβώς την εφαρμογή της περίφημης «τριγωνικής διπλωματίας» του Κίσσιντζερ (βλ. και βιβλίο του Henry Kissinger, “Diplomacy”). Να σημειωθεί πως το μοντέλο του Κίσσιντζερ κατήνειμε τον κόσμο ισοδύναμα ανάμεσα σε ΗΠΑ, Σοβιετική Ένωση και Κίνα. ΟΙ ΠΑΝ-ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΧΑΟΥΣΧΟΦΕΡ Αυτός που πρώτος έθεσε στο συλλογισμό του ένα οργανωμένο σύστημα ζωνών επιρροής των υπερδυνάμεων του πλανήτη υπήρξε ο Γερμανός στρατηγός Καρλ Χάουσχοφερ (1869 – 1946), εκ των εξεχόντων στελεχών του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος της χώρας και στενός συνεργάτης του Χίτλερ. Οι γεωπολιτικές ιδέες του είναι που απορροφήθηκαν πλήρως από το υπόλοιπο εθνικοσοσιαλιστικό ιδεολογικό πλαίσιο, αποτελώντας την επίσημη θέση του κινήματος στον τομέα της γεωπολιτικής. Η χαουσχοφερική γεωπολιτική απέκτησε αμέσως την αναγνώριση πως αποτελεί ένα από τα πλέον θεμελιώδη γεωπολιτικά συστήματα όλων των εποχών, που συνεχώς ερμηνεύεται με νέους τρόπους υπό το φως των εκάστοτε νέων εξελίξεων και που παραμένει βασικό εργαλείο μεθοδολογίας στην χάραξη μοντέρνων γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών μοντέλων. Ο Χάουσχοφερ είναι άμεσα επηρεασμένος από την γερμανική ήττα στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο, όπως άλλωστε και όλοι σχεδόν οι συμπατριώτες του πολιτικοί ερευνητές. Η πικρή αυτή εμπειρία οδηγεί τις σκέψεις του στην προσπάθεια διαμόρφωσης μίας νέας γεωστρατηγικής θεωρίας, η οποία να είναι επαρκής για την αντιμετώπιση της τότε αγγλοσαξωνικής τάσης για εξάπλωση, δημιουργώντας έτσι μία Γερμανία ικανή να συμμετέχει στο παιχνίδι ανταγωνισμού για την παγκόσμια ηγεμονία. Πέραν αυτού η γεωπολιτική επέκταση των νικητών του πολέμου αποτελούσε άμεση απειλή για τα πλανητικά συμφέροντα του γερμανικού έθνους και υπονόμευση των έως τότε επιτυχιών του στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Όπως λοιπόν και ο Χίτλερ, κατά τον ίδιο τρόπο και ο Χάουσχοφερ ένοιωθε μέσα του την έντονη ανάγκη ανατροπής αυτής της τόσο αρνητικής κατάστασης και ουσιαστικής αποκατάστασης της Γερμανίας ως υπερδύναμης. Παρ’όλο τον εθνικισμό του όμως ο Χάουσχοφερ προσπαθεί να δείχνει πάνω απ’όλα ρεαλιστής και γνώστης των πραγματικοτήτων και των συσχετισμών των ημερών του. Η θεώρηση του Χάουσχοφερ για τη δημιουργία των περίφημων «παν-περιοχών» έχει τις βάσεις της στην πεποίθησή του πως ουσιαστικό αντικείμενο της γεωπολιτικής είναι ο χώρος, όπως όμως αυτός συμπίπτει με το κράτος και εξυπηρετεί τις υποθέσεις του. Οι «παν-περιοχές» λοιπόν δεν είναι παρά διεύρυνση της πρωταρχικής έννοιας του κράτους, αφού αυτές περιλαμβάνουν ιδιαίτερες γεωγραφικές μάζες, οι οποίες από οικονομικής άποψης είναι αυτοτελείς. Εννοείται βέβαια πως στην κάθε μία απ’ αυτές κυριαρχεί κι από ένα έθνος, που είναι πιο δυνατό από τα άλλα σε επίπεδα όπως π.χ. η οικονομία ή ο πολιτισμός. Σύμφωνα με τη λογική αυτή ο Χάουσχοφερ διανέμει τον κόσμο σε τέσσερεις ξεχωριστές «παν-περιοχές»: την Παναμερική (Βόρεια και Νότια Αμερική), την Πανευραφρική (Δυτική, Νοτιοανατολική και Βόρεια Ευρώπη, Νοτιοδυτική Ασία και Αφρική), την Πανρωσία (Ανατολική Ευρώπη, Δυτική και Κεντρική Σιβηρία, Ιράν και Ινδία) και την Ανατολικοασιατική σφαίρα της ευημερίας (Άπω Ανατολή με την Ανατολική Σιβηρία, Αυστραλία και Ωκεανία). Πρόκειται όντως περί άκρως ενδιαφέρουσας θέσης, αφού συν τοις άλλοις ο Χάουσχοφερ προβαίνει σ’ αυτήν τη διανομή, λαμβάνοντας ως οπτική του γωνία όχι την οριζόντια πάνω στην υδρόγειο σφαίρα προβολή (που είναι χαρακτηριστική για τα γεωπολιτικά μοντέλα των εκπροσώπων του ατλαντισμού), αλλά την κάθετη. Ο Χάουσχοφερ λοιπόν βλέπει τον κόσμο υπό τελείως διαφορετική όψη από ότι π.χ. ο κλασικότερος θεωρητικός της γεωπολιτικής του Ωκεανού Χάλφορντ ΜακΚίντερ, γεγονός που φανερώνει τις βαθειές διαφορές αντιλήψεων ανάμεσα στα δύο κυρίαρχα παγκόσμια γεωπολιτικά μοντέλα. Παρ’ όλα αυτά η ιδέα του Χάουσχοφερ περί των «παν-περιοχών» έχει άμεση σχέση και με τη γενικότερη αντίληψη για τον ζωτικό χώρο που πρέπει να ελέγχει ένα κράτος, αν όντως θέλει να είναι υπερδύναμη. Υπό αυτές τις συνθήκες οι τέσσερεις αυτές «παν-περιοχές» δεν οριοθετούν παρά την ουσιαστική επικράτεια της ηγεμονίας ισάριθμων κρατών, τα οποία είναι τα εξής: στην Παναμερική οι ΗΠΑ, στην Πανευραφρική η Γερμανία, στην Πανρωσία η Ρωσία και στην Ανατολικοασιατική σφαίρα της ευημερίας η Ιαπωνία. Κορυφαίο σημείο του γεωπολιτικού συστήματος του Καρλ Χάουσχοφερ, που συνδέεται άμεσα με την θέση του περί των «παν-περιοχών», αποτελεί ο αναμφίβολος κατ’ αυτόν συσχετισμός της γεωπολιτικής μ’ αυτό που ονομάζεται «παν-ιδέα». Η «παν-ιδέα» δεν είναι παρά έκφραση της ένωσης και ταύτισης του κράτους, του έθνους και του χώρου, έτσι ώστε να διαμορφώνεται ένα απολύτως καινούριο μέγεθος, το οποίο αποτελεί την ουσία της γεωπολιτικής αντίληψης των πραγμάτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η γεωπολιτική δεν μπορεί να αποδέχεται ως ξεχωριστή οντότητα π.χ. ένα κράτος, το οποίο να μην αποτελεί ένα πλήρες σύνολο των παραπάνω χαρακτηριστικών. Ακόμη και οι «παν-περιοχές» που περιγράψαμε μερικές παραγράφους προηγουμένως εντάσσονται κι αυτές μέσα στο πνεύμα αυτής της λογικής, αφού στην ουσία δεν αποτελούν παρά τον «ζωτικό χώρο» του κυρίαρχου κράτους της κάθε μίας απ’ τις εν λόγω περιοχές. Η γεωπολιτική θεωρία του Χάουσχοφερ προβάλλει επίσης την κεντρική ιδέα ότι τα χαρακτηριστικά της φυλής τελικά διαμορφώνονται σε εξάρτηση από τον γεωγραφικό τόπο όπου αυτή ζει. Έτσι υφίσταται απευθείας φυσικός δεσμός ανάμεσα στο έθνος και το οικείο του περιβάλλον, το περίφημο «landschaft» (κυριολεκτικά «τοπίο»), αν χρησιμοποιήσουμε καθαρούς γεωπολιτικούς όρους. Το «landschaft» έχει την πλέον αποφασιστική σημασία όσον αφορά τον καθορισμό των όποιων διαφορών υφίστανται μεταξύ των λαών και της συμβολής αυτών στον πανανθρώπινο πολιτισμό. Στοιχεία όπως η εργατικότητά τους, η γενική συμπεριφορά τους ή η ικανότητά τους να δημιουργούν υψηλή κουλτούρα είναι απορροές αυτού ακριβώς του χαρακτηριστικού. Ίσως το σημείο εκείνο από την χαουσχοφερική θεωρία που επηρέασε τα μέγιστα την πορεία του σύγχρονου κόσμου αποτελεί η ιδέα του Μεγάλου Χώρου. Ο Χάουσχοφερ έφτασε σ’ αυτήν ακολουθώντας τον κάτωθι συλλογισμό: τα ναυτικά κράτη τείνουν να πνίξουν γεωπολιτικά τις ηπειρωτικές χώρες, κατά τον ίδιο τρόπο που ο βόας πνίγει το θύμα του. Μ’ αυτήν την εικόνα στο μυαλό του ο Χάουσχοφερ έφτασε στο να διαμορφώσει την αντίληψη για έναν Μεγάλο Χώρο, που βρίσκεται ακριβώς στα θεμέλια της θεωρίας του για τις «παν-περιοχές». Ο στρατηγός πίστευε πως η διαμόρφωση κατά την εποχή εκείνη δύο μεγάλων γεωπολιτικών σχηματισμών, όπως ήταν το παναμερικανικό και το ανατολικοασιατικό μπλοκ, ήταν σε θέση να αλλάξει κυριολεκτικά την εικόνα της επιφάνειας του πλανήτη. Έτσι μπορούν να εξηγηθούν και οι προσπάθειες της Σοβιετικής Ένωσης το ίδιο χρονικό διάστημα να περάσει από την «στρατηγική της παραλλήλου» στην στρατηγική των «θερμών θαλασσών», δηλ. κάθετα στον χάρτη. Πέραν αυτού ο Χάουσχοφερ προέβλεψε εκπληκτικά και τον γεωπολιτικό προσανατολισμό των ΗΠΑ να τείνουν προς τη γραμμή «δύση – ανατολή», πιστεύοντας πως αυτός ο αμερικανικός επεκτατισμός όταν ολοκληρωθεί «θέτει τα θεμέλια του μεγαλύτερου κινδύνου για τον κόσμο, διότι φέρει μαζί του τη δυνατότητα ελέγχου ολόκληρου του πλανήτη από τις ΗΠΑ». Όσον αφορά τον γερμανικό Μεγάλο Χώρο, αυτός περιλαμβάνει τα εδάφη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Αν και δεν είναι αυστηρά καθορισμένα τα ακριβή γεωγραφικά όρια και οι κλίμακες, παρατηρείται πως αυτά αφορούν τα ήδη γνωστά σύνορα, όπως αυτά προέκυψαν απ’ τις ιστορικές εξελίξεις. Η αναγκαιότητα ένα δυνατό και ομογενές γερμανικό κράτος να αποκτήσει τον δικό του Μεγάλο Χώρο υπαγορεύονταν κι απ’ την παρατήρηση πως οι ΗΠΑ έχουν αποδεχτεί την ιδέα ότι τους ανήκει το ηγεμονικό δικαίωμα να εξαιρούν από το δυτικό ημισφαίριο κάθε άλλο κράτος ή ξένη «χωρική» επίδραση. Είναι συνεπώς επιβεβλημένο ο νέος γερμανικός Μεγάλος Χώρος, όπως ακριβώς πρεσβεύει και το αμερικανικό «Δόγμα Μονρόε», να εξαιρέσει κάθε ξένη επιρροή και πάνω απ’ όλα την αμερικανική. Πάνω στη ρεαλιστική αντίληψη του Μεγάλου Χώρου τέθηκε ολόκληρη η δόμηση των «παν-περιοχών», που δεν είναι παρά Μεγάλοι Χώροι, όπου κυριαρχεί η αρχή της μη ανάμειξης του ενός στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων. Η ιδέα του Μεγάλου Χώρου πολύ γρήγορα έγινε αποδεκτή από τη γενική θεώρηση του εθνικοσοσιαλισμού και μεταβλήθηκε σε εργαλείο για την επίτευξη της γερμανικής ηγεμονίας αρχικά στην Ευρώπη και αργότερα και στην υφήλιο. Από εδώ προέρχονται δύο πολύ βασικές θέσεις του εθνικοσοσιαλισμού: αυτή περί του «ζωτικού χώρου» («Lebensraum») και εκείνη για την «Εξόρμηση προς ανατολάς» («Drang nach Osten»). Ακριβώς αυτές οι δύο θέσεις υπήρξαν τα σημαντικότερα θεωρητικά όπλα του εθνικοσοσιαλισμού και κατά πολλούς και η αφορμή για το ξέσπασμα του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Η ουσία του γερμανικού «ζωτικού χώρου», όπως αυτή προβλήθηκε απ’ τον ίδιο τον Χίτλερ και τους άλλους κορυφαίους παράγοντες και τα μέσα διαφώτισης του κόμματός του επικεντρώθηκε στο εξής: μέσα στα πλαίσια του «ζωτικού χώρου» του γερμανικού έθνους δεν υπάρχει θέση για εθνότητες που δεν περικλείονται στα ανθρωπολογικά όρια των λευκών Αρίων. Το ζητούμενο ήταν η κάθαρση κάθε ξενικού και αλλόφυλου στοιχείου, που με την παρουσία και τη δράση του δηλητηρίαζε και υπονόμευε την πορεία του έθνους. Ο «ζωτικός χώρος» της Γερμανίας προορίζονταν μόνο για τον λαό της και τα συγγενή μ’ αυτόν φύλα. Απ’ την άλλη η ουσία του συνθήματος «Εξόρμηση προς ανατολάς» είχε διπλή έννοια. Η πρώτη αφορούσε την επιφανειακή βούληση εκδίωξης στα βάθη της Ασίας, δηλ. στον τόπο καταγωγής τους, των σλαβικών, τουρανικών, μογγολικών και εβραϊκών φύλων, δημιουργώντας μια καθαρή Ευρώπη των Αρίων. Η άλλη σημασία της «Εξόρμησης προς ανατολάς» υπήρξε η βαθύτερη πεποίθηση κατάκτησης της «Καρδιακής χώρας», της Ευρασίας. Η πίστη πως εκεί βρίσκεται το κέντρο της Γης υπήρχε μέσα στον συλλογισμό του Χάουσχοφερ, όπως εξάλλου θα ταίριαζε σε κάθε σοβαρό γεωπολιτικό σύστημα της εποχής του, αλλά και (κυρίως) της εποχής του 21ου αιώνα. ΜΑΚΚΙΝΤΕΡ VS. ΧΑΟΥΣΧΟΦΕΡ

Συγκρίνοντας την θέση αυτή του Haushofer για τη μορφή του κόσμου με την αντίστοιχη εικόνα του πλανήτη του γεωπολιτικού συστήματος του Mackinder προβαίνουμε σε ορισμένες παρατηρήσεις. Βασική διαφορά ασφαλώς είναι αυτό που και πιο πριν ανεφέρθη, το παράδοξο δηλ. της θεώρησης του πλανήτη από τον Haushofer καθέτως και όχι οριζοντίως. Αυτό το στοιχείο αποτελεί κρίσιμη διαπίστωση, λόγω του ότι εξαρχής αντιστρέφει τα σημεία αναφοράς του Haushofer σε σχέση μ’ εκείνα του Mackinder και φυσικά η όλη «θέαση» του πλανήτη δεν μπορεί παρά να είναι στα περισσότερα χαρακτηριστικά της εντελώς διαφορετική. Έτσι ο Haushofer είναι απόλυτος σ’ ότι αφορά την αυστηρή επισήμανση των «παν-περιοχών» στον στενό γεωγραφικό τους ορίζοντα, την ώρα που ο Mackinder δεν διστάζει καθόλου να βγαίνει έξω από τα στεγανά του φυσικού καθορισμού των διαφόρων ηπείρων και να εξετάζει πραγματικά τον κόσμο σαν ένα σύνολο από νησιά. Εδώ είναι εμφανείς δύο διαφορές αντιλήψεων μεταξύ των δύο εραυνητών, μία γεωγραφική και μία πολιτική. Η πρώτη ξεκινά ακριβώς από το πώς ο κάθε ένας από τους δύο γεωπολιτικούς ορά τον πλανήτη (ο Mackinder έχοντας ως επίκεντρό του τη θάλασσα, ενώ ο Haushofer την ξηρά), η δε δεύτερη οφείλεται στα εσώτερα ιδεολογικά πιστεύω του καθενός: ο δημοκράτης Mackinder, έχοντας μια πιο «άναρχη» σκέψη, ανοίγεται προς πιο τολμηρές υποθέσεις, σε αντίθεση με τον Haushofer, ο οποίος προτιμά να χτίσει τη θεωρία του πάνω σε μια καταρχάς συγκροτημένη λογική. Ουσιαστικά και οι δύο αποδέχονται τον κεντρικό ρόλο της ευρασιατικής ενδοχώρας στις παγκόσμιες ιστορικές εξελίξεις, με τη διαφορά πως ο μεν Haushofer το αφήνει να εννοηθεί από την ανάλυση του συνολικού του έργου, ενώ ο Mackinder το θέτει ως κεντρικό σημείο της δικής του γεωπολιτικής απεικόνισης στον χάρτη, ονομάζοντας την Ευρασία «Heartland», «Καρδιακή χώρα», που είναι το κέντρο της Γης. Με την άποψη του Mackinder πως η παγκόσμια ηγεμονία κρίνεται ανέκαθεν στον ευρασιατικό χώρο συμφωνεί έμμεσα και ο Haushofer, αφού στην περιοχή αυτή τοποθετεί το σημαντικότερο σημείο του πλανήτη, ελπίζοντας σε μια μελλοντική γερμανική κυριαρχία μέσα σ’ αυτά τα όρια. Σε ένα άρθρο του ο Haushofer κάνει απολύτως σαφές ποιό θεωρεί το κέντρο του πλανήτη, αναφέροντας πως αυτό δεν είναι παρά η Μογγολία! Απ’ την άλλη ανέκαθεν εισηγούνταν τον σχηματισμό στρατιωτικού άξονα Γερμανίας – Ιαπωνίας ως εγγύηση για τον έλεγχο της Ευρασίας, μια ιδέα που πραγματοποιήθηκε κατά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Η διαφορετική οπτική γωνία παρατήρησης της υδρογείου οδηγεί και σε άλλες σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους δύο γεωπολιτικούς. Στην σχετικά ισορροπημένη διανομή του πλανήτη που πραγματοποιεί ο Haushofer αντιτίθεται η αντίληψη του Mackinder περί των δύο «ημισελήνων», εσωτερικής και εξωτερικής, που περιβάλλουν την «Καρδιακή χώρα». Οι δύο αυτοί γεωγραφικοί δακτύλιοι είναι ως έκταση και ως περίμετρος εντελώς ανισομερείς και πάντως αμφότεροι έχουν πολύ μεγαλύτερη διάμετρο από το ευρασιατικό κέντρο, που θαρρείς και το «πιέζουν». Βέβαια η εξωτερική «ημισέληνος» εμφανίζεται με ανάλογο πλεονέκτημα και ως προς την εσωτερική. Αυτή η ανομοιογένεια αντικατοπτρίζεται και στη σύσταση των περιοχών αυτών: στην εξωτερική «ημισέληνο» ανήκουν, εκτός από την Παναμερική του χαουσφερικού μοντέλου, και ολόκληρη η Ωκεανία με την Αυστραλία, καθώς και η Αφρική, παρ’ όλο που το βόρειο μέρος της λαμβάνει τον ιδιόρρυθμο χαρακτηρισμό της ερήμου. Τόσο στον Haushofer όσο και στον Mackinder ο ρωσικός γεωπολιτικός χώρος είναι κεντρικής σημασίας, αφού (όπως ήδη έχουμε δει) ο μεν Mackinder τον αντιλαμβάνεται ως τον γεωπολιτικό πυρήνα του κόσμου, ο δε Haushofer τον θέτει ως ξεχωριστή γεωπολιτική οντότητα στο μέσο ακριβώς του λεγόμενου Παλαιού Κόσμου. Η διαφορά βέβαια ανάμεσα στις δύο φαινομενικά κοινές θέσεις έγγειται στο ότι στην σκέψη του Mackinder η δόμηση του συστήματός του ξεκινά και εξαπλώνεται με επίκεντρο αποκλειστικά την «Heartland», ενώ από την άλλη το χαουσχοφερικό μοντέλο ακριβώς εξαιτίας του πρωταρχικού του σχεδίου περί της απόλυτης κατανομής του πλανήτη σε τέσσερεις κυρίαρχες επικράτειες αδυνατεί να χτίσει μια εικόνα του κόσμου γύρω από μια και μόνο κεντρική περιοχή. Στην ουσία ο Haushofer προσδίδει σε όλες τις ηπείρους μια επιπρόσθετη γεωπολιτική αξία, σε πλήρη αντίθεση με την μακιντερική λογική που θέλει ο απόλυτος έλεγχος του πλανήτη να εξαρτάται από την επικράτηση σε μια και μόνο γεωγραφική περιοχή. Φυσικά στο σημείο αυτό είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστεί ποιός από τους δύο αποδίδει μια πιο ρεαλιστική απεικόνιση των πραγμάτων. Άλλη μια σημαντική διαφοροποίηση της γεωπολιτικής αντίληψης του Haushofer από την αντίστοιχη του Mackinder είναι εμφανής στην θέση του πρώτου περί κυριαρχίας τεσσάρων κρατών σε κάθε μία από τις ισάρριθμες «παν-περιοχές», κάτι που διαφέρει ριζικά από το υπονοούμενο που αφήνει ο παγκόσμιος γεωπολιτικός χάρτης του Mackinder για τη δυνατότητα αυτόματης πλανητικής κυριαρχίας μιας μόνο υπερδύναμης (και μάλιστα ατλαντικής), με την προϋπόθεση βέβαια να καταφέρει να αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο της ευρασιατικής ενδοχώρας. Ενώ λοιπόν ο χαουσχοφερικός συλλογισμός προβάλλει μια σύγκρουση σε παγκόσμιο επίπεδο με τη σύναψη συνασπισμών κάποιων «παν-περιοχών» εναντίον κάποιων άλλων (ή ακόμη και αποκλειστικά εναντίον κάποιας άλλης), ο Mackinder φαίνεται να δίνει το προβάδισμα στις δυνάμεις του ατλαντισμού, που λόγω της θέσης τους μπορούν και κινούνται πιο ελεύθερα και περικυκλώνοντας την ξηρά προσπαθούν να πνίξουν γεωπολιτικά τις ηπειρωτικές δυνάμεις. Και πάλι εδώ είναι ηλίου φαεινότερο το πόσο η θεώρηση του κόσμου από διαφορετική οπτική γωνία ασκεί βαθύτατη επίδραση στην χάραξη γεωστρατηγικών σχεδιασμών για την ηγεμονία πάνω στον πλανήτη. ΟΙ ΠΑΝ-ΙΣΜΟΙ ΣΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ Στην ιστορική πορεία της ανθρωπότητας έχουν καταγραφεί μερικές περιπτώσεις υπερ-εθνικισμών, οι οποίες λαμβάνουν την μορφή παν-ιδεολογιών, δηλ. παν-ισμών, προσπαθώντας να επικαλύψουν στο «είναι» τους κάθε όμοιο φυλετικό, συνειδησιακό, θρησκευτικό ή γλωσσικό στοιχείο και να επικρατήσουν έναντι των «εχθρικών» τους πραγματικοτήτων, καταστρέφοντας ή καταβάλλοντάς τες. Είναι συνεπώς φυσικό οι παν-ισμοί να προέρχονται κύρια από μεγάλα έθνη ή κρατικές δυνάμεις, εφόσον αυτές είναι που έχουν τα πρακτικά μέσα υλοποίησης των σκοπών τους. Μερικές φορές όμως, και σε περιοχές όπου η ιστορία γεννά συνεχώς εξελίξεις (όπως π.χ. τα Βαλκάνια), παν-ισμοί παρατηρούνται και σε μικρότερα έθνη και λαούς, έστω και αν πολλές φορές παρόμοια φαινόμενα στερούνται πραγματικού περιεχομένου και η δημιουργία τους αφορά μόνο την αυτοεπιβεβαίωση των μικρών αυτών εθνών-κρατών... Να σημειώσουμε ότι η εμφάνιση παν-ιδεών και παν-ισμών στην ιστορία είναι σχετικά πρόσφατη και σχετίζεται με το πέρασμά της σε μια νέα φάση, που ξεκίνησε στην αναγεννησιακή περίοδο της Δύσης: όντως, τόσο στην αρχαιότητα με τις πόλεις-κράτη όσο και στον μεσαίωνα των αυτοκρατοριών δεν υπήρχε καμία απολύτως ανάγκη για τη δημιουργία παν-ιστικών θεωρήσεων. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν δημιουργήθηκαν τότε σε καμία φάση εκείνων των χρονικών γιγα-περιόδων. Ένας από τους πρώτους, ίσως μάλιστα και ο πρώτος, στην ιστορία παν-ισμούς είναι ο πανσλαβισμός, ο οποίος δεν είναι σύγχρονο δημιούργημα όπως οι περισσότεροι (αν όχι όλοι) παν-ισμοί, αλλά έλκει την καταγωγή του από τον 11ο με 12ο αιώνα μ.Χ. Τότε ήταν που ο Ρώσος χρονογράφος Νέστωρ κατέγραψε όλους τους αδελφικούς και με κοινή προέλευση σλαβικούς λαούς και έθεσε το πρώτο λιθάρι για μια μελλοντική τους ένωση και κυριαρχία. Η άποψή του μάλιστα φτάνει και ως το σημείο να θεωρεί το σλαβικό έθνος ως ένα από τα 70 που κατάγονται από τις φυλές του Ιάφεθ (κατά μια ελληνική ερμηνεία πρόκειται για τις ιαπετικές εθνικές ομάδες). Αν όμως ο πανσλαβικός λόγος του Νέστορα ήταν περισσότερο ποιητικός και ρομαντικός, ίσως και πρώιμος, μερικούς αιώνες αργότερα η ιδεολογία του πανσλαβισμού έλαβε καθαρότερη και πιο στέρεα μορφή. Τούτο συνέβη κατά τη διάρκεια του όλο ζυμώσεις γεμάτου 19ου αιώνα, όταν η κρατική και εξωτερική πολιτική της Ρωσίας έτεινε καθαρά στη μετατροπή της χώρας σε «μητέρα» όλων απολύτως των σλαβόφωνων λαών, έστω και αν δεν ήταν 100% σλαβικής προέλευσης, όπως π.χ. οι Βούλγαροι. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι στις αρχές ήδη του 19ου αιώνα, και ενώ στα Βαλκάνια ξεσπούν σιγά σιγά οι επαναστάσεις κατά των Οθωμανών, πρώτιστος στόχος της ρωσικής πολιτικής είναι η εξασθένιση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η διάλυσή της, έτσι ώστε να συμβεί μία έμμεση έστω ρωσική επέκταση προς το νότο, ύστερα απ’ την απελευθέρωση των «αδελφών λαών» της περιοχής. Στόχος λοιπόν της Ρωσίας εκείνη την περίοδο είναι η επέλασή της στα εδάφη που βρίσκονται κάτω από οθωμανική κυριαρχία και η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, που οι ίδιοι αποκαλούν Τσάριγκραντ (Πόλη του Τσάρου!). Καλύτερο λοιπόν όχημα από τον πανσλαβισμό και τη νεκρανάσταση των ιδεών του Νέστορα δεν θα μπορούσαν να βρουν ως προς την υλοποίηση αυτού τους του σκοπού. Δεν είναι έτσι διόλου τυχαίο ότι άλλοτε υποστήριζαν στα Βαλκάνια την πολιτική της Βουλγαρίας (και τη δημιουργία Μεγάλης Βουλγαρίας) και άλλοτε – λιγότερο πάντως – της Σερβίας εις βάρος των υπολοίπων λαών της περιοχής. Το 1867 συνήλθε στη Μόσχα το 2ο σλαβικό συνέδριο, στο οποίο οι Τσέχοι και οι Κροάτες σύνεδροι (και όχι οι ίδιοι οι Ρώσοι!) πρότειναν την μετατροπή της Ρωσίας επίσημα σε «Σλαβονία» (δηλ. επίκεντρο των σλαβικών εθνοτήτων) και τον καθοδηγητικό της ρόλο ως προς την οριστική επίλυση του σλαβικού ζητήματος, δηλ. την ενοποίηση όλων των σλαβικών λαών της ανατολικής Ευρώπης και της κεντρικής Ασίας σε μία Πανσλαβονία! Πρωτεύουσα μάλιστα της σλαβικής αυτής αυτοκρατορίας θα έπρεπε να είναι όχι η Μόσχα, αλλά η... Κωνσταντινούπολη! Τις ιδέες αυτές επεξεργάστηκε εκείνη την περίοδο ο Ρώσος πανσλαβιστής διανοούμενος Νικολάι Ντανιλιέφσκι, δημοσιοποιώντας τες το 1869 στο κλασικό του έργο «Ρωσία και Ευρώπη». Επί ψυχρού πολέμου η σοβιετική εξωτερική πολιτική περιείχε – παρά το διεθνιστικό της πλαίσιο – έντονο το στοιχείο του πανσλαβισμού. Μάλιστα η έντονη αντιπαράθεση ΗΠΑ-ΕΣΣΔ (που μεταφέρθηκε μάλιστα και στο διάστημα!) θεωρήθηκε όχι απλά ως μια σύγκρουση καπιταλιστικού και κομμουνιστικού συστήματος, αλλά και πολύ βαθύτερα ως αντίθεση του παναμερικανισμού και του πανσλαβισμού, αλλά και του τυχοδιωκτικού θαλασσινού πνεύματος του ατλαντισμού (ωκεανού) έναντι του σταθερού και «αδρανούς» πνεύματος της ξηράς-Ευρασίας... Την ίδια περίπου περίοδο γεννιέται και ο παγγερμανισμός, θεμέλιος λίθος του οποίου είναι η ένωση υπό κοινό φορέα όλων των γερμανικής καταγωγής λαών του κόσμου (συγκεκριμένα της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης). Τέτοιοι λαοί θεωρούνται οι Γερμανοί της κυρίως Γερμανίας και της Αυστρίας (οι οποίοι και βλέπονται ως η «καρδιά» της παγγερμανικής ένωσης) και όλοι οι γερμανόφωνοι και γερμανικής εθνικής προέλευσης λαοί της γηραιάς ηπείρου: από τους Σκανδιναβούς (Δανούς, Νορβηγούς και Σουηδούς) και τους Γερμανούς της Ελβετίας έως τους Ολλανδούς και τους Φλαμανδούς του Βελγίου και του Λουξεμβούργου. Η απόπειρα της σύστασης μιας πρώτης παγγερμανικής ένωσης λαών πραγματοποιήθηκε ήδη μετά τον γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870-71, στον οποίο οι Γερμανοί επικράτησαν σχετικά άνετα επί των τότε άσπονδων εχθρών τους. Τότε ακριβώς υλοποιήθηκε μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα επί βασιλείας του Γερμανού βασιλιά της Πρωσίας Γουλιέλμου του 1ου η ένωση σε ένα κοινό γερμανικό κράτος όλων των διάσπαρτων γερμανικών επαρχιών (Βαυαρία, Βυρτεμβέργη, Έσση, Βάδη κτλ.) και των εδαφών που έλαβε η Γερμανία μετά τον πόλεμο με την Γαλλία (επαρχίες Αλσατίας και Λωρραίνης). Ο Γουλιέλμος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας της ενωμένης Γερμανίας και τοποθέτησε την πρωτεύουσα της «αυτοκρατορίας» στο Βερολίνο. Πολλές δεκαετίες αργότερα και κατόπιν της ήττας των Γερμανών στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο και των εδαφικών απωλειών που είχαν επανεμφανίστηκε στο κέντρο της Ευρώπης ο παγγερμανισμός, αυτή τη φορά καλυπτόμενος πίσω από την ιδεολογία του εθνικοσοσιαλισμού. Ο ηγέτης των Γερμανών εθνικοσοσιαλιστών και παγγερμανιστών Αδόλφος Χίτλερ διεύρυνε το άλλοτε όραμα της Παγγερμανίας και έθεσε ένα νέο στόχο: όχι απλά ηγεμονία στον ευρωπαϊκό χώρο, αλλά και γρήγορη επέκταση σε πλανητικό επίπεδο, με πλήρη έλεγχο πάνω στις πλουτοπαραγωγές πηγές όπου Γης. Υπό το πρόσχημα λοιπόν της προσπάθειας άρσης της ταπείνωσης που υπέστη η Γερμανία μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο αναδιπλώθηκε η πλέον ακραία μορφή παγγερμανισμού, που λίγο μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία άρχισε να λαμβάνει σάρκα και οστά, με την ενσωμάτωση μία προς μία των νευραλγικών περιοχών του γερμανικού «ζωτικού χώρου», οδηγώντας έτσι τον κόσμο στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο... Με την ένωση των δύο Γερμανιών το φθινόπωρο του 1990 αρκετοί μίλησαν για αναβίωση του παγγερμανικού πνεύματος, επικαλούμενοι μάλιστα και φυλετικές αιτίες, όπως για παράδειγμα ότι οι Γερμανοί ρέπουν προς τον... επεκτατισμό (!) και άλλα παρόμοια... Τα γεγονότα της Γιουγκοσλαβίας που ξέσπασαν αμέσως μετά έδωσαν εκ νέου τροφή σ’ αυτές τις γλώσσες, με την υποστήριξη της άποψης ότι πίσω από τις αποσχιστικές τάσεις της Σλοβενίας και – ιδίως – της Κροατίας δεν βρίσκεται παρά η ίδια η Γερμανία, που μ’ αυτόν τον τρόπο προωθεί ένα καινούριο σχέδιο για κυριαρχία της στις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι στην ουσία διεξάγεται εδώ και τουλάχιστον έναν αιώνα ένας αδυσώπητος μυστικός πόλεμος ανάμεσα στη Γερμανία και τις ΗΠΑ, με καθαρά οικονομικό υπόβαθρο (πόλεμος πολυεθνικών επιχειρήσεων), ο οποίος συνεχίζεται και σήμερα, καλυπτόμενος όμως πίσω από άλλα «προσωπεία» [βλ. για περισσότερες λεπτομέρειες το άρθρο μας «Καπιταλισμός και ενέργεια» στη στήλη “Hot Press” στο www.innermet.gr]. Σχετικά πρόσφατες είναι οι αντιλήψεις ότι υφίσταται και παναμερικανισμός, με την έννοια υποταγής ή υπαγωγής των λαών του πλανήτη κάτω από την επιρροή και κυριαρχία της αμερικανικής πολιτικής δύναμης και πολιτισμού («πολιτισμός της Coca-Cola», όπως πολλοί χαριτωμένα τον αποκαλούν). Θεωρείται ότι ο παναμερικανισμός αυτός, που κατά καιρούς λαμβάνει διάφορες μορφές και αποχρώσεις, είναι γέννημα των μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο εξελίξεων, σφυρηλατήθηκε δε κατά τη διάρκεια του ιδιόρρυθμου ψυχρού πολέμου (1945-1990). Στην ιστορία πάντως ως πρώτος παναμερικανισμός έγινε γνωστός εκείνος που συνδέεται με το περίφημο «Δόγμα Μονρόε» και αφορά τις ΗΠΑ του πρώτου τετάρτου του 19ου αιώνα. Ο παναμερικανισμός αυτός λοιπόν (που εν μέρει εξελίχτηκε στη σύγχρονη επεκτατική μορφή του, με τάση εξάπλωσης πάνω σ’ ολόκληρη τη Γη) προβλήθηκε αρχικά ως ασπίδα υπεράσπισης των κρατικών αμερικανικών συμφερόντων από τις τότε ευρωπαϊκές αποικιακές δυνάμεις. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θεωρήθηκε σαν μια προοδευτική ιδέα, εφόσον απέκλειε κάθε περαιτέρω ανάμειξη των ιμπεριαλιστικών χωρών της γηραιάς ηπείρου στα «καθαρώς αμερικανικά πράγματα». Ήταν δηλ. σαν να έλεγε «Η Αμερική στους Αμερικανούς» ή αλλιώς «Η Αμερική στους λαούς της», έστω και αν ως λαούς εννοούσε μόνο τους λευκούς (και ευρωπαϊκής καταγωγής) Αμερικανούς και απέκλειε εντελώς τους γηγενείς ερυθρόδερμους ή τους μαύρους σκλάβους της Αφρικής... Η ιδέα αυτή του παναμερικανισμού μας θυμίζει έντονα την Παναμερική του Χάουσχοφερ, στην οποία όλα τα κράτη της αμερικανικής ηπείρου θα είναι τελείως αδέσμευτα και ανεξάρτητα, εγγύηση δε για την ακεραιότητά τους και την προστασία τους από τους Ευρωπαίους επεκτατιστές θα είναι οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ), που την εποχή εκείνη προβάλλονταν ως παγκόσμιος φάρος προόδου και ανθρωπιάς. Δεν είναι πάντως λίγοι εκείνοι που διείδαν στην παναμερικανική ιδέα και όπισθεν της «έγνοιας» για το «καλό» όλων ανεξαιρέτως των λαών της αμερικανικής ηπείρου το πονηρό σχέδιο των ΗΠΑ για μια «βελούδινη» κατάκτηση όλης της Αμερικής (βόρειας, κεντρικής και νότιας) και εκμετάλλευση των λαών της, καθώς και των πλουτοπαραγωγικών της πηγών. Το «Δόγμα Μονρόε» ανακοινώθηκε επίσημα στους λαούς της Αμερικής και πρώτα σ’ αυτόν των ΗΠΑ από τον πρόεδρο Μονρόε στο διάγγελμά του της 2ας Δεκεμβρίου 1823 ενώπιον του Κογκρέσου. Κεντρικός ιστός του δόγματός του υπήρξε η κατά λέξη άποψή του ότι «οι αμερικανικές ήπειροι μέσω της ελεύθερης και ανεξάρτητης θέσης που κατόρθωσαν να κερδίσουν και να διατηρήσουν δεν πρέπει πια να θεωρούνται ως επιδεκτικές αποικισμού από καμία ευρωπαϊκή δύναμη». Τόνισε μάλιστα ο Αμερικανός πρόεδρος ότι κάθε προσπάθεια επέμβασης στα εσωτερικά χώρας που ανήκει στην αμερικανική ήπειρο από πλευράς των Ευρωπαίων θα θεωρείται πλέον εχθρική ενέργεια κατά των ιδίων των Ηνωμένων Πολιτειών... Μπορεί κάποιος να διακρίνει στην ιδέα αυτή του τότε προέδρου των ΗΠΑ το «σπέρμα» της μετέπειτα επεκτατικής-ηγεμονικής αντίληψης και νοοτροπίας της χώρας αυτής, που βασικά από τα τέλη κιόλας του 19ου αιώνα άρχισε να επιδεικνύει παρόμοια συμπεριφορά. Αποκορύφωμα της νέας αυτής θεώρησης υπήρξε η μετά το 1945 περίοδος, όταν οι ΗΠΑ άρχισαν πια απροκάλυπτα να μιμούνται τους άλλοτε Ευρωπαίους αποικιοκράτες και να τείνουν να αναμειγνύονται στα πλέον απομακρυσμένα σημεία της γήινης σφαίρας. Μάλιστα είχαμε εδώ και μια «μεταφορά» του πνεύματος Μονρόε στις συνθήκες της σύγχρονης εποχής: ενώ τότε οι ΗΠΑ παρουσιάζονταν ως δύναμη-υπερασπιστής των λαών όλης της αμερικανικής ηπείρου, των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τους, στο όνομα της παναμερικανικής ιδέας, σήμερα εμφανίζονται ως προασπίζουσες τα παγκόσμια πλέον ιδανικά της ελευθερίας και της ασφάλειας, ονομάζοντας κάθε άλλη δύναμη «τρομοκρατική», εχθρό δηλ. που πρέπει να καταπολεμηθεί και καταστραφεί. Η «μεταφορά» του «δόγματος Μονρόε» στο σήμερα φωταγωγεί και την μετεξέλιξη του αμερικανικού πόθου για ηγεμονία: ενώ τότε περιορίζονταν μόνο στην αμερικανική ήπειρο, τώρα επικαλύπτει πια όλο τον πλανήτη... Κατά πολλούς η τάση των Βρετανών για παγκόσμια παρουσία, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, δεν είναι παρά ένας ιδιόρρυθμος παν-ισμός, ο πανβρετανισμός. Υπάρχει μάλιστα η γνώμη ότι η ίδια η βρετανικής ηγεσίας Κοινοπολιτεία (το περίφημο Commonwealth), όπου συμμετέχουν σειρά χωρών από κάθε γωνιά της Γης, όπως ο Καναδάς και η Αυστραλία, είναι χτισμένη ακριβώς πάνω σ’ ένα υποσυνείδητο πανβρετανικό-αυτοκρατορικό υπόβαθρο... Ο κινεζικός πολιτισμός από τις απαρχές κιόλας του ανθρώπινου είδους θεωρούνταν από τους πλέον εσωστρεφείς και ειρηνικούς. Η Κίνα ανέκαθεν νομίζονταν για μια χώρα φιλήσυχη, χωρίς επεκτατικές-ιμπεριαλιστικές βλέψεις. Μόνο τα τελευταία χρόνια, με την τρομακτική εξάπλωση παγκοσμίως του κινεζικού εμπορικού πνεύματος και τη ραγδαία διάδοση των κινεζικών προϊόντων, άρχισε πια να γίνεται λόγος και για τον πανσινισμό, ο οποίος υπό την ηγεμονία του Πεκίνου θα ενώσει όλη την Άπω Ανατολή σε μία συμπαντική υπερδύναμη, που θα κυριαρχήσει στον πλανήτη. Η σκληρή στάση της Κίνας έναντι της Ταϊβάν (της άλλοτε Φορμόζα ή Εθνικιστικής Κίνας) ερμηνεύεται πλήρως κάτω από αυτό το πρίσμα. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαίο ότι οι αμερικανικές και γενικότερα οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών (ακόμη και η ελληνική ΕΥΠ!) εστιάζουν τον τελευταίο καιρό την προσοχή τους πάνω στην γιγάντια αυτή χώρα της μακρινής μας Ασίας. Σαν κάτι να περιμένουν, σαν να φοβούνται την εκδήλωση του «κίτρινου γίγαντα», αφού δεν μπορούν ακριβώς να γνωρίζουν τι κρύβεται πίσω απ’ την παραδοσιακή κινεζική σιωπή και μυστικοπάθεια... Ένα είδος παν-ισμού, ιδιότυπου όμως χαρακτήρα, αποτελεί και ο σιωνισμός ή κατ’ άλλους πανεβραϊσμός ή πανιουδαϊσμός. Πίσω από έναν μυστικιστικό και μεταφυσικό μανδύα η ιδεολογία που πρεσβεύει την μετατροπή του πλανήτη σε «παγκόσμιο Ισραήλ» («νέος ουρανός και νέα γη») δρα ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι το αμιγώς τοπικό, όπου το κράτος του Ισραήλ αγωνιά να επιβιώσει και να κυριαρχήσει μέσα σ’ ένα άκρως εχθρικό για το ίδιο περιβάλλον, το δε δεύτερο αφορά τις παγκόσμιες διαστάσεις του εβραϊκού ζητήματος: έτσι ενώ στην πρώτη περίπτωση το Ισραήλ θεωρείται ως το «κράτος-χωροφύλακας» των ΗΠΑ στην τόσο κρίσιμη περιοχή της Μέσης Ανατολής, στην δεύτερη πίσω από την ηγετική τάξη της Ουάσιγκτον και τα κορυφαία επιτελεία σχεδιασμού εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ πιστεύεται ότι βρίσκονται οι Εβραίοι και ειδικότερα οι σιωνιστές, οι οποίοι χρησιμοποιούν για την επίτευξη του απώτερού τους στόχου όχι το μικρό και θνησιγενές Ισραήλ, αλλά μια παγκόσμια υπερδύναμη. Συνεπώς – σύμφωνα με την εν λόγω αντίληψη – η πολιτική των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή (και όχι μόνο) δεν είναι παρά η κεκαλυμμένη πολιτική του «μείζονος Ισαρήλ»... Στα βαλκανικά έθνη κατά καιρούς εμφανίστηκαν ο πανσερβισμός (για ένωση των Νότιων Σλάβων σε κοινό δυνατό κράτος υπό την σερβική διοίκηση, κάτι που ως ένα βαθμό επιτεύχθηκε με την δημιουργία της πάλαι πότε ενιαίας Γιουγκοσλαβίας), ο πανβουλγαρισμός, που περιλαμβάνει την ιδέα αναζωπύρωσης της μείζουσας Βουλγαρίας, με έξοδο στο Αιγαίο, απορρόφηση της σημερινής FYROM και επέκτασή της προς όλες τις διευθύνσεις του ορίζοντα και, τώρα τελευταία, ο παναλβανισμός, με το όνειρο αλβανικής εξάπλωσης προς το Κόσοβο, τα Σκόπια και την ελληνική Ήπειρο. Πρόκειται όμως για περιπτώσεις που αφορούν μικρά έθνη (που βρίσκονται μάλιστα και σε παρατεταμένη κρίση μετά τις κοσμογονικές εξελίξεις στην περιοχή) και απλά δείχνουν έναν πρωτόγονο εθνικισμό ορισμένων κύκλων, που σχετίζουν την πρόοδο της πατρίδας τους αποκλειστικά με γνώμονα την εδαφική της εξάπλωση... «ΡΩΣΙΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ» ΤΟΥ ΝΤΑΝΙΛΙΕΒΣΚΙ Στη διαλεκτική σχέση «Ρωσία-Ευρώπη» πάντοτε ελλοχεύει σε υπολανθάνουσα κατάσταση μία θεμελιακή αντίθεση. Στον πυθμένα των ρωσικών αντιλήψεων περί της αντιπαράθεσης της Ρωσίας με την Ευρώπη κατακάθεται μια βασική ιδέα, που δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για την επεξεργασία της φυσικής διαφοροποίησης της μεγάλης χώρας Ρωσίας από τις χώρες που βρίσκονται διάσπαρτες δυτικά της: η Ρωσία είναι κάτι το διαφορετικό από την Ευρώπη σε όλα τα εν δυνάμει συγκριτικά επίπεδα, όπως π.χ. στη θρησκεία, στον πολιτισμό, στη γλώσσα, στην ανθρωπολογία, καθώς και στην κρατική και κοινωνική της οργάνωση. Απ’ όλα αυτά εύκολα γίνεται κατανοητό ότι πρόκειται για μια πλήρως διαμορφωμένη ιδέα, κατά την οποία η Ρωσία και η ρωσική συλλογική ψυχή αποτελούν οπωσδήποτε μια οντολογική σύνθεση διαφορετική από εκείνη της Δύσης. Απ’ τη βάση αυτή σχηματίστηκε μια πολύπλοκη αντίληψη, που το μόνο που της έλειπε ήταν η ιδεολογική κάλυψη και εξέλιξη. Αυτή η ιδεολογική φόρμουλα ήταν απαραίτητο να εμφανιστεί προς τα έξω, εκθέτοντας το νόημα και την ουσία αυτής της ρωσικής κοσμοθεωρίας. Όλα αυτά τα εξέφρασε συνολικά ο Νικολάι Ντανιλιέβσκι (1822-1885) στο κλασικό του έργο «Ρωσία και Ευρώπη», που πρωτοεκδόθηκε το 1871. Το έργο αυτό καλύπτει πλήρως την ιδιαίτερη ρωσική αντίληψη για τη σχέση Ρωσίας-Ευρώπης και στην ουσία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της ρωσικής ευρωφοβίας. Αργότερα θεωρήθηκε ως ο αναμφισβήτητος πρόδρομος της θεωρίας του ευρασιανισμού. Ως βασική αρχή στο έργο του ο Ντανιλιέβσκι θέτει την άποψη πως το λεγόμενο ανατολικό ζήτημα υπήρξε συνέπεια μιας πάλης, η οποία συνεχίζεται επί χιλιάδες χρόνια, με κύριους αντιμέτωπους τον ελληνικό και τον ρωμαϊκό πολιτισμό. Το ενδιαφέρον είναι πως ο Ντανιλιέβσκι προσδίδει στη σύγκρουση αυτή μια πολύ αξιόλογη διάσταση: κληρονόμοι των Ρωμαίων είναι οι Γερμανοί, που αποτελούν τη Δύση, ενώ των Ελλήνων οι Σλάβοι, που αντίστοιχα αποτελούν την Ανατολή. Με τον τρόπο αυτό σχηματοποιείται μια πρωταρχική, μα σημαντική, παράμετρος της αντίθεσης μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης. Ουσιαστικά η εν λόγω αντίθεση δεν είναι παρά συνέπεια κάτι μεγαλύτερου σε σημασία και μέγεθος, αλλά και βαθύτερου στον χρόνο: της προϊστορικής και ύψιστης σύγκρουσης Ανατολής-Δύσης. Δια μέσου των αιώνων η σύγκρουση αυτή έλαβε διάφορες μορφές, όπως π.χ. πνεύμα (έκφραση της Ανατολής) εναντίον ύλης (έκφραση αντίστοιχα της Δύσης) ή θεός/θρησκεία (κατεξοχήν χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ανατολής) εναντίον ανθρώπου/φιλοσοφίας (που πάντα προωθούσε ο δυτικός πολιτισμός)˙ αυτό το τελευταίο πάντως βρήκε μια υπερβατική «εξήγηση» μέσω αυτού που ο Ρώσος φιλόσοφος Σαλαβιόφ αποκαλεί θεανδρεία (και το οποίο συνοψίζεται στο πρόσωπο του Ιησού). Πέραν της σημαντικής αντιδιαστολής μεταξύ Ανατολής και Δύσης (ως προβολή της διαφορετικότητας της Ρωσίας απ’ την Ευρώπη) απ’ τη θεωρία του Ντανιλιέβσκι εξάγονται και άλλα βασικά συμπεράσματα. Αυτά αποτελούν ουσιαστικά πρωταρχικούς σπόρους, που βαθμιαία μετεξελίχτηκαν στον καρπό του ευρασιανικού κινήματος. Ένα από τα συμπεράσματα αυτά είναι η πλήρης αποσαφήνιση της ιδέας για μια Ρωσία ως ξέχωρη γη-ήπειρο και από την Ευρώπη και από την Ασία. Η Ρωσία, κατά τον Ντανιλιέβσκι, διαθέτει πολιτισμό τέτοιον, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει στοιχεία και από τον δυτικό και από τον ανατολικό κόσμο, παραμένοντας όμως κάτι το ιδιαίτερο, αφού δεν μεταβάλλεται ούτε σε Δύση ούτε σε Ανατολή, διαφυλάσσοντας έτσι την πλήρη αυτοτέλεια και ενότητά της. Έχοντας κατά νου τα παραπάνω ο Ντανιλιέβσκι προσπάθησε να δώσει εξήγηση στο ερώτημα γιατί η Ευρώπη είναι εχθρικά διακείμενη προς τη Ρωσία. Την απάντηση τη βρίσκει ακολουθώντας τον εξής συλλογισμό: η εχθρότητα της Ευρώπης προς τη Ρωσία είναι κάτι το υποσυνείδητο, ένα ασυνείδητο αίσθημα, που οδηγεί το ιστορικό ένστικτο της Δύσης˙ το αίσθημα αυτό, που δημιουργεί την εχθρική έναντι της Ρωσίας διάθεση, οφείλεται στην ιδιάζουσα γεωγραφική θέση της Ρωσίας, αλλά και σε ιστορικούς (ίσως και φυλετικούς) παράγοντες. Όλα αυτά τα φαινόμενα δεν ήταν γνώρισμα μόνο της εποχής του Ντανιλιέβσκι, αλλά παρατηρήθηκαν και πριν απ’ αυτόν και μετά απ’ αυτόν και συνεχίζονται έως και σήμερα! Η μεγαλύτερη αξία του έργου του Ντανιλιέβσκι είναι πως αυτό αποτελεί χωρίς αμφιβολία την «Παλαιά Διαθήκη» του ευρασιανισμού, αφού απ’ τη μια εκθέτει επιμελώς την απαραίτητη ιστορική βάση δεδομένων για την ευρασιανική προοπτική, ενώ απ’ την άλλη βάζει τις ρίζες για μια αξιόλογη κοινωνιολογική ερμηνεία του ζητήματος εξ ολοκλήρου. Στο πρώτο από τα δύο αυτά σκέλη ο συγγραφέας ακολουθεί την ιστορική νομοτέλεια στην ολική εξέλιξη της ευρασιατικής (ρωσικής) κουλτούρας, ενώ στο δεύτερο δεν διστάζει να διευρύνει τη σκέψη του μέχρι το αναπόφευκτο γεγονός της πολιτισμικής και πολιτικής αντίθεσης των τόσο διαφορετικών μεταξύ τους Ρωσίας και Ευρώπης. Και τα δύο σκέλη (ιστορικό και κοινωνιολογικό) κρύβουν για τον αναγνώστη του μέλλοντος αρκετές εκπλήξεις, στο δε ιστορικό επίπεδο παρατηρείται μια πρώιμη έκθεση της ιδέας της Ευρασίας (έστω και ως όρος συνώνυμος της Ρωσίας, αφού για τον Ντανιλιέβσκι αυτά τα δύο στην ουσία συμπίπτουν). Αυτή ακριβώς η έκθεση αποτελεί τη βάση στη διαμόρφωση της ευρασιανικής θεωρίας μερικές δεκαετίες αργότερα. Με τόλμη μπορεί κάλλιστα να ειπωθεί πως ολόκληρο το ευρασιανικό ιδεόγραμμα (ως πλήρης φιλοσοφία) είναι σαν να χρησιμοποιεί για οικοδομικό υλικό το έργο του Ντανιλιέβσκι. Απ’ την άλλη, στον κοινωνιολογικό τομέα, οι ιδέες του Ντανιλιέβσκι άφησαν βαθειά σημάδια στον ευρωπαϊκό στοχασμό, παρά το γεγονός ότι την ίδια περίοδο ανθούσε το «φάντασμα του κομμουνισμού». Τέθηκε έτσι η βάση όχι μόνο του ρωσικού εθνικισμού και φοβίας απέναντι στη Δύση, αλλά και της ιδέας του πανσλαβισμού: το όνειρο για τη δημιουργία ενιαίας σλαβικής αυτοκρατορίας με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη… Με δυο λόγια ο πρόδρομος της ευρασιανικής ιδέας, όντας αυστηρότατος κριτής της Δύσης, θεμελίωσε θεωρητικά το σύγχρονο αντιδυτικό σύνδρομο της ρωσικής σκέψης, κάτι που τον καιρό εκείνο ήταν εν τέλει απαραίτητο να γίνει. Είναι ίσως το ιστορικό ανάλογο του μεταγενέστερου Γερμανού φιλοσόφου Όσβαλντ Σπένγκλερ (συγγραφέα του μνημειώδους βιβλίου «Η δύση της Δύσης»), του ανθρώπου που προέβλεψε την πτώση του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, αμέσως μετά την απόλυτή του «άνοδο», δηλ. το επεκτατικό στάδιο ανάπτυξής του. Φυσικά δεν είναι δύσκολο να βρεθεί σ’ όλα αυτά ο «σπερματικός Λόγος» του σύγχρονου πανσλαβισμού, ο οποίος περιγράφεται κύρια σε τρεις εχθρικά διακείμενες προς τη Δύση μελέτες: το ήδη αναφερθέν «Ρωσία και Ευρώπη» του Ντανιλιέβσκι, το «Πάλη με τη Δύση» του Στραχόφ και το «Βυζαντινισμός και σλαβισμός» του Λιεόντιεφ. Επιστρέφοντας στο κλασικό βιβλίο του Ντανιλιέβσκι βρισκόμαστε ενώπιον του πειρασμού να επιτελέσουμε μια κάποια επισκόπησή του, αξιολογώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το αληθινό του περιεχόμενο. Ετούτο είναι δυνατό με την προϋπόθεση βεβαίως πως το έργο αυτό αποτελεί την βασική έκφραση και έκθεση της όλης προβληματικής. Πιο πάνω ανεφέρθη ότι κεντρική θέση στη θεωρία του Ρώσου στοχαστή κατέχει το ζήτημα της εχθρότητας της Δύσης έναντι της Ρωσίας, το οποίο μάλιστα εξετάζεται σε ειδικό κεφάλαιο υπό τον χαρακτηριστικό τίτλο «Γιατί η Ευρώπη είναι εχθρική προς τη Ρωσία;». Πράγματι το κεφάλαιο αυτό αποτελεί τον άξονα γύρω απ’ τον οποίο κινείται η όλη εξέλιξη του έργου του. Ο συγγραφέας όντως κατευθύνει με εκπληκτικό τρόπο τον συλλογισμό του, αρχίζοντας από μια θεμελιώδη θέση (ότι η Ρωσία δεν είναι επεκτατικό κράτος και δεν έχει κατακτητικές διαθέσεις), περνάει μέσω ενός κεντρικού αξιώματος (κατά το οποίο η Ρωσία, αντίθετα απ’ τη Δύση, δεν καταπατά το φως και την ελευθερία), για να ολοκληρώσει το σκεπτικό του με την πραγματική αιτία, λόγω της οποίας η Ευρώπη ποτέ δεν θα αναγνωρίσει τη Ρωσία ως κομμάτι της: αυτό που δεν μπορεί να απορροφήσει, η Ευρώπη το θεωρεί όχι μόνο ξένο, αλλά και εχθρικό! Σύμφωνα με τον Ντανιλιέβσκι και η Ρωσία με τη σειρά της δεν μπορεί να ανήκει σε μια Ευρώπη, η οποία εκφράζει άλλη, εντελώς διαφορετική φιλοσοφία ζωής. Σε τελική ανάλυση πρόκειται για δυο ασύνδετα άκρα, που στην ουσία αποτελούν διαφορετικούς πολιτισμικούς χώρους και ακολουθούν διαφορετική ιστορική πορεία. Το συμπέρασμα του συγγραφέα είναι σαφές: στα μάτια των δυτικών η Ρωσία φαντάζει σαν εμπόδιο στην εξέλιξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού… Άλλο ερώτημα που απασχολεί σοβαρά τον Ντανιλιέβσκι (και επί του οποίου οι ευρασιανοί αναφέρουν αρκετά στις δικές τους εργασίες αργότερα) είναι το εάν ο ευρωπαϊκός πολιτισμός μπορεί να θεωρείται ως ταυτόσημος του πανανθρώπινου. Και σ’ αυτό το ερώτημα η γνώμη του Ρώσου στοχαστή είναι αρνητική: μέσα στο γενικό πλαίσιο πολιτισμών που εμφανίστηκαν στη γήινη επιφάνεια, και ειδικότερα με την ύπαρξη της Ανατολής ως ισοσκελούς της Δύσης πολιτισμού, είναι όντως παράλογος ο ευρωπαϊκός ισχυρισμός ότι ολόκληρος ο ανθρώπινος πολιτισμός προέρχεται ή υποτάσσεται στον δυτικό. Αυτή η ευρωπαϊκή αντίληψη απορρίπτεται πλήρως, εάν ληφθεί υπόψη ο αντίστοιχος πολιτισμός της Ανατολής, με τα δικά του τεράστια και εκπληκτικά κατορθώματα στους πλέον διάφορους τομείς. Ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο στο έργο του Ντανιλιέβσκι είναι η αναίρεση του δυτικού επιχειρήματος ότι εφόσον η Δύση υπερέχει της Ανατολής στον τομέα της επιστήμης (αργότερα αυτή η υπεροχή επεκτάθηκε και στην τεχνολογία και τη βιομηχανία) έπεται πως είναι φορέας ανώτερου πολιτισμού και επομένως και ανώτερων γνωστικών (γιατί όχι και βιολογικών;) αξιών. Αφού ο Ντανιλιέβσκι ερευνά στο βιβλίο του αναλυτικά την πανγήινη εξέλιξη των κατά τομείς επιστημών (π.χ. αστρονομία, ζωολογία, χημεία, φυσική κτλ.) παρατηρεί ότι για την οικοδόμηση επαρκούς πολιτισμικού συστήματος δεν φτάνει μόνο η πρόοδος στον τομέα της επιστήμης. Για να δημιουργηθεί πολιτισμός είναι αναγκαία και άλλα χαρακτηριστικά, πέραν της επιστήμης, η οποία δεν είναι παρά μόνο ένα από αυτά. Άρα το δυτικό επιχείρημα δεν είναι πειστικό, απ’ τη στιγμή που οι όροι «επιστήμη» και «πολιτισμός» δεν συμπίπτουν πλήρως. Η βασική ιδέα του Ντανιλιέβσκι περιστρέφεται γύρω από τον καθορισμό του όρου «σλαβισμός» και των χαρακτηριστικών του (όπως η γλώσσα, η φυλή, η ιστορία ή ο πολιτισμός), τα οποία και διαμορφώνουν τον λεγόμενο σλαβικό τύπο. Στο σημείο αυτό ο Ντανιλιέβσκι κάνει μία σύγκριση: άνοδος του σλαβικού τύπου με παράλληλη εντροπία και πτώση της Ευρώπης και της Δύσης. Ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι αυτή η πτώση της Δύσης είναι αναπόφευκτη, μια μέρα θα συμβεί και τότε θα φανεί ξεκάθαρα η αξία του σλαβισμού ως πολιτισμικό, κοινωνικό και πνευματικό σύστημα. Φυσικά υπονοείται ότι στα πλαίσια του σλαβισμού η θέση της Ρωσίας είναι ηγετική. Πάνω στη βάση του περίφημου σλαβικού πολιτισμικού και ιστορικού τύπου δομείται ένας πλήρης πολιτισμικός και πολιτικός σχηματισμός. Ο σχηματισμός αυτός, δηλ. ο σλαβισμός, λαμβάνει την ακραία του μορφή στον πανσλαβισμό, ο οποίος φανερώνεται με συγκεκριμένους (αλλά και με ενδόμυχους) σκοπούς. Το όνειρο του πανσλαβισμού είναι η ένωση των Σλάβων με κέντρο την Κωνσταντινούπολη και ηγέτιδα δύναμη τη Ρωσία. Τον καιρό του Ντανιλιέβσκι πρωταρχικός στόχος του πανσλαβισμού ήταν η απελευθέρωση των αδελφών σλαβικών λαών από τις ξένες ηγεμονίες της Τουρκίας και της Αυστροουγγαρίας. Άλλο σημείο σκέψης του Ντανιλιέβσκι, που επίσης βρίσκει αντανάκλαση στο μέλλον, είναι το πρόβλημα της πίστης: αντιδιαστολή του ρωσικού (και γενικά του σλαβικού) ορθοδόξου κόσμου με την καθολική Δύση. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνεται, εκτός από το πανσλαβικό, και ένα ορθόδοξο τόξο. Ο Ντανιλιέβσκι θεωρεί πως το εν λόγω ζήτημα παίζει επίσης πρωταγωνιστικό ρόλο στην αντίθεση μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης, εφόσον στην ουσία αφορά ολόκληρο δίκτυο αξιών, όπως π.χ. το κράτος, η εκκλησία, η οικογενειακή και προσωπική ζωή και, πάνω απ’ όλα, η κατανόηση του Λόγου του Ιησού. Αυτές ακριβώς οι διαφορές ανάμεσα στην ορθοδοξία και τον καθολικισμό δημιουργούν ένα ακόμη βαθύ χάσμα μεταξύ του δυτικού (ευρωπαϊκού) και του ανατολικού (σλαβικού) κόσμου και εμπεδώνουν ένα ουσιαστικό και αιώνιο σιδηρούν παραπέτασμα στην Ευρώπη, το οποίο συνεχίζει να υφίσταται και να χωρίζει ακόμη και σήμερα, πάρα πολύ καιρό μετά την εποχή του Ντανιλιέβσκι. Ο Ντανιλιέβσκι θεωρεί επίσης πως άλλη μια θεμελιακή διαφορά μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης προέρχεται από την κρατική τους εξέλιξη και τα αντίστοιχα ιστορικά πλαίσια, μέσα στα οποία η εξέλιξη αυτή έλαβε χώρα. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα δυτικού κράτους ο Ντανιλιέβσκι αναφέρει τη Γαλλία του Ναπολέοντα. Είναι, κατά το συγγραφέα, γεγονός ότι κατά άλλον τρόπο γεννήθηκαν και εξελίχτηκαν τα κράτη της Ευρώπης και υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες η Ρωσία. Αυτή, λόγω της γεωγραφικής της εγγύτητας και γειτνίασης με την Ασία, υπέστη πληθώρα επιρροών, αναμείξεων και πολεμικών επιδρομών. Για το λόγο αυτό είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί ισότιμη σύγκριση μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης σ’ αυτό το συγκεκριμένο πεδίο. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, επίκεντρο του συλλογισμού του Ντανιλιέβσκι στο έργο του αποτελεί το λεγόμενο ανατολικό ζήτημα. Κατά τον συγγραφέα το ανατολικό ζήτημα περνά από τρεις κύριες φάσεις. Στην πρώτη από αυτές, που είναι γνωστή και ως αρχαίο ανατολικό ζήτημα, ο Ντανιλιέβσκι, αφού ορίζει τη Μακεδονία και την εξέλιξή της ως κεντρικό κρίκο της φάσης αυτής, προβαίνει σε σαφή διαφοροποίηση της Ρώμης από το Βυζάντιο, θεωρώντας πως ο ρωμαϊκός πολιτισμός κληρονομήθηκε από τους Γερμανούς, ενώ ο βυζαντινός από τους Σλάβους. Κατά την περίοδο αυτή συνέβησαν δυο κρίσιμα για τον κόσμο και την πορεία του γεγονότα: η πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και η ανακάλυψη της Αμερικής το 1492. Η δεύτερη φάση, γνωστή ως νέα περίοδος του ανατολικού ζητήματος, συνοδεύεται από την εμφάνιση και την διάδοση του Ισλάμ και κυρίως από τη θέση που έπαιρνε πια η Ευρώπη έναντι των Τούρκων, αφού άρχισε να τους θεωρεί πιθανή απειλή για το μέλλον. Στο νέο αυτό επίπεδο κεντρική θέση καταλαμβάνει η τοπογραφία και γεωγραφία της Πολωνίας, που ουσιαστικά αποτελεί τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ δύο υπερκρατών της εποχής εκείνης (και όχι μόνο εκείνης): της Ρωσίας και της Γερμανίας. Η τρίτη φάση, η λεγόμενη τρίτη περίοδος του ανατολικού ζητήματος, σημαδεύεται κυρίως από μια παράμετρο: την απελευθέρωση των χριστιανών, που βρίσκονταν υπό μουσουλμανική ηγεμονία. Σ’ αυτήν ακριβώς τη φάση παρατηρείται μια βαθμιαία επίλυση του ανατολικού ζητήματος, με το ξέσπασμα των εθνικών επαναστάσεων στη νοτιοανατολική Ευρώπη και, τέλος, με την παρακμή και πτώση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η θέση της Ρωσίας στην όλη αυτή κατάσταση ήταν σαφέστατη: συναγωνισμός της με τη Δύση, όσον αφορά στην προστασία των νεοδημιουργηθέντων κρατών. Πρόκειται για την αφετηρία ενός καθαρά γεωπολιτικού παιχνιδιού, το οποίο ο κόσμος θα παίξει αρκετές φορές στο μέλλον: την κατανομή δυνάμεων και σφαιρών επιρροής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο Ντανιλιέβσκι επιδεικνύει ως προς τη θέση της Αυστρίας στο ανατολικό ζήτημα. Θεωρεί ότι ο ρόλος του Μέτερνιχ στη διαμόρφωση των συνόρων και στα γεγονότα μέσα στα κράτη που προέκυψαν από τα ερείπια της οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι κρίσιμος και περιγράφει την μεγάλη επίδραση της Αυστρίας, καθώς και τις συνέπειες που προήλθαν από την «οριστική» επίλυση του ανατολικού ζητήματος˙ οι συνέπειες αυτές οδήγησαν στην απώλεια της αυστριακής αρχηγικής θέσης στην ευρωπαϊκή διπλωματία. Τέλος, ενδιαφέρον προκαλεί η σύγκριση που ο συγγραφέας κάνει ανάμεσα στην Αμερική και τη Ρωσία. Η σύγκριση αυτή όντως προξενεί έκπληξη στον ερευνητή του μέλλοντος, έχοντας υπόψη τις ομοιότητες του τότε, δηλ. του 19ου αιώνα, με το σήμερα. Ο Ντανιλιέβσκι θεωρεί πως η Αμερική είναι η πλήρης αντίθεση της Ρωσίας για μια σειρά από λόγους. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του: «Η Αμερική, με την οποία συχνά συγκρίνουν τη Ρωσία, αποτελεί την πλήρη αντίθεσή της. Χωρίς να είναι περιτριγυρισμένη από εχθρούς, κατορθώνει να συγκεντρώνει τις δυνάμεις της για την οικονομική της ανάπτυξη. Εάν ληφθούν υπόψη μόνο τα έξοδα, που η Ρωσία ξόδεψε για τον εξοπλισμό της μέχρι την ώρα της προσωρινής ειρήνευσης της Βιέννης, τότε θα έπρεπε να γίνει λόγος για εκατομμύρια, που η Ρωσία, όμοια με την Αμερική, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για το σιδηροδρομικό της δίκτυο, το εμπορικό της ναυτικό και για κάθε είδους τελειοποίηση της βιομηχανίας και της γεωργίας της». Όσον αφορά τη θέση των ευρωπαϊκών κρατών σ’ αυτήν την πρώιμη αντίθεση μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας, ο Ντανιλιέβσκι είναι σαφής: αυτά καταλαμβάνουν την ενδιάμεση θέση ανάμεσα σε Αμερική και Ρωσία. Όλα τα παραπάνω αποτελούν βέβαια ένα είδος προφητείας του Ντανιλιέβσκι γι’ αυτά που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, με την αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης στον λεγόμενο ψυχρό πόλεμο. Ο Ντανιλιέβσκι λοιπόν υπήρξε ο άνθρωπος που προέβλεψε επακριβώς την παγκόσμια σύγκρουση των δύο υπερδυνάμεων κατά την περίοδο μετά το τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου.

72 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates