• .

Η επόμενη μάχη: εθνικές εκλογές, εκλογικά συστήματα και πολιτικά κόμματα

3.1.2022

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Περί του εκλογικού συστήματος


Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 54, παράγραφος 1: “Το εκλογικό σύστημα και οι εκλογικές περιφέρειες ορίζονται με νόμο που ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός και αν προβλέπεται η ισχύς του άμεσα από τις επόμενες εκλογές με ρητή διάταξη που ψηφίζεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών”. Το άρθρο αυτό αναθεωρήθηκε το 2001 (στο πλαίσιο της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων), έτσι ώστε να μην μπορεί πλέον η κατά καιρούς κυβερνητική πλειοψηφία να αλλάζει τον εκλογικό νόμο την τελευταία στιγμή πριν τις εκλογές -όπως κατά κόρον συνέβαινε παλαιότερα-, και κατά συνέπεια να μην δύναται να επιβάλλει εκλογικό σύστημα της προτίμησής της, προκειμένου να εξυπηρετηθούν στενά κομματικά και μόνο συμφέροντα.

Οι εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019 διεξήχθησαν βάσει του εκλογικού νόμου 3636/2008 (Νόμος Παυλόπουλου), ο οποίος αντικατέστησε τον προηγούμενο (3231/2004 ή Νόμος Σκανδαλίδη), εκείνος δε με τη σειρά του είχε αντικαταστήσει τον νόμο 1907/1990 (Νόμος Κούβελα). Ουσιαστικά, όλοι οι παραπάνω εκλογικοί νόμοι προωθούσαν το ίδιο εκλογικό σύστημα ενισχυμένης αναλογικής, αντίθετα από τον εκλογικό νόμο 1847/1989 (Νόμος Τσοχατζόπουλου), με τον οποίο ίσχυε η απλή αναλογική στην κατανομή των εδρών βάσει της καταμέτρησης των ψήφων σε πανελλαδικό επίπεδο.

Ο νόμος του 1989, ο οποίος ψηφίστηκε μόλις δύο μήνες πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989, οδήγησε τον τόπο σε παρατεταμένη ακυβερνησία. Χρειάστηκε να διεξαχθούν, μέσα σε λίγους μήνες, τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, προκειμένου να προκύψει απ' τη Βουλή σταθερή κυβέρνηση! Το πρώτο κόμμα και των τριών εκλογών της περιόδου 1989-1990 -η Νέα Δημοκρατία-, αν και έλαβε κατά σειρά πάνω από 44% (Ιούνιος 1989), πάνω από 46% (Νοέμβριος 1989) και σχεδόν 47% (Απρίλιος 1990) των ψήφων, εν τούτοις σε καμία από τις εν λόγω εκλογικές μάχες δεν έλαβε την απόλυτη πλειοψηφία [αυτοδυναμία] στο κοινοβούλιο, ήτοι 151 έδρες! Είναι χαρακτηριστικό ότι πήρε κατά σειρά τον εξής αριθμό εδρών: 145 έδρες τον Ιούνιο του 1989, με 44,25% των ψήφων, 148 έδρες τον Νοέμβριο του 1989, με 46,19% των ψήφων και -οριακά- 150 έδρες τον Απρίλιο του 1990, με 46,89% των ψήφων. Για να γίνει πρωθυπουργός ο τότε ηγέτης της ΝΔ, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, χρειάστηκε να συμπράξει το αποσχισθέν από τη ΝΔ κόμμα της Δημοκρατικής Ανανέωσης, του Κωστή Στεφανόπουλου, με τον μοναδικό βουλευτή που εξέλεξε το 1990...

Για να κατανοηθεί πλήρως πόσο μεγάλο ρόλο παίζει το εκλογικό σύστημα στις πολιτικές εξελίξεις, αξίζουν να σημειωθούν τούτα: 1) Στις εκλογές του 1985, με το 45,82% των ψήφων, το πρώτο ΠΑΣΟΚ πήρε 161 βουλευτικές έδρες (άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία) και κυβέρνησε απρόσκοπτα επί 4 συνεχή χρόνια· το ποσοστό αυτό υπολειπόταν π.χ. κατά 1% από εκείνο της ΝΔ πέντε χρόνια αργότερα (Απρίλιος 1990), κι όμως το ΠΑΣΟΚ είχε λάβει 11 έδρες περισσότερες με λιγότερο ποσοστό ψήφων, ένεκα του ισχύοντος τότε εκλογικού συστήματος ενισχυμένης αναλογικής. 2) Στις εκλογές του 1993, οι οποίες διεξήχθησαν με το σύστημα ενισχυμένης αναλογικής του 1990, το πρώτο πάλι ΠΑΣΟΚ, με 46,88% των ψήφων, έλαβε 170 έδρες· δηλαδή, με το ίδιο ακριβώς ποσοστό που είχε λάβει η ΝΔ 3,5 χρόνια προηγουμένως πήρε 20 ολόκληρες έδρες περισσότερες!

Μετά το 1990, και έως την κατάρρευση του παλαιού δικομματισμού στις διπλές εκλογές του 2012, η Ελλάδα είχε σταθερές (μονοκομματικές) κυβερνήσεις. Κι ετούτο, λόγω του ότι όλες οι εκλογές έγιναν με συστήματα ενισχυμένης -και όχι απλής- αναλογικής. Όμως η εικόνα αυτή άλλαξε το 2012, όχι εξαιτίας κάποιου άλλου εκλογικού συστήματος, αλλά λόγω της πρώτης φάσης της οικονομικής κρίσης, εκείνης της περιόδου 2009-2011, η οποία οδήγησε στην αποσύνθεση του παλαιού πολιτικού τοπίου. Είναι πολύ χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι το κυβερνών την εποχή εκείνη ΠΑΣΟΚ έπεσε μέσα σε μόλις 2,5 χρόνια από το 44% στο 13% (και 12% τον Ιούνιο 2012) των ψήφων! Έχασε δηλαδή τα 3/4 της δύναμής του! Ο δε κυρίαρχος αμέσως πιο πριν δικομματισμός (αθροιστικά ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) κατεδαφίστηκε την ίδια περίοδο από το σχεδόν 78% των εκλογών του 2009 στο μόλις 32% των εκλογών του Μαΐου 2012 και, τελικά, στο 41% του Ιουνίου της ίδιας χρονιάς! Απώλεσε, συνεπώς, τη μισή του δύναμη...

Την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύτηκε η άκρα Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία σταδιακά κατέστη αξιωματική αντιπολίτευση (2012) και, εν τέλει, κυβέρνηση της χώρας μετά τις πρόωρες εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015. Υπό τον Αλέξη Τσίπρα ο ΣΥΡΙΖΑ κατέγραψε ένα μικρό θαύμα: μέσα σε 5 μόλις χρόνια εννιαπλασίασε την εκλογική του δύναμη! Πράγματι, από το 4,60% τον Οκτώβριο του 2009 έφτασε αρχικά στο 16,78% τον Μάιο του 2012 (4 φορές πάνω), στο 26,89% τον Ιούνιο του 2012 (6,5 φορές πάνω) και, τελικά, στο 36,34% τον Ιανουάριο του 2015 (δηλ. 9 φορές πάνω εν σχέσει με το 2009), ποσοστό που διατήρησε και στις έκτακτες βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, όταν και πήρε το 35,46% των ψήφων, κι αυτό παρά τη διάσπασή του μόλις μερικές εβδομάδες νωρίτερα. Πάντως ο ΣΥΡΙΖΑ, αν και βγήκε άνετα πρώτο κόμμα στις δίδυμες εκλογές του 2015, ποτέ δεν κατόρθωσε να πάρει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, λόγω των σχετικά χαμηλών του ποσοστών: πήρε κατά σειρά 149 έδρες τον Ιανουάριο του 2015 και 145 έδρες τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους. Χρειάστηκε τότε να επιστρατευτεί το εθνικιστικό κόμμα των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, υπό τον Πάνο Καμμένο, για να σχηματιστεί -και τις δύο φορές- σταθερή κυβέρνηση.

Το εκλογικό σύστημα του 2004 (ψηφίστηκε στις αρχές της χρονιάς, λίγες μόνο εβδομάδες πριν τις εκλογές της 7ης Μαρτίου 2004) χαρακτηρίστηκε ως σύστημα ενισχυμένης αναλογικής, αν και η φιλοσοφία του υπήρξε αυτή της απλής αναλογικής. Κι ετούτο, διότι παρά το γεγονός ότι συσχέτιζε τον αριθμό των εδρών κάθε κόμματος -που θα υπερέβαινε βέβαια το φράγμα του 3%, που καθιερώθηκε σε όλα τα εκλογικά συστήματα από το 1990 και ύστερα- με το πανελλαδικό του πσοοστό (άρα ήταν σύστημα απλής αναλογικής), εν τούτοις έδινε ένα “μπόνους” 40 εδρών στο πρώτο κόμμα, ώστε να σχηματίζεται κατ' αυτό τον τρόπο σταθερή (αυτοδύναμη) κυβέρνηση. Ουσιαστικά, δηλαδή, ο Νόμος Σκανδαλίδη έθετε ένα σύστημα απλής αναλογικής, με την εξαίρεση του ως άνω “μπόνους”, και για τον λόγο αυτό ονομάστηκε ενισχυμένη αναλογική. Σημείωση: λόγω της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001, το σύστημα αυτό δεν ίσχυσε στις βουλευτικές εκλογές του 2004, οι οποίες διεξήχθησαν με τον νόμο του 1990, αλλά στις μεθεπόμενες εκλογές, δηλ. του 2007.

Περίπου το ίδιο εκλογικό σύστημα διατηρήθηκε και με τον επόμενο εκλογικό νόμο (τον Νόμο Παυλόπουλου), με τη διαφορά ότι το “μπόνους” εδρών του πρώτου κόμματος αυξήθηκε αυτή τη φορά στις 50 έδρες. Έτσι, με βάση βέβαια το “πλαφόν” του 3% για είσοδο στη Βουλή, το ΠΑΣΟΚ έλαβε το 2009, 160 έδρες (110 με απλή αναλογική και 50 με το “μπόνους”), αλλά ήταν το μεγάλο εκλογικό του ποσοστό, της τάξης του 44%, που του έδωσε άνετη βουλευτική πλειοψηφία. Πραγματικά, τόσο στις διπλές εκλογές του 2012 όσο και στις -διπλές επίσης- εκλογές του 2015, και παρά την ύπαρξη του “μπόνους” αυτού, κανένα κόμμα δεν πήρε την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, λόγω των χαμηλών τους ποσοστών. Ειδικά η ΝΔ, το 2012, με κάτω του 19% και του 30% αντίστοιχα στις εκλογές Μαΐου και Ιουνίου, δεν μπόρεσε καν να πλησιάσει την αυτοδυναμία των 151 εδρών. Ο ΣΥΡΙΖΑ, με πάνω από το 35% των ψήφων στις δίδυμες εκλογές του 2015, άγγιξε μεν την αυτοδυναμία, αλλά δεν έφτασε ποτέ σ' αυτή.

Τελικά, με τον νόμο 4406/2016 ο ΣΥΡΙΖΑ έφερε ξανά εκλογικό σύστημα απλής αναλογικής. Με υπουργό εσωτερικών τον Παναγιώτη Κουρουμπλή, πρώην μεγαλοστέλεχος του ΠΑΣΟΚ που διαχώρισε τη θέση του από το “Κίνημα” λόγω της πολιτικής λιτότητας των Μνημονίων, ψηφίστηκε από ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ η απλή αναλογική, διά της οποίας ενώ διατηρήθηκε το φράγμα του 3% για την εκπροσώπηση κόμματος στη Βουλή, εν τούτοις καταργήθηκε η πριμοδότηση του πρώτου κόμματος με επιπλέον έδρες (40 του Νόμου Σκανδαλίδη και 50 του Νόμου Παυλόπουλου). Ουσιαστικά, το σύστημα αυτό προωθούσε τις κυβερνητικές συνεργασίες κομμάτων, εφ' όσον πολύ δύσκολα ένα κόμμα από μόνο του μπορεί να πιάσει πολύ μεγάλο εκλογικό ποσοστό, για να ξεπεράσει τις 150 έδρες στη Βουλή. Μ' αυτό το εκλογικό σύστημα -την απλή αναλογική- θα διεξαχθούν οι επόμενες εθνικές εκλογές, όποτε και αν γίνουν.

Όμως η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, το 2020, κατάργησε την απλή αναλογική και επανέφερε -με υπουργό εσωτερικών τον Τάκη Θεοδωρικάκο- σύστημα ενισχυμένης αναλογικής (νόμος 4654/2020). Στην ουσία πρόκειται για ένα μεικτό εκλογικό σύστημα -όπως εκείνα που θεσπίστηκαν με τους νόμους του 2004 και του 2008-, με κλιμακωτό αυτή τη φορά “μπόνους” εδρών για το πρώτο κόμμα και με αυστηρή προϋπόθεση το ελάχιστο ποσοστό του 25% των ψήφων, προκειμένου να πριμοδοτηθεί το κόμμα αυτό. Φυσικά, η αυτοδυναμία εξαρτάται και πάλι από δύο παράγοντες: α) το ύψος του ποσοστού που θα λάβει ο νικητής των εκλογών και β) το άθροισμα των ποσοστών των κομμάτων που δεν θα ξεπεράσουν το φράγμα του 3% και θα μείνουν εκτός Βουλής. Έτσι, η πρώτη στις εκλογές του 2019 Νέα Δημοκρατία: Α) Με το σύστημα του 2008 που ίσχυσε και στις εκλογές του 2019, έλαβε -με ποσοστό ψήφων 39,85%- 158 έδρες. Β) Εάν ίσχυε η απλή αναλογική του ΣΥΡΙΖΑ, με το ίδιο ποσοστό θα έπαιρνε 130 έδρες, δηλαδή 28 ολόκληρες έδρες λιγότερες· για να πετύχαινε αυτοδυναμία θα έπρεπε να λάβει ποσοστό 46,27% (που θα αντιστοιχούσε στις ελάχιστες, 151 έδρες). Γ) Τέλος, εάν ίσχυε το 2019 ο νέος εκλογικός νόμος (της ΝΔ), θα έπαιρνε άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία 158 βουλευτών, ακριβώς όσες είχε λάβει και το 2019, αφού κατά το νέο εκλογικό σύστημα αυτοδύναμο βγαίνει το πρώτο κόμμα ακόμη και με το 37,5% των ψήφων. Με το νέο εκλογικό σύστημα δεν θα διεξαχθούν πάντως οι επόμενες εκλογές, αλλά οι μεθεπόμενες.


Δίδυμες (διπλές) εκλογές


Σε δηλώσεις και συνεντεύξεις του, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ξεκαθαρίσει, ουκ ολίγες φορές, δύο πράγματα: α) ότι προτίθεται να εξαντλήσει την τετραετία, συνεπώς οι επόμενες βουλευτικές εκλογές δεν θα γίνουν πριν από το καλοκαίρι του 2023 και β) ότι στόχο του αποτελεί η αυτοδύναμη κυβέρνηση και όχι μία κυβέρνηση συνεργασίας με άλλο κόμμα ή κόμματα. Τι σημαίνει αυτό με απλά λόγια; Ότι, επειδή ακριβώς η ΝΔ -αν και, κατά τα φαινόμενα, θα είναι και πάλι πρώτο κόμμα- δεν θα πετύχει την αυτοδυναμία εξαιτίας της απλής αναλογικής, τότε θα πάμε και πάλι σε (επαναληπτικές) εκλογές, ενάμισι μήνα μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές! Δηλαδή, σε “δεύτερη Κυριακή”, όπως ακριβώς συνέβη το 2012...

Τι συνέβη το 2012; Στις 6 Μαΐου 2012 διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές, οι οποίες έφεραν τα πάνω κάτω στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Η Νέα Δημοκρατία, υπό τον Αντώνη Σαμαρά, αν και πρώτη, έλαβε το χαμηλότερο ποσοστό της ιστορίας της: 18,85%. Με το ποσοστό αυτό πήρε μόλις 108 έδρες, πολύ μακράν του ονείρου της αυτοδυναμίας που είχε εκφράσει προεκλογικά ο (εκτός πραγματικότητας ευρισκόμενος) Σαμαράς... Αμέσως μετά, το σοκ! Ο ακροαριστερός ΣΥΡΙΖΑ, με ηγέτη τον Αλέξη Τσίπρα, πήρε 16,78% και 52 έδρες! Το δε ΠΑΣΟΚ, με αρχηγό από τον Μάρτιο του 2012 τον Ευάγγελο Βενιζέλο, έπεσε κάτω κι από το ποσοστό που είχε λάβει στις εκλογές του 1974, με μόλις 13,18% των ψήφων (41 έδρες). Στη Βουλή μπήκαν επίσης τα εξής κόμματα: Ανεξάρτητοι Έλληνες (10,62% και 33 έδρες), ΚΚΕ (8,48% και 26 έδρες), Χρυσή Αυγή (6,97% και 21 έδρες) και Δημοκρατική Αριστερά (6,11% και 19 έδρες). Περίπου 20% άθροισαν τα κόμματα που έμειναν εκτός Βουλής, αριθμός πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα! Τρία μάλιστα εξ αυτών (οι Οικολόγοι Πράσινοι, ο ΛΑΟΣ και η Δημοκρατική Συμμαχία) έμειναν οριακά εκτός κοινοβουλίου...

Με επτά κόμματα στη Βουλή και με τον δεδομένο καταμερισμό δυνάμεων σε έδρες, αποδείχτηκε αδύνατος ο σχηματισμός κυβέρνησης. Μέσα σε δύο μόλις ημέρες η Βουλή που ορκίστηκε, διαλύθηκε· νέες εκλογές προκηρύχθηκαν για τις 17 Ιουνίου 2012. Σ' αυτές ενισχύθηκε ο διπολισμός. Η ΝΔ, μέσα σε έξι μόνο εβδομάδες, αύξησε κατά 10% και πλέον τη δύναμή της: τη φορά αυτή πήρε 29,66% και ανέβασε τις έδρες της σε 129 (+21 σε σχέση με τον Μάιο). Το εκβιαστικό προεκλογικό δίλημμα του Σαμαρά, “ευρώ ή δραχμή”, λειτούργησε θετικά για τη ΝΔ, παρά το γεγονός ότι το ποσοστό που τελικά πήρε υπολειπόταν ακόμη και εκείνου της συντριβής που υπέστη στις εκλογές του 2009. Αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσίασε μέσα σε 42 μέρες ανάλογη άνοδο: με 26,89% και 71 έδρες (+19 σε σχέση με τον Μάιο) παγιώθηκε ως αξιωματική αντιπολίτευση. Όλα σχεδόν τα υπόλοιπα κόμματα παρουσίασαν πτώση των ποσοστών τους, αν και παρέμειναν και στη νέα Βουλή: το ΠΑΣΟΚ έπεσε στο 12,28% (33 έδρες, -8 σε σχέση με τον Μάιο), οι Ανεξάρτητοι Έλληνες έπεσαν στο 7,51% (20 έδρες, -13 σε σχέση με τον Μάιο), η Χρυσή Αυγή έπεσε -οριακά- στο 6,92% (18 έδρες, -3 σε σχέση με τον Μάιο), η Δημοκρατική Αριστερά ανέβηκε -οριακά, αλλά με λιγότερες έδρες- στο 6,25% (17 έδρες, -2 σε σχέση με τον Μάιο) και, τέλος, το ΚΚΕ υπέστη συντριβή, πέφτοντας στο 4,50% και 12 έδρες (-14 σε σχέση με τον Μάιο). Όλα τα υπόλοιπα (εξωκοινοβουλευτικά) κόμματα έχασαν ποσοστά και συνετρίβησαν. Αυτή τη φορά, τρία κόμματα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ) συμφώνησαν για τον σχηματισμό τρικομματικής κυβέρνησης, υπό τον Σαμαρά.

Τι φανερώνει η εμπειρία των διπλών εκλογών του 2012; Ότι στις επαναληπτικές εκλογές κυριαρχεί η πόλωση. Κάτι που ευνοεί, ασφαλώς, τα δύο πρώτα σε ψήφους κόμματα της πρώτης εκλογικής Κυριακής. Έτσι, εν σχέσει με τον Μάιο, τον Ιούνιο του 2012 ο δικομματισμός/διπολισμός ανέβασε εντυπωσιακά τα ποσοστά του, αφού αθροιστικά ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ έλαβαν σχεδόν το 57% των ψήφων από το σχεδόν 36% που είχαν πάρει έναν περίπου μήνα προηγουμένως. Αντίθετα οι υπόλοιπες κοινοβουλευτικές δυνάμεις συρρικνώθηκαν αθροιστικά από το 45% περίπου που είχαν πάρει τον Μάιο, στο περίπου 35% τον Ιούνιο (δηλαδή 10% λιγότερο μέσα σε μερικές μόνο εβδομάδες). Όσο για τα υπόλοιπα κόμματα -εκείνα που δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν το 3% και να εισέλθουν στη Βουλή-, αυτά έπεσαν από το περίπου 20% του Μαΐου στο περίπου 6% του Ιουνίου: κυριολεκτικά εξαϋλώθηκαν, χάνοντας σχεδόν το ένα τέταρτο των δυνάμεών τους!

Διπλές εκλογές (κάπως πιο ιδιότυπες) είχαμε και το 2015. Η κυβέρνηση Σαμαρά έπεσε στα τέλη του 2014 και πρόωρες εκλογές προκηρύχθηκαν για τις 25 Ιανουαρίου 2015. Στις ευρωεκλογές που προηγήθηκαν το 2014 ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να αναδειχθεί πρώτο κόμμα. Πράγματι, η δυναμική εκείνη τον ευνόησε, αφού τον Ιανουάριο του 2015 ανέβηκε στο 36,34% των ψήφων και στις 149 έδρες. Η ΝΔ έπεσε -οριακά πάντως σε σχέση με το 2012- στο 27,81% και τις 76 έδρες. Τρίτη αναδείχτηκε η Χρυσή Αυγή -χάνοντας όμως ποσοστό σε σχέση με το 2012-, με 6,28% και 17 έδρες. Το νεοσύστατο Ποτάμι πήρε 6,05% και 17 έδρες, όσες και οι νεοναζί. Το ΚΚΕ ανέβηκε (ελάχιστα) σε σχέση με το 2012, στο 5,47%, με 15 έδρες. Οι ΑΝΕΛ έπεσαν ακόμη περισσότερο, τόσο σε σχέση με τον Μάιο όσο και σε σχέση με τον Ιούνιο του 2012, λαμβάνοντας 4,75% και 13 έδρες, το δε ΠΑΣΟΚ συνετρίβη, ερχόμενο έβδομο στη σειρά, με 4,68% και 13 επίσης έδρες... Είναι χαρακτηριστικό ότι εκτός Βουλής έμειναν το ΚΙΔΗΣΟ του Γιώργου Παπανδρέου (είχε ιδρυθεί μόλις στις αρχές του 2015), το οποίο πήρε 2,47% των ψήφων, αλλά και η ΔΗΜΑΡ, υπό τον Φώτη Κουβέλη, σε συμμαχία μάλιστα με τους Πράσινους, που κυριολεκτικά εξαφανίστηκε από τον πολιτικό χάρτη, με μόλις 0,49%... Κυβέρνηση συγκροτήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ, με κοινοβουλευτική πλειοψηφία 162 εδρών.

Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015, οδήγησε τη χώρα στα πρόθυρα εθνικής τραγωδίας... Αν και υποτίθεται ότι θα καταργούσε τα Μνημόνια με έναν νόμο και ένα άρθρο, ο Τσίπρας υποχώρησε στις απαιτήσεις των δανειστών, με συνέπεια τη διάσπαση του κόμματός του: ομάδα στελεχών με επικεφαλής τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Παναγιώτη Λαφαζάνη, αλλά και ο Γιάνης Βαρουφάκης διαφοροποιήθηκαν από τον τότε πρωθυπουργό, η κυβέρνηση έχασε την πλειοψηφία στη Βουλή, είχε προλάβει όμως να φέρει ένα τρίτο Μνημόνιο... Πρόωρες εκλογές προκηρύχθηκαν για τις 20 Σεπτεμβρίου 2015. Προς έκπληξη πολλών όμως, τα αποτελέσματά τους δεν απείχαν και πολύ από εκείνα του περασμένου Ιανουαρίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ διατήρησε σχεδόν το ποσοστό του: με 35,46% και 145 έδρες ήταν και πάλι με άνεση πρώτος. Η ευρισκόμενη σε κρίση εκείνη την εποχή ΝΔ -και με μεταβατικό αρχηγό λόγω της παραίτησης Σαμαρά μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015- πήρε το ίδιο ποσοστό με τον Ιανουάριο (28,09% και 75 έδρες). Η Χρυσή Αυγή ανέβηκε οριακά στο 6,99% (18 έδρες), ενώ η Δημοκρατική Συμπαράταξη -όπως ονομάστηκε η συμμαχία του ΠΑΣΟΚ με τη ΔΗΜΑΡ- κατάφερε να ανέλθει στο 6,28% και τις 17 έδρες. Το ΚΚΕ παρέμεινε στάσιμο (5,55% και 15 έδρες), ενώ το Ποτάμι γνώρισε πτώση (4,09% και 11 έδρες). Πτώση είχαν και οι ΑΝΕΛ, παίρνοντας μόλις 3,69% και 10 έδρες, ενώ στη Βουλή κατάφερε να μπει και ένα όγδοο κόμμα: η Ένωση Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη, με το 3,43% των ψήφων (9 έδρες). Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ διατηρήθηκε...

Τι βλέπουμε από τα παραπάνω; Ότι και το 2015, και παρά την κρίση του συστήματος, ο διπολισμός κατάφερε να συγκρατήσει τα ποσοστά του: περίπου τα 2/3 των ψηφοφόρων ψήφισαν (αθροιστικά) τους ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, τόσο τον Ιανουάριο όσο και τον Σεπτέμβριο του 2015. Αντίθετα, οι διαφωνούντες με τον Τσίπρα (Λαϊκή Ενότητα) πήραν μόλις το 2,87% των ψήφων και δεν κατάφεραν καν να εκπροσωπηθούν στη νέα Βουλή. Άρα, και πάλι οι επαναληπτικές εκλογές δεν ευνόησαν όχι μόνο τα εξωκοινοβουλευτικά κόμματα -πλην του κόμματος Λεβέντη, που πάντως παρουσίαζε σταθερή άνοδο ήδη από τον Ιανουάριο του 2015-, αλλά ακόμη κι εκείνα που αποτελούνταν από πρώην σημαντικά στελέχη του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία τελικά βρέθηκαν εκτός κοινοβουλίου. Ξανά η “δεύτερη Κυριακή” φάνηκε να ευνοεί τα μεγαλύτερα κόμματα και καθόλου τα μικρότερα.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι, με κάποιες ιδιαιτερότητες βέβαια, το φαινόμενο των διπλών εκλογών εμφανίστηκε σε μερικό βαθμό και το 2019. Πρώτα ήταν οι -προγραμματισμένες ούτως ή άλλως- ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου 2019. Σ' αυτές, συνέβη η ανατροπή της, από το 2015, πολιτικής τάξης πραγμάτων στη χώρα: μετά από 4,5 χρόνια στην εξουσία, ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε, έχοντας προλάβει όμως να ξεπουλήσει τη Μακεδονία και να περάσει πλήθος αντεθνικών και αντιχριστιανικών νόμων. Απ' την άλλη, η Νέα Δημοκρατία επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο (με νέο ηγέτη, από τις αρχές του 2016, τον Κυριάκο Μητσοτάκη) και αναδείχθηκε με διαφορά πρώτο κόμμα. Ήταν φανερό ότι οι συσχετισμοί των δυνάμεων είχαν αλλάξει. Γι' αυτό, ο Αλέξης Τσίπρας αναγκάστηκε να καταφύγει σε πρόωρες εθνικές εκλογές τρεις μήνες πριν από την κανονική διάλυση της Βουλής του Σεπτεμβρίου 2015.

Στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019 η ΝΔ πήρε 33,12% των ψήφων και 8 ευρωέδρες, τρεις περισσότερες από όσες είχε λάβει το 2014. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε δέκα ολόκληρες μονάδες πίσω, παίρνοντας ποσοστό μόλις 23,75% (6 έδρες). Τρίτο αναδείχτηκε το Κίνημα Αλλαγής -μια μεταμόρφωση του ΠΑΣΟΚ-, με 7,72% (2 έδρες), δείχνοντας ελαφρά σημεία ανάκαμψης. Ακολούθησε το ΚΚΕ, πάντοτε στάσιμο, με 5,35% και 2 επίσης έδρες στο ευρωκοινοβούλιο. Η Χρυσή Αυγή έχασε παραπάνω από το ήμισυ της δύναμής της, σε σχέση με τις ευρωεκλογές του 2014, πέφτοντας στο 4,87% και κερδίζοντας 2 επίσης έδρες. Τέλος, το νέο κόμμα της Ελληνικής Λύσης, υπό τον Κυριάκο Βελόπουλο, κατάφερε -παρά τις δημοσκοπικές έρευνες που έδειχναν το αντίθετο- να λάβει το 4,18% των ψήφων και να εξασφαλίσει μία έδρα στην Ευρωβουλή. Για ελάχιστα δεν μπήκε στο ευρωκοινοβούλιο το κόμμα ΜέΡΑ25, λαμβάνοντας 2,99% των ψήφων. Κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν από το πολιτικό τοπίο κόμματα όπως: η Πλεύση Ελευθερίας της πρώην προέδρου της Βουλής Ζωής Κωνσταντοπούλου (1,61%), το Ποτάμι, που κατόπιν διαλύθηκε (1,52%), η Ένωση Κεντρώων (1,45%), ο ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη, σε συμμαχία με την ακροδεξιά Πατριωτική Ριζοσπαστική Ένωση του στρατηγού Ελευθέριου Συναδινού (1,23%), οι ΑΝΕΛ του Καμμένου (0,80%) και η Λαϊκή Ενότητα του πρώην υπουργού του ΣΥΡΙΖΑ Λαφαζάνη (0,56%)...

Στις 7 Ιουλίου 2019 διεξήχθησαν οι εθνικές εκλογές. Καμία έκπληξη δεν προξένησε η πρωτιά της ΝΔ (39,85% και 158 έδρες), πολύ μπροστά από τον δεύτερο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος πάντως ανέκαμψε σε σχέση με τη συντριβή του έναν μήνα προηγουμένως στις ευρωεκλογές (31,53% και 86 έδρες). Το ΚΙΝΑΛ έφτασε στο 8,10% (22 έδρες), σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από εκείνο που είχε λάβει το ΠΑΣΟΚ τον Ιανουάριο του 2015. Τέταρτο ήρθε το ΚΚΕ, για μια ακόμη φορά με σταθερό ποσοστό (5,30% και 15 έδρες), ενώ ακολουθούσε η Ελληνική Λύση, η οποία έδειξε σημαντική σταθερότητα μετά την επιτυχία της στις ευρωεκλογές που προηγήθηκαν (3,70% και 10 έδρες). Τέλος, αυτή τη φορά το ΜέΡΑ25, με ηγέτη τον πρώτο υπουργό οικονομικών του Τσίπρα, Γιάνη Βαρουφάκη, κατόρθωσε να μπει στη Βουλή, με ποσοστό 3,44% και 9 έδρες. Οι ναζιστές της Χρυσής Αυγής, με 2,93%, ηττήθηκαν κατά κράτος, χάνοντας την εκπροσώπηση στη Βουλή και πληρώνοντας την αρρωστημένη νοοτροπία της ηγεσίας τους, που περιχαράκωσε το κόμμα με το γνωστό δόγμα “εναντίον όλων”. Για πρώτη φορά, δέκα ολόκληρα χρόνια μετά τον θρίαμβο του ΠΑΣΟΚ το 2009, σχηματίστηκε στη χώρα αυτοδύναμη κυβέρνηση, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Τι έδειξαν τα αποτελέσματα των εκλογών της 7ης Ιουλίου 2019, σε συνδυασμό μάλιστα με εκείνα των ευρωεκλογών που είχαν προηγηθεί; Ότι και πάλι, μέσα σε διάστημα έξι εβδομάδων, ο δικομματισμός ενισχύθηκε. Συγκεκριμένα, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ αύξησαν αθροιστικά τα ποσοστά τους: από λιγότερο του 57% τον Μάιο ανήλθαν στο περίπου 71,5% τον Ιούνιο, συνεπώς κέρδισαν πάνω από 14% του εκλογικού σώματος μέσα σε 1,5 μόνο μήνα. Από εκεί και πέρα, όλα τα υπόλοιπα κόμματα που μπήκαν στην ελληνική Βουλή παρουσίασαν σταθερότητα-στασιμότητα των ποσοστών τους, κάτι που μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη τους επιτυχία με δεδομένο το κλίμα πόλωσης που επικράτησε προεκλογικά. Όμως η άνοδος κατά 14% και πλέον των δύο πρώτων κομμάτων λειτούργησε εις βάρος των εξωκοινοβουλευτικών δυνάμεων. Πράγματι, η μεν Χρυσή Αυγή έπεσε μεταξύ Μαΐου και Ιουλίου 2019 κατά 2 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες, μένοντας τελικά έξω από το κοινοβούλιο, ενώ κόμματα όπως οι ΑΝΕΛ ή ο ΛΑΟΣ αποφάσισαν να απέχουν από τη νέα εκλογική διαδικασία, φοβούμενα ότι θα γνωρίσουν σ' αυτή απίστευτο εκλογικό όλεθρο. Είναι ενδεικτικό ότι ενώ στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019 τα κόμματα που δεν έλαβαν ευρωέδρα -αυτά δηλαδή που βρέθηκαν κάτω του εκλογικού φράγματος του 3%- πήραν συνολικά περίπου 21% των ψήφων, στις βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου 2019 έπεσαν στο 6% περίπου, άρα 3,5 φορές πιο κάτω!

Υπό αυτές τις συνθήκες (το πιθανότερο) πρόκειται να διεξαχθεί η επόμενη εκλογική αναμέτρηση για τη Βουλή των Ελλήνων. Φαίνεται ότι η στρατηγική του Μητσοτάκη είναι η στρατηγική των “δύο γύρων”: να “κάψει” την απλή αναλογική στις πρώτες εκλογές (γνωρίζοντας ότι, έτσι κι αλλιώς, ουδείς θα βγει αυτοδύναμος) και να πάει στις δέυτερες εκλογές με τον νέο εκλογικό νόμο, αλλά και με το σύστημα της λίστας -χωρίς σταυροδοσία-, γεγονός που θα του επιτρέψει, εκτός της επίτευξης της αυτοδυναμίας, να δημιουργήσει μία κοινοβουλευτική ομάδα των προτιμήσεών του και να ελέγξει, βεβαίως, απόλυτα το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Από εκεί και πέρα, λοιπόν, πέραν της διαφαινόμενης ενίσχυσης της ΝΔ ανάμεσα στην “πρώτη” και τη “δεύτερη Κυριακή” των εκλογών, που θα της εξασφαλίσει κατά πάσα πιθανότητα την πλειοψηφία στη Βουλή, προκύπτουν οι εξής προοπτικές:

Α) Ποιος θα βρεθεί στη δεύτερη θέση; Εδώ το κλειδί το κρατάει το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ. Είναι φανερό ότι (ούτε) στην αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ τραβάει. Δεν διαθέτει πλέον καμία δυναμική στην κοινωνία. Οι μέρες της ραγδαίας ανόδου του, ανάμεσα στο 2011 και το 2015, είναι πια μακρινό παρελθόν. Οπότε, υπάρχει το εξής σενάριο. Ο ΣΥΡΙΖΑ να βρεθεί στις επόμενες εκλογές (του πρώτου γύρου) πολύ πίσω από τη ΝΔ -π.χ. πάνω από 10%-, ενώ το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ να είναι μεν τρίτο, αλλά με μικρή αυτή τη φορά διαφορά από τον ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, στις αμέσως επόμενες εκλογές, που θα ακολουθήσουν έναν μήνα μετά, η μεν ΝΔ θα ξαναβγεί χωρίς πρόβλημα πρώτη -και προφανώς με αυξημένο ποσοστό λόγω πόλωσης-, οι δε ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ θα παλέψουν για τη δεύτερη θέση! Πάμε, λοιπόν, ενδεχομένως για ανατροπή των παρόντων πολιτικών συνθηκών και ισορροπιών.

Β) Υπάρχει για το σύστημα ο αστάθμητος παράγοντας της πατριωτικής Ελληνικής Λύσης. Το κόμμα αυτό, από το 2019 και μετά, αποτελεί κατ' ουσίαν τη μοναδική αξιόπιστη αντιπολιτευτική φωνή μέσα στη Βουλή· ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ, ΚΚΕ και ΜέΡΑ25 συντάχθηκαν, από την πρώτη στιγμή, με το νεοεποχίτικο αφήγημα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που τόσο προωθεί στην Ελλάδα τα συμφέροντα της παγκοσμιοποίησης. Μόνη της απέμεινε η Ελληνική Λύση να εναντιώνεται στην ισοπέδωση του ελληνισμού που απειλητικά πλησιάζει. Αναζητεί τρόπους, λοιπόν, το κατεστημένο προκειμένου να καταπολεμήσει την Ελληνική Λύση. Στήνει κόμματα-”μαϊμού” στον ευρύτερο “πατριωτικό χώρο”, προσδοκώντας αυτά να κόψουν πολύτιμες ψήφους από το κόμμα του κυρίου Βελόπουλου. Υπό συνθήκες δίδυμων εκλογών, το καθεστώς ελπίζει να μην υπάρχει την επόμενη τετραετία στη Βουλή καμία απολύτως πατριωτική εκπροσώπηση.

Γ) Δύσκολα θα μπει άλλο κόμμα στην επόμενη Βουλή, πέραν των υπαρχόντων. Καμία απολύτως δημοσκόπηση, από την επομένη των προηγούμενων εθνικών εκλογών (2019) και ύστερα, δεν δείχνει να υπάρχει ιδιαίτερη δυναμική για τις σημερινές εξωκοινοβουλευτικές πολιτικές δυνάμεις. Η Χρυσή Αυγή, κυρίαρχη στην Ακροδεξιά μέχρι πριν από μερικά χρόνια, έχει τριχοτομηθεί, ενώ αντιμετωπίζει και το φάσμα της πλήρους διάλυσης ως “εγκληματική οργάνωση”. Η Πλεύση Ελευθερίας, περιχαρακωμένη κι αυτή στην ακροαριστερή πτέρυγα του πολιτικού τόξου (αντί να τολμήσει άνοιγμα η κα Κωνσταντοπούλου προς ευρύτερους πολιτικούς χώρους), δεν έχει καμία ελπίδα να εισέλθει στο κοινοβούλιο. Η Δημιουργία Ξανά του Θάνου Τζήμερου (σε συμμαχία πλέον με τη Νέα Δεξιά του Φαήλου Κρανιδιώτη) κινείται επίσης σε χαμηλά δημοσκοπικά ποσοστά. Πλέον των παραπάνω, όλοι οι υπόλοιποι κινούνται πολύ κάτω του 1%, δεν υφίσταται δε σοβαρή πιθανότητα έως τις επόμενες εκλογές να σχηματιστεί κάτι το πολύ ισχυρό από τις τωρινές εξωπολιτικές δυνάμεις που θα μπορούσε να ανατρέψει την καθεστηκυία τάξη. Ακόμη και αν κάποιο από τα κόμματα που σήμερα κινούνται μεταξύ 1% και 2% στα γκάλοπ (Έλληνες για την Πατρίδα, Πλεύση Ελευθερίας, Χρυσή Αυγή, Δημιουργία Ξανά/Νέα Δεξιά) κατορθώσει τελικά να ξεπεράσει το 3% την “πρώτη Κυριακή” των εθνικών εκλογών και να μπει στη Βουλή, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι στον επαναληπτικό γύρο θα απωλέσει μεγάλο μέρος του ποσοστού του και δεν θα περάσει εκ νέου το εκλογικό όριο.


Συμπέρασμα


Με βάση όλα αυτά τα δεδομένα (εκλογικά συστήματα απλής και ενισχυμένης αναλογικής, δίδυμες εθνικές εκλογές), οδεύουμε χοντρικά προς μία επανάληψη του αποτελέσματος των βουλευτικών εκλογών του 2019. Η πλανητική εξουσία έχει ανάγκη από μία ακόμη θητεία του Μητσοτάκη, ώστε ο τελευταίος να κάνει πράξη τον αντινατιβισμό του κατά των αυτοχθόνων Ελλήνων, και γι' αυτό τον λόγο θα τον στηρίξει απόλυτα μέχρι την ημερομηνία της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης: δημιουργείται ήδη η ψευδαίσθηση της “ανάπτυξης” -με το Ταμείο Ανασυγκρότησης και το ΕΣΠΑ των συνολικά 77 δις ευρώ, με τις επενδύσεις και τα μεγάλα έργα-, καθώς και η απατηλή εικόνα των αντιτουρκικών συμμαχιών που συνήψε η Ελλάδα (ΑΟΖ, μεταναστευτικό κτλ.) και, τέλος, η πλύση εγκεφάλου του πληθυσμού μέσω των συστημικών ΜΜΕ σχετικά με την πανδημία, προκειμένου οι ψηφοφόροι της ΝΔ, αν και σε μεγάλο βαθμό δυσαρεστημένοι, να ψηφίσουν και πάλι τον σημερινό πρωθυπουργό. Εκκρεμής παραμένει η δεύτερη θέση, αφού το σύστημα αναμένεται να πριμοδοτήσει το νέο ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ προς αντικατάσταση του “ξοφλημένου” Τσίπρα στην αξιωματική αντιπολίτευση. Φυσικά το κατεστημένο δεν έχει πρόβλημα με τα άλλα κόμματα της Αριστεράς (ΚΚΕ, ΜέΡΑ25), τα τόσο πειθήνια στα κελεύσματα της Νέας Παγκόσμιας Τάξης. Πρόβλημα έχει μόνο με την Ελληνική Λύση, την οποία θα επιδιώξει να συμπιέσει εκλογικά, αφενός με τα ναζιστικά απολειφάδια της Χρυσής Αυγής (όπως και αν αυτοαποκαλούνται πλέον) και αφετέρου με ψευτοπατριωτικά κόμματα που υποτίθεται ότι πρεσβεύουν έναν συντηρητικό εθνοκεντρισμό, ουσιαστικά όμως σε τίποτα δεν διαφέρουν από τη Νέα Δημοκρατία.


271 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων