• .

Καζανόβα

Ενημερώθηκε: Μαι 14

Η ζωή και η δράση ενός κατασκόπου

Απρίλιος 2010

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Ο Τζιοβάνι-Τζιάκομο Καζανόβα (Giovani-Giacomo Casanova), ο περίφημος Βενετός τυχοδιώκτης και γυναικοκατακτητής, έμεινε στην ιστορία περισσότερο για τις απάτες του και για τις επιτυχίες που είχε στο «ασθενές» φύλο. Είναι αλήθεια ότι θα αρκούσαν αυτά και μόνο, για να του προσδώσουν το προφίλ ενός από τα πιο αινιγματικά και ενδιαφέροντα πρόσωπα όλων των εποχών, αφού η πολυτάραχη ζωή του ήταν γεμάτη από πρωτοφανείς περιπέτειες. Όμως ο Καζανόβα δεν ήταν μόνο αυτό που φαινόταν· κάτω από το προσωπείο του ζωηρού και ευέλικτου άνδρα κρυβόταν στην πραγματικότητα ένας δυναμικός κι αδίστακτος μυστικός πράκτορας, ένας κατάσκοπος, τον οποίο οι μεγαλύτερες υπηρεσίες πληροφοριών του καιρού του θεωρούσαν ιδιαίτερα ικανό κι επικίνδυνο...


Ο 18ος αιώνας ήταν για την Ευρώπη και τη Δύση ο «αιώνας της λογικής». Ριζικές και πρωτοφανείς αλλαγές σημειώνονταν σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας: στην επιστήμη, τις τέχνες, τον φιλοσοφικό στοχασμό, την πολιτική, την ίδια τη δόμηση των κοινωνιών... Παντού εστίες εξεγέρσεων και αμφισβήτησης ωθούσαν την ιστορία με ταχύ ρυθμό προς τα εμπρός, μετά από αιώνες ολόκληρους «δεδομένων» καταστάσεων και αργόσυρτων εξελίξεων. Η φουρτουνιασμένη αυτή εποχή περιλαμβάνει πλήθος ταραγμένων καταστάσεων, που αργά ή γρήγορα εκτονώνονταν, για να αναζωπυρωθούν μετά εκ νέου. Εκτεταμένες ένοπλες συγκρούσεις, όπως εκείνες της Αυστριακής Διαδοχής (1740-1748) και ο Επταετής Πόλεμος (1756-1763), αλλά και μαζικές επαναστάσεις (στις ΗΠΑ το 1776 ή τη Γαλλία το 1789), «έσχισαν» την ανθρώπινη ιστορία στα δύο. Την ίδια ώρα μεγάλοι στοχαστές, όπως ο Βολταίρος (François-Marie Arouet ή Voltaire, 1694-1778) και ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ (Jean-Jacques Rousseau, 1712-1778) νεκρανάσταιναν ένα είδος σκέψης, που είχε σχεδόν εκλείψει από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Όλοι ένιωθαν ότι ο κόσμος δεν θα ήταν πια ο ίδιος. Μια νέα εποχή ανέτειλε για την ανθρωπότητα.

Αν υπάρχει κάτι που η στρατιωτική, αλλά και η πολιτική, ιστορία μας διδάσκει είναι ότι σε εποχές ανακατατάξεων η κατασκοπεία θεωρείται αναγκαία για τη διαμόρφωση των τελικών εξελίξεων. Δεν είναι συνεπώς καθόλου τυχαίο ότι και κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα σε διάφορα μήκη και πλάτη της υφηλίου έδρασαν στον σκοτεινό κόσμο του παρασκηνίου εκλεκτοί μυστικοί πράκτορες, οι οποίοι πολλές φορές με περίσσιο ηρωισμό και αυτοθυσία έβαλαν τη δική τους πινελιά στη ροή των γεγονότων. Ο Μέγας Φρειδερίκος, βασιλιάς της Πρωσίας, ένας άνθρωπος που έλαβε μέρος τόσο στον πόλεμο της Αυστριακής Διαδοχής όσο και στον Επταετή Πόλεμο, έδινε το μεγαλύτερο βάρος του στην οργάνωση της κατασκοπείας και της αντικατασκοπείας του. Συνέγραψε μάλιστα και το περίφημο έργο «Οδηγίες για στρατηγούς», το οποίο στους κύκλους των ανθρώπων των μυστικών υπηρεσιών θεωρείται εφάμιλλο ακόμη και με κλασικά έργα του παρελθόντος όπως «Η τέχνη του πολέμου» του Σούν Τζού ή τα «Τακτικά» του Λέοντος του Σοφού. Στο εν λόγω κλασικό του σύγγραμμα ο Μέγας Φρειδερίκος αποθεώνει τους κατασκόπους, για τους οποίους πολύ χαρακτηριστικά γράφει: «Πραγματικά αξίζει μεγάλη αμοιβή ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος ριψοκινδυνεύει τη ζωή του, για να μας υπηρετήσει».

Στον αιώνα αυτόν λοιπόν τον τόσο κρίσιμο για τις μετέπειτα εξελίξεις έδρασαν και άφησαν το στίγμα τους επηρεάζοντας παρασκηνιακά τα μεγάλα γεγονότα πολλοί και διάφοροι μυστικοί πράκτορες. Άλλοι από αυτούς έγιναν ευρύτερα γνωστοί, ενώ άλλοι (οι περισσότεροι) παρέμειναν για πάντα «θαμμένοι» κάτω από την παχιά σκόνη του απόρρητου της ιστορίας. Ίσως ακούγεται ιδιαίτερα παράξενο, αλλά ένας από τους μεγαλύτερους κατασκόπους της περιόδου αυτής κάθε άλλο παρά δοξάστηκε για τη δραστηριότητά του στον χώρο των μυστικών υπηρεσιών. Ο άνθρωπος αυτός, εξαιρετικά ευφυής και ενεργητικός, ήταν σίγουρα ο διασημότερος τυχοδιώκτης του καιρού του και – κατά πολλούς – ο μεγαλύτερος γυναικοκατακτητής όλων των εποχών: ο Τζιοβάνι-Τζιάκομο Καζανόβα (1725-1798).


Ο ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΗΣ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΟΒΑ


Ο Τζιοβάνι-Τζιάκομο Καζανόβα γεννήθηκε στη Βενετία το 1725 σε οικογένεια καλλιτεχνών (οι γονείς του ήταν ηθοποιοί, η δε μητέρα του ήταν επίσης και τραγουδίστρια). Μικρό παιδί ακόμα εντυπωσίαζε τους πάντες με το υποκριτικό του ταλέντο και, γενικότερα, με τις δραστηριότητές του, οι οποίες ξεπερνούσαν κατά πολύ τις συνηθισμένες για την ηλικία του. Όλοι πίστευαν ότι θα γινόταν ένας εξαιρετικός ηθοποιός, ξεπερνώντας τους γονείς του, αφού και καλλιτεχνική φλέβα διέθετε και ήταν ιδιαίτερα εύστροφος, με έμφυτη πονηριά. Παρ’ όλα αυτά δεν ακολούθησε την οικογενειακή παράδοση, αφού οι γονείς του είχαν μάλλον άλλα όνειρα για το μέλλον του γιου τους. Οι επιδόσεις του στο σχολείο ήταν τέτοιες, ώστε οι δάσκαλοί του έκαναν λόγο για παιδί-θαύμα: ήταν μόλις δεκαέξι ετών, όταν πήρε το πτυχίο της νομικής, κάτι που προοιώνιζε μια λαμπρή καριέρα δικαστικού ή δικηγόρου, επαγγέλματα που τότε άνθιζαν στην Ιταλία. Την τελευταία όμως κουβέντα την είχαν οι γονείς του, οι οποίοι τον προόριζαν για κληρικό. Σύμφωνα με μια μαρτυρία ειδικά η μητέρα του διαισθανόταν κάτι κακό για το γιο της, γι’ αυτό και ήθελε να τον κάνει ιερέα. Στάλθηκε λοιπόν σε ιερατική σχολή στη Ρώμη, όπου όμως παρέμεινε για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Αφορμή για να τον διώξουν στάθηκε η εντελώς άστατη ζωή του· ο νεαρός Βενετός κάθε άλλο παρά καταγινόταν με τα θεολογικά ζητήματα. Το αντίθετο μάλλον συνέβαινε, αφού έμπλεξε σε ερωτικές περιπέτειες και άλλα παραπτώματα, τα οποία προκάλεσαν την οργή των δασκάλων του, με αποτέλεσμα να εισηγηθούν τη δια βίου αποβολή του. Άλλωστε ούτε ο ίδιος ο Καζανόβα ήθελε να συνεχίσει τις θεολογικές του σπουδές, αφού κάθε άλλο παρά σκόπευε να γίνει ιερέας.

Αφού εγκατέλειψε οριστικά τη σχολή του, ο Καζανόβα αποφάσισε να καταταχθεί στον στρατό, με την ελπίδα να σταδιοδρομήσει σ’ ένα αντικείμενο που έβλεπε να αρμόζει περισσότερο στα ενδιαφέροντά του. Κι εδώ όμως η κατάληξη ήταν η ίδια, αφού η απείθαρχη συμπεριφορά του και πλήθος ερωτικών και άλλων περιπετειών τον έθεσαν γρήγορα εκτός στρατεύματος. Κατάντησε έτσι να ζει μία σχεδόν νομαδική ζωή, χωρίς καμία απολύτως σταθερότητα, έχοντας μάλιστα ιδιαίτερο πάθος με το χαρτοπαίγνιο. Κάποτε μάλιστα βρέθηκε να έχει χάσει όσα χρήματα του είχαν απομείνει και αναγκάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα να εργαστεί ως βιολιστής στο γνωστό θέατρο της Βενετίας «Σαν Σαμουέλ». Ο καιρός πάντως πέρασε και στο τέλος η τύχη του χαμογέλασε. Ένας πλούσιος γερουσιαστής της πόλης, ο Μπραμαντίνο, γνώρισε τον Καζανόβα στο θέατρο και έγινε φίλος του. Με τον καιρό εκτίμησε τις γνώσεις και την προσωπικότητα του νέου και αποφάσισε να του δώσει μια νέα ευκαιρία στη ζωή, χρίζοντάς τον γραμματέα του. Ούτε όμως αυτή τη φορά ο Καζανόβα εκμεταλλεύτηκε την καλή του τύχη· συνέχισε να δημιουργεί σκάνδαλα, που τον οδήγησαν μάλιστα και στα πρόθυρα της φυλακής, με συνέπεια ο Μπραμαντίνο να τον εκδιώξει απ’ το γραφείο του.

Μετά απ’ αυτά τα γεγονότα ο Καζανόβα επέστρεψε και πάλι στην προηγούμενη ζωή του, τη γεμάτη με περιπλανήσεις. Γύρισε σχεδόν όλη την Ιταλία, διαμένοντας για κάποιο χρονικό διάστημα στη Ρώμη και τη Νεάπολη, με βασικό του μέλημα τις γυναίκες και τα τυχερά παιχνίδια. Ύστερα, αφού κατάφερε να κερδίσει κάποια χρηματικά ποσά, ταξίδεψε στην Κέρκυρα και την Κωνσταντινούπολη, παριστάνοντας τον δημοσιογράφο, τον διπλωμάτη, ακόμη και τον ιεροκήρυκα ή τον αβά. Τις εντυπώσεις του από τα ταξίδια του στην επικράτεια της τότε Οθωμανικής αυτοκρατορίας τις κατέγραψε σε ένα μικρό βιβλίο, που εξέδωσε αργότερα στην Ιταλία. Όλα αυτά τα χρόνια οι μεγάλες του επιτυχίες στο ωραίο φύλο του είχαν προσδώσει μεγάλη φήμη και ήδη από τον καιρό εκείνο το όνομά του είχε γίνει συνώνυμο του φλογερού εραστή. Τα ταξίδια του συνεχίστηκαν στη Γαλλία και τη Γερμανία, μέχρι που το 1753 αποφάσισε να επιστρέψει στη γενέτειρά του. Στη Βενετία ο Καζανόβα κέρδισε αρκετά λεφτά στο χαρτοπαίγνιο, ενώ παράλληλα διασκέδαζε τον κόσμο με τα σατυρικά του τραγούδια, που ερμήνευε ο ίδιος στο κέντρο της πόλης. Το κοινό του αποτελούνταν από όλες τις ηλικίες και τις κοινωνικές τάξεις. Μεταξύ των θεατών του ήταν και κάποια μέλη της βενετσιάνικης αριστοκρατίας, που θαύμαζαν το έμφυτο ταλέντο του άνδρα. Τότε ήταν που στο μυαλό του Καζανόβα μπήκε μια καινούρια ιδέα. Βλέποντας πόσο εύπιστοι είναι οι ευγενείς θαυμαστές του, αποφάσισε να παριστάνει τον μάγο και τον αλχημιστή, που τάχα μπορούσε να λύνει όλα τους τα προβλήματα και να μαντεύει το μέλλον. Αρκετοί ήταν εκείνοι που εντυπωσιάστηκαν από τα κόλπα του κι ο Καζανόβα αύξησε κατά πολύ τα κέρδη του. Με τη φήμη του να μεγαλώνει συνέχεια ήταν λογικό να προκληθεί το ενδιαφέρον των αρχών. Κάποιος λοιπόν μυστικός αστυνομικός, ονόματι Μανούτσι, τον κατέδωσε στην Ιερά Εξέταση της πόλης, με αποτέλεσμα την καταδίκη του σε πενταετή φυλάκιση (μεταξύ άλλων είχε κατηγορηθεί ότι λάτρευε τον Σατανά!). Το 1757 ή το 1758 κλείστηκε λοιπόν στη φυλακή του ανακτόρου του Δόγη, η οποία είχε μια ιδιαίτερα άσχημη φήμη: λεγόταν ότι από εκεί δεν μπορούσε να δραπετεύσει ούτε ποντίκι... Ο Καζανόβα δεν άντεξε επί μακρόν αυτή την κατάσταση. Έτσι, με την πρώτη ευκαιρία, κατάφερε και δραπέτευσε από το αυστηρά φρουρούμενο δεσμωτήριο μαζί με έναν ιερωμένο, τον πατέρα Μπάλμπι. Λέγεται ότι οι δυο τους, αφού άνοιξαν μια τρύπα στο ταβάνι, έφτασαν μετά από δυσκολίες μέσα στο παλάτι, όπου και βρήκαν καινούρια και καθαρά ρούχα· έπειτα, τους είδε κάποιος υπηρέτης του Δόγη, πίστεψε πως ήταν φιλοξενούμενοί του και τους οδήγησε μέχρι έξω, όπου και ήταν πια ελεύθεροι!

Μετά την εκπληκτική του δραπέτευση ο Καζανόβα αισθάνθηκε ότι δεν είχε πια θέση στην πατρίδα του. Η απόδρασή του από την φυλακή υψίστης ασφαλείας της Βενετίας είχε καταστήσει πια θέμα τιμής για τις αρχές τη σύλληψή του κι έτσι όλοι τον καταζητούσαν. Μάζεψε λοιπόν όλα όσα μπόρεσε από τα προσωπικά του αντικείμενα και διέφυγε στη Γαλλία, με σκοπό να κάνει μια πραγματικά καινούρια αρχή. Πάντως η πρώτη του απόπειρα, να ιδρύσει υφαντουργείο, απέτυχε παταγωδώς. Σχετικά γρήγορα όμως μπόρεσε και ανασυγκροτήθηκε και απέκτησε κάποια σεβαστή οικονομική επιφάνεια. Αυτό το πέτυχε, υλοποιώντας μια καινοτόμα ιδέα του, η οποία αφορούσε τη δημιουργία ενός νέου τύπου λαχείου. Το λαχείο αυτό, ευρεσιτεχνία του Καζανόβα, πρωτοκυκλοφόρησε το 1762 και είχε τεράστια επιτυχία· είναι πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός ότι κατάφερε να αντέξει και αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του, σχεδόν ως τα μισά του 19ου αιώνα. Παρ’ όλα αυτά ο Ιταλός γυναικοκατακτητής συνέχισε την ίδια με πριν ζωή, αφού οι Γαλλίδες τον γοήτευαν όσο παλαιότερα και οι συμπατριώτισσες του. Οι διασκεδάσεις του με τις γυναίκες ήταν και πάλι μυθικές, έτσι ώστε σύντομα η φήμη του απλώθηκε στα πέραντα της Γαλλίας. Όλα αυτά τον οδήγησαν στα μεγάλα σαλόνια του Παρισιού, όπου και έπιασε φιλία με ανθρώπους, σαν τον Βολταίρο και τον Ζαν-Ζακ Ρουσσώ. Κινούμενος στους κύκλους της γαλλικής πνευματικής και πολιτικής ελίτ, ο Καζανόβα γνώρισε μια μέρα τον άνθρωπο, ο οποίος έμελλε να του αλλάξει μια και καλή τη ζωή. Ήταν ο υπουργός εξωτερικών της Γαλλίας, ο Φρανσουά ντε Μπερνίς, ο άνθρωπος που μετέτρεψε τον Ιταλό γόη σε έναν από τους μεγαλύτερους κατασκόπους όλων των εποχών.


Η ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΟΒΑ ΑΠΟ ΤΗΝ «ΜΟΛΥΒΕΝΙΑ» ΦΥΛΑΚΗ

Ο Καζανόβα, μετά τη σύλληψή του από τις αρχές (με την κατηγορία ότι ήταν μάγος και όργανο του Διαβόλου!), οδηγήθηκε ενώπιον της φοβερής Ιεράς Εξέτασης, που ήταν πασίγνωστη για την εξαντλητική της αυστηρότητα. Η δίκη του Καζανόβα ήταν συνοπτική, αφού έγινε την επομένη της σύλληψής του και διήρκεσε μόλις μισή ώρα. Η ποινή που επιβλήθηκε στον Καζανόβα δεν ήταν μεν η θανατική – όπως σε τόσες και τόσες περιπτώσεις – , αλλά ο ισόβιος εγκλεισμός του στην παγκοσμίως γνωστή φυλακή της Βενετίας, την περίφημη «Μολυβένια». Ο χαρακτηρισμός της αυτός οφείλεται στο ότι ήταν επικαλυμμένη ολόκληρη με μολύβι, ενώ η φρούρησή της ήταν τόσο ισχυρή, ώστε δεκαετίες ολόκληρες δεν είχε σημειωθεί καμία απολύτως απόδραση. Εξάλλου το συγκεκριμένο άσυλο κρατουμένων βρισκόταν μέσα στο παλάτι του Δόγη, κάτι που καθιστούσε τα μέτρα ασφαλείας της ακόμη πιο σκληρά. Οι συνθήκες διαβίωσης στη φυλακή αυτή ήταν τόσο άθλιες κι αφόρητες, σε σημείο που πολλοί έγκλειστοι να προτιμούν τον θάνατο από τα σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια που υφίσταντο εκεί μέσα. Μέσα σε κατασκότεινα κελιά-κλουβιά, χωρίς το φως του ήλιου και μες στις βρωμιές, η «Μολυβένια» ήταν το χειρότερο μέρος στη Γη που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Πώς λοιπόν θα άντεχε σ’ αυτό το πραγματικό κολαστήριο ένας υπερδραστήριος άνθρωπος σαν τον Καζανόβα;

Είχαν ήδη περάσει δεκαπέντε μήνες από την εισαγωγή του στη «Μολυβένια», όταν ο Καζανόβας, με την απαραίτητη βοήθεια ενός άλλου κρατούμενου, του πατέρα Μπάλμπι, έκανε πράξη το ακατόρθωτο. Με τον ιερέα είχαν συμφωνήσει να ρισκάρουν τα πάντα, ακόμα και να σκοτωθούν, αφού με τη ζωή που ζούσαν δεν είχαν πια τι να χάσουν. Μέρες και νύχτες λοιπόν άνοιγαν μια τρύπα στην οροφή ενός θαλάμου, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από κανέναν. Πολύ υπομονετικά η τρύπα έγινε τόσο μεγάλη, ώστε να μπορούν να περάσουν από μέσα και να φτάσουν στη μολυβένια στέγη της φυλακής τους. Κι εκεί που είχαν αντικρίσει για πρώτη φορά τον ουρανό μετά από τόσο καιρό, παραλίγο να συμβεί το μεγάλο λάθος. Από το έντονο άγχος τους να μην τους δει κανένας, μπερδεύτηκαν και έχασαν τον προσανατολισμό τους· αντί να βρουν την έξοδο προς την ελευθερία, αυτοί παραβίασαν μια πόρτα, που όμως οδηγούσε πίσω στη φυλακή...

Και τότε άρχισε η μεγάλη περιπέτεια. Ο Καζανόβα και ο πάτερ Μπάλμπι βρέθηκαν στην αραχνιασμένη αρχειοθήκη της φυλακής, μέσα στις σκόνες. Η ώρα όμως περνούσε κι υπήρχε ο κίνδυνος οι φύλακες να καταλάβουν ότι έλειπαν και να κηρύξουν συναγερμό. Με υπεράνθρωπες προσπάθειες κατάφεραν να ανοίξουν μια τρύπα στην πόρτα της αρχειοθήκης και να φτάσουν σ’ ένα χώρο, ο οποίος όμως φάνταζε αδιέξοδος. Η πόρτα του ήταν κατασκευασμένη από παχύ μέταλλο και για να ανοίξει χρειαζόταν εκρηκτικά... Τότε ο πολυμήχανος Καζανόβα έπαιξε «το τελευταίο του χαρτί». Αφού φόρεσε μαζί με τον φίλο του καθαρά ρούχα (που είχαν την τύχη να βρουν σ’ ένα δωμάτιο) πήγε στο παράθυρο και φώναξε έναν υπηρέτη του Δόγη που μόλις έβγαινε από το ανάκτορο. Εξήγησε στον ανύποπτο άνθρωπο ότι ήταν δήθεν φιλοξενούμενοι του αφέντη του, που είχαν κλειδωθεί εκεί από την προηγούμενη νύχτα, και τον παρακάλεσε να τους ανοίξει. Έτσι κι έγινε και σε λίγο έφταναν τρέχοντας στην πιο κοντινή γόνδολα, μην μπορώντας ακόμη να συνειδητοποιήσουν τι είχε συμβεί. Είχαν κατορθώσει το ακατόρθωτο: δραπέτευσαν από τη «Μολυβένια», ήταν πια ελεύθεροι! Ο τρόπος με τον οποίο σημειώθηκε η δραπέτευση προκάλεσε τότε αρκετό θόρυβο, αναμεμειγμένο και με θαυμασμό, και κατέστησε τον Καζανόβα ακόμη πιο διάσημο.


Ο ΚΑΖΑΝΟΒΑ ΩΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ


Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών, ο οποίος διακρινόταν για την ευφυΐα και την εργατικότητά του, εκτίμησε γρήγορα τα προσόντα του Καζανόβα και ήταν βέβαιος ότι θα μπορούσε να γίνει ένας από τους καλύτερους κατασκόπους του. Αποφάσισε έτσι να τον πάρει στην υπηρεσία του, αναθέτοντάς του μάλιστα και μια σειρά από σημαντικές αποστολές, ούτως ώστε να αποκτήσει πολύτιμες εμπειρίες, αλλά και να εμπεδώσει την εμπιστοσύνη του. Ο Ντε Μπερνίς γνώριζε άριστα ότι η Γαλλία είχε εκείνο τον καιρό την απόλυτη ανάγκη του καθενός που θα μπορούσε να προσφέρει πολύτιμη βοήθεια, πολύ περισσότερο δε την αρωγή εκείνων που είχαν την άνεση να κινούνται αθόρυβα στο παρασκήνιο. Άλλωστε είχε ήδη ξεσπάσει ανάμεσα στη Γαλλία και την Αγγλία ο Επταετής Πόλεμος, μια αρκετά αιματηρή αναμέτρηση, που διήρκεσε από το 1756 έως το 1763. Στον πόλεμο αυτό που σημάδεψε την ευρωπαϊκή ιστορία διακυβεύονταν πολλά κι έτσι αμφότερες οι πλευρές χρησιμοποιούσαν όλα τα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους, για να μπορέσουν να επιβληθούν επί του αντιπάλου. Η γαλλική πλευρά εστίαζε την προσοχή της, όπως ήταν φυσικό, σε σημεία στρατηγικής για την ίδια σημασίας· για παράδειγμα ένα από τα εξαιρετικά επείγοντα ενδιαφέροντά της ήταν να έχει άμεση πληροφόρηση για τη Δουνκέρκη και το λιμάνι της, το οποίο ήδη από το 1713 είχαν καταλάβει οι Βρετανοί. Τους Γάλλους τους ενδιέφερε τα μέγιστα το συγκεκριμένο κομβικό σημείο, που έδινε επιπρόσθετη ισχύ στη ναυτική υπεροπλία των Άγγλων.

Ο Ντε Μπερνίς δεν δίστασε να επιλέξει τον Καζανόβα ως τον άνθρωπο που μπορούσε να φέρει υπερπολύτιμες πληροφορίες για το νευραλγικής σημασίας λιμάνι. Ήταν Ιταλός, με καλλιτεχνικές ανησυχίες και ευαισθησία για τις όμορφες κυρίες, άρα θα περνούσε σχετικά απαρατήρητος από τους πάντα καχύποπτους και μεθοδικούς Βρετανούς. Οι υπεύθυνοι εκπαιδευτές του τομέα κατασκοπείας του γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών πέρασαν από μια διαδικασία-εξπρές τον Καζανόβα, έτσι ώστε να ξέρει τουλάχιστον τα στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης και να έχει μια πρώτη γνώση των κανόνων που διέπουν την τέχνη της πληροφορίας. Μπορεί κανείς να πει ότι ο Ντε Μπερνίς κι οι συνεργάτες του έμειναν πολύ ικανοποιημένοι από αυτή την πρώτη επαφή του Καζανόβα με το αρκετά δύσκολο αντικείμενο που έμελλε να διαχειριστεί. Δεν άργησαν λοιπόν να στείλουν τον Καζανόβα στη Δουνκέρκη, ελπίζοντας όλα να πάνε καλά. Η αποστολή του Ιταλού ήταν να προσεγγίσει κάποιους αξιωματικούς των Βρετανών, με απώτερο σκοπό να καταγράψει όσο ακριβέστερα μπορούσε τα σχετικά με την εκεί κατάσταση του εχθρού: όλα τα όσα αφορούσαν τα πληρώματά τους (αριθμό, βαθμό εκπαίδευσης, ψυχολογία, εξοπλισμό, κατανομή ειδικοτήτων), καθώς και τις προμήθειες που είχαν (όπως για παράδειγμα τα αποθέματα των τροφίμων και του οπλισμού τους). Επειδή η αποστολή του θα ήταν πέρα για πέρα μυστική, το γαλλικό υπουργείο εξωτερικών δεν είχε τη δυνατότητα να προμηθεύσει κανένα απολύτως έγγραφο (π.χ. διαβατήριο) ή κάποια συστατική επιστολή, για να διευκολύνει τον Καζανόβα στο ταξίδι του. Άρα ο νεότευκτος κατάσκοπος όφειλε να είναι υπέρ του δέοντος προσεκτικός και να μην μπλέξει σε κανένα σκάνδαλο, σε περίπτωση δε που συλλαμβανόταν, θα έπρεπε να κρατήσει το στόμα του κλειστό, ακόμη και αν τον έριχναν σε φρικτά βασανιστήρια. Χειριστής του, υπεύθυνος δηλαδή για τις αναφορές του, ανέλαβε ο αβάς ντε λα Βιλ, πολύ έμπειρος σε θέματα κατασκοπείας, που φεύγοντας αρκέστηκε απλά να του ευχηθεί καλή τύχη... Ο Καζανόβα έσπευσε έτσι σ’ αυτή την πρώτη και πολύ δύσκολη μυστική του αποστολή, παριστάνοντας τον ταξιδιώτη που πραγματοποιούσε διάφορα οδοιπορικά και κατέγραφε τις εντυπώσεις του από τα μέρη, τα οποία επισκεπτόταν.

Ο Καζανόβα έφτασε στο ενδεδειγμένο μέρος, με την τύχη να του χαμογελάει αμέσως. Δεν είχε παρά λίγες μόνο ημέρες στη Δουνκέρκη, όταν και γνώρισε έναν τραπεζίτη, με τον οποίο άρχισε να κάνει παρέα. Εκείνος ήταν άνθρωπος ευρέως σεβαστός και είχε πολλές γνωριμίες στην περιοχή. Μέσω του τραπεζίτη ο Καζανόβα κατάφερε και γνωρίστηκε με αξιωματικούς του Βρετανικού Ναυτικού και έτσι σε χρόνο-ρεκόρ είχε αποκτήσει τις απαραίτητες διασυνδέσεις για την επιτυχή έκβαση της αποστολής του. Για να τους κολακέψει, αποκτώντας ταυτόχρονα και την εμπιστοσύνη τους, ο Ιταλός ανέφερε ψευδώς στους Άγγλους αξιωματικούς ότι δεν ήταν παρά παλιός τους συνάδελφός, αφού παλαιότερα είχε δήθεν υπηρετήσει στο ναυτικό της Βενετίας. Οι Άγγλοι δεν αμφέβαλλαν καθόλου για τα λεγόμενά του αυτά, αφού είδαν ότι είχε όντως πολλές και εντυπωσιακές γνώσεις για τη δουλειά τους και ούτε καν υποπτεύτηκαν ότι θα μπορούσε να τους λέει ψέματα. Βέβαια ο Καζανόβα στην πραγματικότητα γνώριζε ελάχιστα πράγματα για τα θέματα αυτά, πλην όμως είχε λάβει τα κατάλληλα «μαθήματα» από τους Γάλλους κι έτσι εμφανίστηκε άριστα προετοιμασμένος. Μάλιστα πολύ σύντομα είχε τόσο πολύ αποκτήσει την εκτίμηση των Άγγλων αξιωματικών, ώστε ήταν συνεχώς μαζί με τους καπετάνιους των καραβιών τους, που τον καλούσαν να παίρνει το δείπνο του μαζί τους και να τους κρατάει συντροφιά. Γιατί όχι άλλωστε; Όλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου, συμπάθησαν τον ευχάριστο αυτό Ιταλό, που τους έλεγε ενδιαφέροντα και διασκεδαστικά πράγματα, «σπάζοντας» την μονοτονία της βαρετής τους καθημερινότητας. Φυσικά για τον Καζανόβα δεν ήταν καθόλου δύσκολο να παίζει θέατρο μπροστά στους Άγγλους, αφού τόσες και τόσες φορές στο παρελθόν μπόρεσε και επιβίωσε, χρησιμοποιώντας διάφορα κόλπα και απάτες...

Δεν είχαν περάσει παρά είκοσι μόλις ημέρες από την άφιξή του στην Δουνκέρκη και ο Καζανόβα μπόρεσε και είχε μάθει σχεδόν τα πάντα για το αντικείμενο της αποστολής του. Η επιτυχία του ήταν τόσο πολύ μεγάλη, που οι ίδιοι οι Άγγλοι αξιωματικοί έφτασαν στο σημείο να τον καλούν μέσα στα πλοία τους, όπου από μόνοι τους του έδειχναν τα αμπάρια και απαντούσαν σε κάθε του ερώτηση! Ο Καζανόβα ανέφερε χαρακτηριστικά αργότερα ότι οι πιο νέοι από αυτούς, προφανώς για να τον εντυπωσιάσουν, του έδιναν άκρως απόρρητες πληροφορίες, χωρίς καν να τους το ζητά ο ίδιος! Ο Ιταλός απομνημόνευε όλα όσα άκουγε από τους αφελείς (στην περίπτωση αυτή) Εγγλέζους και το βράδυ, με την ησυχία του, τα κατέγραφε λεπτομερέστατα στα κατάστιχά του. Έτσι, σε σύντομο χρονικό διάστημα, μπόρεσε και συγκέντρωσε πληροφορίες για τα πάντα και ήταν πια έτοιμος να πάρει το δρόμο της επιστροφής...

Πριν όμως γυρίσει στο Παρίσι, σημειώθηκε ένα φαινομενικά αδιάφορο συμβάν, που παραλίγο να φανερώσει τον ρόλο του Καζανόβα. Ο κατάσκοπος είχε πάρει μαζί του λαθραίο καπνό σε αρκετά μεγάλη ποσότητα, τον οποίο όμως τον εντόπισαν οι Γάλλοι τελωνειακοί υπάλληλοι. Ο καπνός κατασχέθηκε και ο Καζανόβα κλήθηκε να πληρώσει και ένα αρκετά «τσουχτερό» πρόστιμο. Αυτός όμως αντί να κάνει υπομονή και να διευθετήσει το ζήτημα αργότερα, αφού έφτανε στο Παρίσι, θέλησε εκείνη την ώρα να κάνει επίδειξη της δύναμής του. Αφού λοιπόν αρνήθηκε να πληρώσει στους τελωνειακούς το πρόστιμο που του επέβαλλαν, ζήτησε επιτακτικά να δει τον προϊστάμενό τους για να εκφράσει την οργή και τη διαμαρτυρία του. Πραγματικά, με τις φωνές και με τις απειλές τελικά τα κατάφερε, αφού σε λίγο μπροστά του στεκόταν ο προϊστάμενος τελωνειακός, ο οποίος ρώτησε τον Καζανόβα ποιο ακριβώς ήταν το πρόβλημά του. Τότε ο Καζανόβα, μιλώντας με τρόπο σχεδόν αλαζονικό, του είπε ότι δεν μπορούν να του φέρονται έτσι, διότι είναι κατάσκοπος της χώρας τους και άρα πρέπει αμέσως να του ακυρωθεί το πρόστιμο και να του επιστραφεί ο κατασχεθείς καπνός του! Με τα πολλά στο τέλος τα κατάφερε, αλλά είναι ενδεικτικό το γεγονός πως για μια ασήμαντη ουσιαστικά αφορμή δεν δίστασε να αποκαλύψει την ταυτότητά του...

Όταν γύρισε στο Παρίσι πήγε αμέσως στον ντε Μπερνίς, όπου και παρέδωσε μια πλήρη αναφορά για όλα όσα είχε δει, ακούσει και μάθει στη Δουνκέρκη. Ο υπουργός έμεινε πολύ ευχαριστημένος από τη δουλειά του πράκτορά του και ένιωσε απόλυτα δικαιωμένος που του είχε εμπιστευτεί μια τόσο δύσκολη υπόθεση. Του έδωσε λοιπόν μια εξαιρετικά υψηλή αμοιβή, συνολικά 500 λουδοβίκια, η οποία ικανοποίησε πάρα πολύ τον Καζανόβα. Ο υπουργός του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΕ΄ όμως έφτασε και στο θέμα του σκανδάλου που ο κατάσκοπός του είχε προκαλέσει στο τελωνείο. Ο Καζανόβα προσπάθησε να δικαιολογήσει την μάλλον αψυχολόγητη ενέργειά του, χωρίς όμως επιτυχία. Κλείνοντας την κουβέντα ο ντε Μπερνίς, που είχαν δει πολλά τα μάτια του, είπε στον Καζανόβα: «Το μεγαλύτερο προσόν ενός πράκτορα είναι να αποφεύγει τους μπελάδες. Ακόμα και να έχει τη διακριτικότητα που χρειάζεται για να ξεμπλέξει από κάπου, ο κόσμος έπειτα τον σχολιάζει και αυτό πρέπει οπωσδήποτε να αποφεύγεται». Λόγια σίγουρα πολύ σοφά, τα οποία φυσικά δεν ισχύουν μόνο για τον 18ο αιώνα...

Από εκεί και πέρα ο Καζανόβα ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπως στη Γερμανία, τη Ρωσία και την Αυστρία. Στις χώρες αυτές συναντήθηκε με μεγάλες προσωπικότητες της πολιτικής και του στρατού, ανάμεσα στις οποίες δεσπόζει σίγουρα εκείνη του Γερμανού ηγεμόνα Φρειδερίκου του Μέγα. Αν και στα απομνημονεύματά του ο Καζανόβα δεν αναφέρει τον ακριβή σκοπό των ταξιδιών του αυτών, πολλοί είναι εκείνοι οι οποίοι θεώρησαν ότι οφείλονταν σε μυστικές του αποστολές, για λογαριασμό βέβαια του γαλλικού θρόνου. Σύμφωνα μάλιστα με κάποια ανεπιβεβαίωτη φήμη στη Ρωσία ο Καζανόβα πρότεινε ο ίδιος τις υπηρεσίες του στην Αικατερίνη Β΄, την οποία φέρεται να συνάντησε και ιδιαίτερα. Έτσι κάποιοι δεν αποκλείουν ο Ιταλός να έγινε για ένα διάστημα ακόμη και διπλός πράκτορας. Τέλος, όταν αργότερα γύρισε στη Βενετία οι σύγχρονοί του έβλεπαν στο πρόσωπο του έναν τυχοδιώκτη, που δεν ήταν σίγουρο ούτε με τι καταγινόταν ούτε ήταν γνωστές οι πηγές των εσόδων του. Η φήμη που τον συνόδευε πια τον ήθελε τον πιο επικίνδυνο πράκτορα των αρχών ασφαλείας, ένα καλοστημένο τρικ της εξουσίας για να διεισδύσει αποτελεσματικότερα στους κύκλους του τότε υποκόσμου...


ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΟΒΑ

Και τι δεν έχει ειπωθεί και γραφτεί για τις γυναίκες που κατέκτησε ο μοναδικός Ιταλός εραστής! Φυσικά τα περισσότερα απ’ αυτά είναι υπερβολές, που διάνθισαν το πέρασμά του από τόσα και τόσα μέρη της γηραιάς ηπείρου. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί τις μεγάλες κατακτήσεις του Καζανόβα, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονται και ονόματα θηλυκών υπάρξεων που ανήκαν σε κύκλους της τότε ευρωπαϊκής εξουσιαστικής ελίτ. Είναι για παράδειγμα γνωστή η περιπέτεια που είχε ο Καζανόβα στο Παρίσι, όταν μαθεύτηκε ότι κέρδισε την καρδιά της ερωμένης του παντοδύναμου βασιλιά της Γαλλίας, του Λουδοβίκου ΙΕ΄. Έξαλλος ο σκληρός μονάρχης διέταξε την παραδειγματική τιμωρία του ανθρώπου, που τόλμησε να «αποπλανήσει» την γυναίκα που τόσο αγαπούσε και έδινε τα πάντα γι’ αυτήν, την μαντάμ ντε Πομπαντούρ. Τελικά ο Καζανόβα γλίτωσε ύστερα από παρέμβαση του «προστάτη» του, του Γάλλου υπουργού εξωτερικών, Φρανσουά ντε Μπερνίς. Και φυσικά δεν ξαναείδε ποτέ του την πανέμορφη μαντάμ ντε Πομπαντούρ...

Ίσως η μεγαλύτερη αγάπη του Καζανόβα να υπήρξε η Μάνον Μπαλέτι, κόρη πασίγνωστου ζεύγους Ιταλών ηθοποιών, που ζούσαν στη Γαλλία. Ο Καζανόβα γνώρισε την ομοεθνή του, όταν εκείνη ήταν ακόμη ανήλικη· η γνωριμία αυτή έγινε τυχαία, αφού η μητέρα της Μάνον, η Σίλβια Μπαλέτι, ήταν αδελφή ενός από τους μεγαλύτερους φίλους του Βενετσιάνου εραστή. Από την αρχή όμως υπήρξε αμοιβαία έλξη, η οποία οδήγησε σε έναν φλογερό έρωτα, παρά την σημαντική διαφορά ηλικίας που τους χώριζε (ο Καζανόβα ήταν 32 ετών, ενώ η Μάνον μόλις 17). Τα γράμματα που η κοπέλα έγραψε στον αγαπημένο της, συνολικά σαράντα δύο, έμειναν στην ιστορία του ρομαντισμού, αφού ήταν μεστά άπειρης αγάπης και βαθύτατων συναισθημάτων για εκείνον. Είναι χαρακτηριστικό ότι η νεαρή Μπαλέτι αποκαλεί στις επιστολές της τον Καζανόβα ως «εραστή μου, σύζυγέ μου, φίλε μου». Πάντως πολλοί ήταν εκείνοι που αμφέβαλλαν κατά πόσο ο Καζανόβα ήταν το ίδιο αφοσιωμένος στην φίλη του. Τελικά, ύστερα από πολλές περιπέτειες, οι γονείς της ανάγκασαν την Μάνον να αποτραβηχτεί από τον ερωμένο της και να αρραβωνιαστεί με τον ιδιαίτερο δάσκαλό της. Όμως η κοπέλα διέλυσε θυελλωδώς τον αρραβώνα της και λέγεται ότι αρραβωνιάστηκε με τον ίδιο τον Καζανόβα. Τον αγαπούσε μάλιστα τόσο πολύ, ώστε δεν δίστασε να πουλήσει όλα της τα χρυσαφικά, προκειμένου να τον ξεμπλέξει από κάποια χρέη του (που προήλθαν φυσικά από το άλλο του πάθος, το χαρτοπαίγνιο). Όλα όμως κάποτε τελειώνουν, το ίδιο και η τρελή αγάπη της κοπέλας για τον Καζανόβα. Μια μέρα, βλέποντας ότι εκείνος δεν της ήταν το ίδιο πιστός, τον εγκατέλειψε, για να παντρευτεί με έναν πλούσιο αρχιτέκτονα. Πέθανε μόλις στα 36 της χρόνια από σοβαρή ασθένεια. Ο Καζανόβα αφιερώνει στα απομνημονεύματά του αρκετό χώρο για την Μάνον Μπαλέτι, για την οποία φαίνεται ότι τελικά έτρεφε κάποια αγνά αισθήματα.

Μια άλλη ερωμένη του Καζανόβα ήταν η Μαρί-Λουΐζ Ο’ Μέρφι ντε Μπουασφέλι. Ήταν κόρη ενός Ιρλανδού αξιωματικού, που αργότερα εγκαταστάθηκε στη Ρουέν της Γαλλίας. Μετά το θάνατό του η οικογένειά της μετακόμισε στο Παρίσι, όπου τελικά έγινε ερωμένη του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΕ΄. Εκεί γνώρισε τον Καζανόβα, τον οποίο ερωτεύτηκε σφόδρα, με συνέπεια γρήγορα να απομακρυνθεί από το παλάτι. Για την ίδια είναι γνωστό ότι μετά τη γαλλική επανάσταση του 1789 φυλακίστηκε για τα φιλομοναρχικά της πιστεύω. Πέθανε σε ηλικία 77 ετών το 1814. Στα απομνημονεύματά του ο Καζανόβα αφιερώνει αρκετό χώρο και γι’ αυτή του την ερωμένη, κάτι που δείχνει ότι της είχε ιδιαίτερη αδυναμία.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Παρά τις αναμφισβήτητες επιτυχίες που πρόσφερε στη γαλλική κατασκοπεία κατά το πρώτο χρονικό διάστημα, ο Καζανόβα δεν κατάφερε και πάλι να σταθεροποιηθεί. Η συνέχεια της συνεργασίας του με τη διπλωματία του Παρισιού δεν ήταν ανάλογη, αφού και πάλι ο ήρωάς μας έμπλεξε στις γνωστές του ιστορίες, τις γεμάτες με πάθος και δόλο. Μετά τη λήξη του Επταετούς πολέμου βρέθηκε για ένα διάστημα στη Γερμανία, συγκεκριμένα στο Μόναχο, ενώ πηγές αναφέρουν ότι επέστρεψε και πάλι στη γενέτειρά του, όπου μάλιστα συνδέθηκε και με τις εκεί μυστικές υπηρεσίες! Μεσολάβησε ένα ταξίδι του στην Ισπανία, όπου όμως συνελήφθη για κάποια επεισόδια που προκάλεσε και παρέμεινε για αρκετό καιρό στη φυλακή της Βαρκελώνης. Εκεί συνέγραψε ένα κείμενό του για την ιστορία της Βενετίας, που ήταν ανασκευή της ιστορίας των Αμελό και Λαθισέ. Τελικά επέστρεψε και πάλι στο Παρίσι, όπου διορίστηκε βιβλιοθηκάριος στον πύργο ενός δούκα. Εκεί ασχολήθηκε με τη συγγραφή βιβλίων, όπως για παράδειγμα εκείνο που εξιστορεί την θρυλική του απόδραση από την «Μολυβένια» φυλακή της Βενετίας. Μεταξύ των έργων που συνέγραψε εκεί είναι και τα απομνημονεύματά του, τα οποία εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του, το 1798. Τα απομνημονεύματά του είναι γεμάτα από αφηγήσεις σχετικά με τις πολλές περιπέτειές του, τις ερωτικές του σχέσεις και τα ουκ ολίγα σκάνδαλα, στα οποία κατά καιρούς βρέθηκε μπλεγμένος. Όλα αυτά οδήγησαν το όνομά του να συνδεθεί με τη συνεχή περιπέτεια, τον έρωτα και το μυστήριο και να μείνει στην ιστορία ως συνώνυμο του ανεπανάληπτου αγαπητικού, καθώς και μιας ζωής πολυτάραχης και ασταθούς. Πάντως είναι βέβαιο ότι προς το τέλος της ζωής του ο Καζανόβα επέστρεψε και πάλι στη Βενετία, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή στο μέρος όπου πρωτοαντίκρισε το φως του ήλιου.

Πάντως αργότερα ο Καζανόβα, στα απομνημονεύματά του, χαρακτηρίζει την κατασκοπεία ως «διαφθορά» και μιλάει με απαξίωση για τη στρατολόγηση μυστικών πρακτόρων από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Είναι βέβαια αλήθεια ότι, ειδικά εκείνη την εποχή, οι μυστικές υπηρεσίες «αλίευαν» πληροφοριοδότες από τον υπόκοσμο και συνεργάζονταν με ανθρώπους αμφιβόλου ποιότητας και μάλλον χαμηλού διανοητικού επιπέδου. Δεν είναι συνεπώς καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι στρατολογημένοι πράκτορες των υπηρεσιών πληροφοριών αποκαλούνταν από τον απλό λαό «πλάσματα», κάτι που σίγουρα δεν τους τιμά... Στο πλαίσιο αυτό ο ίδιος ο Καζανόβα δίνει στην αυτοβιογραφία του ένα πάρα πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο· αναφέρει συγκεκριμένα ότι η περίφημη αποστολή του στην Δουνκέρκη στοίχισε συνολικά στο γαλλικό κράτος πάνω από 12.000 φράγκα, ενώ αν την είχε αναλάβει κάποιος αξιωματικός του γαλλικού ναυτικού δεν θα είχε κοστίσει απολύτως τίποτα.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1) Mitchell Buck: LIFE OF CASANOVA FROM 1774 TO 1798, Haskell House, Brooklyn, 1977

(2) Giacomo Casanova and Willard Trask: THE HISTORY OF MY LIFE, Johns Hopkins University Press, Baltimore, 1997

(3) J. Rives Childs: CASANOVA, A NEW PERSPECTIVE, Paragon House, New York, 1988

(4) Derek Parker: CASANOVA, Sutton, 2002

151 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates