• .

“Ερωτόκριτος” και “Ερωφίλη”

8.9.2020

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


“Ο ποιητής του «Ερωτοκρίτου» είναι ο μέγας του ελληνικού έθνους και αθάνατος ποιητής.”

(Κωστής Παλαμάς)


“Μέσα σ' αυτό το έργο βρίσκεται ο σπόρος του ποιητικού θεάτρου... Είναι η «Ερωφίλη» ένα μακρινό και παρήγορο φως.”

(Οδυσσέας Ελύτης)


Στα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα επικρατούσε στην Κρήτη η λεγόμενη “Κρητική Αναγέννηση”. Ουκ ολίγοι ονόμασαν την περίοδο αυτή -που ξεκίνησε δειλά δειλά τον 13ο αιώνα, για να λήξει δραματικά το 1669 με την υποδούλωση του νησιού στους Οθωμανούς- ως “χρυσή περίοδο στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας”. Επρόκειτο, ουσιαστικά, για το δημιουργικό έργο Κρητικών λογοτεχνών (και όχι μόνο), υπό την επίδραση που άσκησε πάνω τους το πνεύμα των Βενετών κατακτητών, που από το 1211 βρίσκονταν στο νησί. Ο “Ερωτόκριτος” του Βιτζέντζου Κορνάρου και η “Ερωφίλη” του Γεωργίου Χορτάτση αποτελούν τα χαρακτηριστικότερα δείγματα και το αποκορύφωμα της άνθησης αυτής των γραμμάτων στην Κρήτη.

Ποιος υπήρξε ο Βιτζέντζος Κορνάρος; Δεν είναι πολλά πράγματα γνωστά γι' αυτόν. Θεωρείται ότι γεννήθηκε στη Σητεία της Κρήτης το 1553 και απεβίωσε στο Ηράκλειο περί το έτος 1613 ή 1614. Εκτός από τον “Ερωτόκριτο”, συνέγραψε επίσης το θρησκευτικό δράμα “Η θυσία του Αβραάμ”. Ο ίδιος ο ποιητής είναι που μας δίνει πληροφορίες για το πρόσωπό του, όταν στο τέλος του “Ερωτόκριτου” αναφέρει τα εξής:

“Κι' εγώ δε θε να κουρφευτώ, κι' αγνώριστο να μ' έχου,

μα θέλω να φανερωθώ, κι' όλοι να με κατέχου.

Βιτζέντζος είν' ο ποιητής κι' εις τη γενιά Κορνάρος,

που να βρεθή ακριμάτιστος όντε τον πάρη ο Χάρος.

Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,

εκεί 'καμε κι' εκόπιασε ετούτα που σας γράφει.

Στο Κάστρον επαντρέυτηκε, σαν αρμηνεύγ' η φύση·

το τέλος του έχει να γενή όπου ο Θεός ορίση.”

Παρ' όλα αυτά, αρκετοί έχουν αμφισβητήσει κατά καιρούς ότι συγγραφέας του “Ερωτόκριτου” είναι ο συγκεκριμένος Κορνάρος απ' τη Σητεία· είναι κάποιος άλλος, άγνωστος, Κρητικός ποιητής ο συγγραφέας, ισχυρίζονται. Σχετικά με το θέμα, ο Νίκος Αγγελής σημειώνει τα παρακάτω στον πρόλογο μιας παλαιότερης έκδοσης του “Ερωτόκριτου”: “Παραξενεύεται κανείς διαβάζοντας τόσες μελέτες για ένα τόσο ασήμαντο γεγονός. Ποιος ήταν; Ένας Κορνάρος ή κάποιος άλλος; Ευγενής ή λαϊκός; Ακόμη και ο μεγάλος Ξανθουδίδης στην προσπάθειά του να υπερασπίση το φάντασμα Κορνάρος κάνει μάλλον αυθαίρετους προσδιορισμούς και σαφώς αυθαίρετες επεμβάσεις στο κείμενο. Και αν δεν ήταν λοιπόν Κορνάρος ο ποιητής αλλά Χορτάτσης, τι θα συνέβαινε”;

Μία άλλη εκδοχή, θέλει τον Βιτζέντζο Κορνάρο γόνο εξελληνισμένης βενετσιάνικης οικογένειας αρχόντων, γιο του Ιάκωβου Κορνάρου και της Ζαμπέτας Ντεμέτζο. Εγκαταστάθηκε στον Χάνδακα (το σημερινό Ηράκλειο), όπου και νυμφεύθηκε τη Μαριέτα Ζένο, με την οποία απέκτησε δύο κόρες. Μάλιστα, στη διάρκεια της πανούκλας του 1591-1593 υπήρξε υγειονομικός επόπτης της περιοχής. Λέγεται ότι ο αδελφός του, ονόματι Ανδρέας Κορνάρος, είχε συγγράψει την “Ιστορία της Κρήτης”, η οποία εν τούτοις δεν είδε ποτέ το φως της δημοσιότητας...

Πότε γράφτηκε ο “Ερωτόκριτος”; Πιθανότατα κατά την πρώτη δεκαετία του 17ου αιώνα, μερικά χρόνια πριν τον θάνατο του δημιουργού του. Είναι γραμμένος στην κρητική διάλεκτο, κατανοητή όμως απ' όλους τους γνωρίζοντες ελληνικά, και αποτελείται από 10.012 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους. Όλο τον 17ο αιώνα κυκλοφορούσε σε χειρόγραφα, έως ότου το 1713 (έναν αιώνα μετά τον θάνατο του Κορνάρου) τυπώθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία από έναν Κρητικό, ο οποίος είχε καταφέρει να συγκεντρώσει το έργο σε ολοκληρωμένη μορφή. Οι επιδράσεις του “Ερωτόκριτου” στις περίφημες κρητικές μαντινάδες είναι εμφανέστατη σε όποιον διαβάσει το εν λόγω λογοτεχνικό αριστούργημα.

Κεντρικό θέμα του έργου είναι ο έρωτας ανάμεσα σε δύο νέους: τον Ερωτόκριτο (που στο έργο αναφέρεται ως Ρωτόκριτος) και την Αρετούσα, κόρη του βασιλιά της Αθήνας Ηράκλη. Ο Ερωτόκριτος, γιος του πιστού συμβούλου του βασιλιά, ερωτεύεται τη βασιλοπούλα και πηγαίνει κάτω από το παράθυρό της τα βράδια, όπου τραγουδάει καντάδες. Η Αρετούσα ερωτεύεται κι αυτή τον νέο, αλλά ο βασιλιάς Ηράκλης αντιδράει στον έρωτά τους. Τελικά, ύστερα από πολλές περιπέτειες, μάχες, διωγμούς και σκοτωμούς, ο βασιλιάς αποδέχεται τον γάμο των δύο νέων, συμφιλιώνεται με τον Ερωτόκριτο και ο τελευταίος ανεβαίνει στον θρόνο της Αθήνας...

Αν και ως προς την εξέλιξη της υπόθεσης ο “Ερωτόκριτος” ακολουθεί πιστά τον χαρακτήρα ανάλογων ευρωπαϊκών ερωτικών τραγωδιών της εποχής, εν τούτοις η δομή και η γλώσσα του είναι που τον κάνουν να ξεχωρίζει και να θεωρείται αθάνατο λογοτεχνικό έργο. Η απήχηση του έργου υπήρξε τεράστια, και όχι μόνο στην Κρήτη, ενώ η λαϊκή φαντασία έπλασε ωραίες ιστορίες: π.χ. θεώρησε ότι το παλάτι του βασιλιά Ηράκλη ήταν στο μέρος όπου βρίσκονται οι στήλες του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα, και άλλα πολλά. Ο μεγάλος ποιητής Γιώργος Σεφέρης σημείωσε τα εξής: “Ο «Ερωτόκριτος» παρουσιάζει ένα μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία μας: είναι η τελειότερα οργανωμένη γλώσσα που άκουσε ο μεσαιωνικός και ο νεώτερος Ελληνισμός. Ο Κορνάρος δεν παλεύει με τη γλώσσα όπως όλοι μας παλεύομε από τα χρόνια του Σολωμού. Δεν έχει καμμιά αμφιβολία ότι η φωνή του είναι η σωστή”...

Η “Ερωφίλη” είναι το άλλο μεγάλο αριστούργημα της εποχής, ένα τραγικό ερωτικό έπος ανάλογης αξίας με τον “Ερωτόκριτο”. Δημιουργός της είναι ο Γεώργιος Χορτάτσης. Θεωρείται σύγχρονος του Κορνάρου, αφού η επικρατέστερη εκδοχή θέλει να έχει γεννηθεί στην Κρήτη (άγνωστο πού) γύρω στο 1545 με 1550 και να έχει πεθάνει περί το έτος 1610. Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για τη ζωή του, ενώ λέγεται ότι ανήκε σε παλιά οικογένεια ευγενών της Κρήτης. Μια πολύτιμη μαρτυρία γι' αυτόν διέσωσε ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής στο ποίημά του “Φιλονικία του Χάνδακος και του Ρεθέμνου”, όπου διαβάζουμε:

“Ένα παιδί μου παλαιόν, οπού 'θελα γεννήση

κ' εκείνο με πολλή τιμήν ήθελε με στολίση·

Γεώργιον Χορτάκιον εκράζαν τ' όνομά του

και 'καμε την Πανώργιαν του με ζαχαρένια χείλη

μαζί με τον Κατζάροπον την άξιαν Ερωφίλη.”

Όπως λοιπόν αναφέρεται στους παραπάνω στίχους, εκτός από την εκπληκτική “Ερωφίλη”, ο Χορτάτσης έγραψε σίγουρα άλλα δύο θεατρικά έργα: την κωμωδία “Κατσούρμπος” και το ποιμενικό δράμα “Πανώρια”.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και άλλες εκδοχές σχετικά με την καταγωγή του Χορτάτση. Στην εισαγωγή μιας νεώτερης έκδοσης της “Ερωφίλης” ο Στυλιανός Αλεξίου σημειώνει χαρακτηρισικά τα εξής: “Ως προς το όνομα της οικογένειας, η υπόθεση του Σάθα ότι πρόκειται για δήθεν κρητικό επώνυμο Χορτάκης ή «κατά την κρητικήν προφοράν Χορτάτσης» είναι εντελώς αστήρικτη. Ο τύπος Χορτάκιος με τον οποίο μνημονεύεται ο ποιητής από τον Μπουνιαλή είναι δευτερογενής εξευγενισμός του Χορτάτσης – Χορτάτσιος. Το επώνυμο είναι χωρίς αμφιβολία μικρασιατικό και πρέπει να συνδεθεί προς το ιστορικά μαρτυρημένο Gotarzes. Πιθανώς το όνομα υποδηλώνει μακρινή βυζαντινή-μικρασιατική καταγωγή της οικογένειας, που ήρθε, κατά την τοπική παράδοση, στην Κρήτη με τη γνωστή εγκατάσταση αρχόντων και παλαιμάχων του βυζαντινού στρατού μετά την ανάκτηση του 961. Ήδη στις αρχές του 15ου αιώνα ο περιηγητής Buondelmonti μνημονεύει, βάσει της παράδοσης αυτής, τους Cortazi (με τη λατινική παρετυμολογική απόδοση Saturi, «χορτασμένοι») ως την πρώτη και πολυπληθέστερη από τις «ρωμαϊκές», δηλαδή κωνσταντινοπολίτικες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν με παραχώρηση γαιών στην Κρήτη από τον Νικηφόρο Φωκά”.

Η “Ερωφίλη” του Γεωργίου Χορτάτση, που πιστεύεται ότι γράφτηκε γύρω στο 1595, είναι αφιερωμένη στον Ιωάννη Μούρμουρη, έναν δικηγόρο απ' τα Χανιά, και διαδραματίζεται στην Αίγυπτο. Εκεί βασιλεύει ο Φιλόγονος, ο οποίος έχει μια κόρη, την Ερωφίλη, η οποία ερωτεύεται τον Πανάρετο, νέο που ζει στην αυλή του βασιλιά. Ο νέος αυτός κατάγεται επίσης από βασιλική γενιά, αφού ο πατέρας του υπήρξε βασιλιάς της Τσέρτσας, γης που έχει όμως κυριευθεί από εχθρούς. Πανάρετος και Ερωφίλη μεγάλωσαν μαζί από μικρά παιδιά και με τον καιρό η φιλία τους εξελίσσεται σε σφοδρότατο έρωτα. Αποτέλεσμα: να κάνουν μυστικό γάμο, που τον γνωρίζουν μόνο οι δυο τους. Όμως κάποτε ο βασιλιάς ανακαλύπτει τι συνέβη και αποφασίζει να θανατώσει τον Πανάρετο. Τον σκοτώνει λοιπόν και λίγο μετά η Ερωφίλη αυτοκτονεί. Στο τέλος του έργου ο χορός σκοτώνει τον άσπλαχνο βασιλιά...

Το έργο αυτό, που τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1637 στη Βενετία, είναι γραμμένο στην κρητική διάλεκτο, και πολύ γρήγορα έγινε δημοφιλέστατο λαϊκό ανάγνωσμα. Θεωρείται πως επηρέασε τον Κορνάρο στη συγγραφή του “Ερωτόκριτου” (περίπου μία δεκαετία αργότερα), όπως και άλλους δημιουργούς, που συνέγραψαν τραγωδίες κατά την περίοδο της ακμής της κρητικής λογοτεχνίας. Πολλά τμήματα της “Ερωφίλης” διαδόθηκαν ως δημοτικά τραγούδια, αλλά και ως παροιμίες, ενώ αργότερα ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της Κρήτης και εξαπλώθηκε και σε άλλα νησιά, καθώς και στον ηπειρωτικό χώρο.

Πολλές είναι οι ομοιότητες ανάμεσα στον “Ερωτόκριτο” και την προγενέστερή του “Ερωφίλη”: ο έρωτας δύο νέων -μιας βασιλοπούλας και ενός παλικαριού που ζει στη βασιλική αυλή-, η αντίθεση του βασιλιά-πατέρα, η σύγκρουση του νέου με τον βασιλιά για την καρδιά της αγαπημένης του... Υπάρχει όμως μία βασικότατη διαφορά: το τέλος. Στον μεν “Ερωτόκριτο” η κατάληξη είναι ευτυχής, αφού τελικά το ζευγάρι πραγματοποιεί γάμο, όμως στην “Ερωφίλη” έχουμε το μακάβριο τέλος του θανάτου όλων των κεντρικών πρωταγωνιστών... Γάμος και θάνατος αποτελούν ένα περίεργο δίπολο στα κορυφαία έργα της Κρητικής Αναγέννησης.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η συγκριτική αντιπαραβολή των δύο έργων, “Ερωτόκριτου” και “Ερωφίλης”, όπως την επιχειρεί η Τασούλα Μαρκομιχελάκη στην εργασία της “Ερωτόκριτος Ε 1191 – 1200, ένα σχόλιο του Κορνάρου στην Ερωφίλη” (περιλαμβάνεται στην ετήσια επιστημονική έκδοση “Κρητικά Χρονικά”, τόμος ΛΑ΄, 2011): “Ο Κορνάρος λοιπόν φαίνεται ότι βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με την τραγωδία του Χορτάτση, παρόλο που ο ίδιος έχει επιλέξει να υπηρετήσει άλλο γραμματολογικό είδος: τη «μυθιστορία», το «ρομάντσο». Έτσι, τα δύο έργα συμβαδίζουν μέχρι ένα σημείο, τότε που η πλοκή τους πρέπει να διαφοροποιηθεί για να υπηρετηθούν οι συμβάσεις του είδους στο οποίο ανήκουν. Είναι το σημείο για το οποίο η Μάρθα Αποσκίτη έχει πει ότι: «Στην Ερωφίλη φτάνει η ώρα της τιμωρίας, στον Ερωτόκριτο η ώρα της δικαίωσης και της ανταμοιβής».”.



150 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates