• .

Γιουγκοσλαβία 1999

Ενημερώθηκε: Μαι 14

Το χρονικό ενός πολέμου και οι προεκτάσεις του

Μάρτιος 2014

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη

Ο πόλεμος του 1999 στο Κοσσυφοπέδιο ήταν το τέλος της πρώτης φάσης του μετασχηματισμού και της πολυδιάσπασης του πρώην ενιαίου γιουγκοσλαβικού χώρου. Μιας διαδικασίας, με μορφή «ντόμινο», που ξεκίνησε από τη Σλοβενία το 1991, για να καταλήξει 17 χρόνια μετά στην ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου. Η επέμβαση της πολεμικής μηχανής του ΝΑΤΟ, χωρίς την έγκριση του ΟΗΕ, σε βάρος μιας ανεξάρτητης χώρας προκάλεσε ανάμεικτα συναισθήματα. Το καθεστώς του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς κλονίστηκε επικίνδυνα. Η Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Η Ρωσία του Γέλτσιν έδειξε τις αδυναμίες της. Μόνος κερδισμένος ο αλβανικός εθνικισμός, που με τις εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο έβαλε ακόμη ένα «λιθαράκι» στην κατεύθυνση οικοδόμησης μιας «μεγάλης Αλβανίας»... Τον Ιούνιο του 1991 ξεκίνησε η αποσύνθεση της Γιουγκοσλαβίας και σήμανε η απαρχή μιας νέας βαλκανικής «περιπέτειας». Ήταν τότε που η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Σλοβενίας, μία από τις έξι αυτόνομες συνιστώσες της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, κήρυξε την ανεξαρτησία της. Παρά την άμεση στρατιωτική απάντηση του Βελιγραδίου, με τη σύμπραξη σερβικών και κροατικών δυνάμεων κατά των Σλοβένων, η σύρραξη τελικώς δεν επεκτάθηκε. Η Λιουμπλιάνα κέρδισε μια σχεδόν αναίμακτη ανεξαρτησία! Όσοι πίστευαν ότι η σλοβενική ανεξαρτησία ήταν απλώς μία «παραφωνία» στον ενιαίο γιουγκοσλαβικό χώρο γρήγορα διαψεύστηκαν. Ήταν η περίοδος των δραματικών εξελίξεων στην ανατολική Ευρώπη, με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο σλοβενικός «ιός» γρήγορα εξαπλώθηκε και στις υπόλοιπες γιουγκοσλαβικές σοσιαλιστικές δημοκρατίες: Κροατία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη και «Μακεδονία» των Σκοπίων ανεξαρτητοποιήθηκαν και αυτές. Οι εξελίξεις υπήρξαν ραγδαίες. Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση πιστοποιούσε, στις 16 Δεκεμβρίου του 1991, την ουσιαστική διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, ξεκινούσε ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Ορθόδοξοι και καθολικοί χριστιανοί μάχονταν μεταξύ τους και με τους Μουσουλμάνους της χώρας. Ο γιουγκοσλαβικός εμφύλιος τερματίστηκε μόλις το 1995, πάνω από τρία χρόνια αφ’ ότου ξεκίνησε, αφήνοντας πίσω του τα συντρίμμια μιας χώρας και πολλών ανθρώπινων ψυχών... Την ίδια ώρα οι αποσχιστικές τάσεις στο εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας που ψυχορραγούσε ολοένα και εντείνονταν. Στο Μαυροβούνιο, αλλά και στη Βοϊβόδινα, ακούγονταν φωνές που ισχυρίζονταν ότι οι επαρχίες αυτές πρέπει να αποκοπούν από τη σφαίρα επιρροής του Βελιγραδίου. Οι Μαυροβούνιοι άρχισαν να τονίζουν τις «εγγενείς» διαφορές τους από το σερβικό έθνος, ενώ η ουγγρική μειονότητα της Βοϊβόντινα ονειρευόταν δικό της αυτοτελές κράτος. Με όλα αυτά η κυβέρνηση του Βελιγραδίου πραγματοποίησε ένα εντυπωσιακό άλμα από τον κομμουνισμό στον εθνικισμό. Ο ηγέτης της εναπομείνασας Γιουγκοσλαβίας, Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, κατέστη για τους Σέρβους εθνικιστές σύμβολο εθνικής υπερηφάνειας και αντίστασης έναντι στον εχθρό της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Ήταν η εποχή που στη Σερβία άνθιζαν οι «θεωρίες συνωμοσίας», με την αντίληψη ότι η Σερβία είναι κάτι σαν το κέντρο του κόσμου και έχει ολόκληρο τον κόσμο απέναντί της! Απ’ την άλλη, στον πρώην γιουγκοσλαβικό νότο άνθιζε ένα άλλο «λουλούδι»: η ανεξάρτητη «Μακεδονία», αναβιώνοντας έτσι το Μακεδονικό πρόβλημα που παρέμενε σε λήθαργο επί δεκαετίες ολόκληρες. Η Ελλάδα αντέδρασε έντονα στην ανιστόρητη αξίωση των κατοίκων της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας να αυτοαποκαλούνται «Μακεδόνες», αλλά οι Σκοπιανοί εθνικιστές έκαναν ανοιχτά λόγο για «ενιαία Μακεδονία» με πρωτεύουσα τη... Θεσσαλονίκη! Τελικώς, μετά από το «εμπάργκο» που επέβαλλε η Ελλάδα στο κρατίδιο αυτό τον Φεβρουάριο του 1994, η Ενδιάμεση Συμφωνία του Σεπτεμβρίου του 1995 εξομάλυνε την κατάσταση... Και, μέσα σ’ όλα αυτά, αναδύθηκε το πρόβλημα του Κοσσυφοπεδίου! Το Κοσσυφοπέδιο εθεωρείτο από το σερβικό συλλογικό υποσυνείδητο ως η ιστορική κοιτίδα του σερβικού λαού. Είχε ανέκαθεν για τους Σέρβους ιδιαίτερη συναισθηματική αξία, πόσο μάλλον που η επαρχία αυτή συνδέθηκε με τη θρυλική μάχη του Κοσσυφοπεδίου, το 1389, όπου τα σερβικά στρατεύματα πολέμησαν ηρωικά τα τουρκικά ασκέρια. Με την πάροδο των ετών όμως οι Σέρβοι κατέστησαν στο Κοσσυφοπέδιο αριθμητική μειοψηφία, ενώ ο αλβανικός πληθυσμός της περιοχής απέκτησε συντριπτική πληθυσμιακή υπεροχή. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 γίνονταν λόγος για πλήρη αυτονόμηση του Κοσσυφοπεδίου από το Βελιγράδι! Το 1989 ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, η νέα ηγετική δύναμη της Γιουγκοσλαβίας, ακύρωσε τα όποια προνόμια είχε η αλβανική μειονότητα της χώρας. Δεν ήταν όμως το τέλος της κρίσης. Ήταν μόνο η αρχή... ΤΟ ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1989 Στο Κόσοβο Πόλε, το Πεδίο του Κότσυφα, ιδρύθηκε το πρώτο σερβικό κράτος, εκείνο του Στέφανου Νεμάνια (1168-1196). Το 1389 στην τοποθεσία αυτή έλαβε χώρα η ισχυρότερη συναισθηματικά ιστορική στιγμή για τους Σέρβους: η μάχη του Κοσσυφοπεδίου, σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από την Πρίστινα. Ήταν η τελική, και πλέον δυναμική, απόπειρα των Νοτιοσλάβων να αποκρούσουν την τουρκική επίθεση, πλην όμως η κατάληξή της δεν ήταν παρά μία ένδοξη ήττα. Στη μάχη εκείνη έχασε τη ζωή του και ο ίδιος ο αγαπημένος πρίγκιπας του σερβικού λαού, ο Λάζαρος, τα οστά του οποίου -σύμφωνα με τη σερβική παράδοση- έχουν καθαγιάσει για πάντα τον εν λόγω γεωγραφικό τόπο... Το Κοσσυφοπέδιο είναι επίσης η κοιτίδα της σερβικής ορθόδοξης Εκκλησίας. Το πρώτο σερβικό Πατριαρχείο εγκαθιδρύθηκε στην πόλη του Πετς και παρέμεινε εκεί έως το έτος 1766. Ίσως τα σημαντικότερα μοναστήρια της σερβικής Ορθοδοξίας είναι αυτά που βρίσκονται ακόμη και σήμερα στα όρια της επικράτειας του Κοσσυφοπεδίου... Η επίσημη ιστορία των Σέρβων ισχυρίζεται ότι η περιοχή κατοικήθηκε από τους προγόνους τους ήδη τον 6ο με 7ο αιώνα μ.Χ., με την πρώτη κάθοδο των Σλάβων στον χώρο της χερσονήσου του Αίμου. Οι Σέρβοι δεν αποδέχονται την αλβανική άποψη, ότι οι Αλβανοί είναι απευθείας συνεχιστές των αρχαίων Ιλλυριών και, ως εκ τούτου, δεν κατοικούσαν την περιοχή του Κοσόβου πριν την εμφάνιση των Σλάβων. Όταν το 1683 οι Τούρκοι απέτυχαν να καταλάβουν τη Βιέννη, έπειτα από μία δυναμική πολιορκία, κατέφυγαν στο Κοσσυφοπέδιο, προκειμένου να ανασυγκροτήσουν τις δυνάμεις τους. Αμέσως ξεκίνησαν έναν μαζικό διωγμό των Σέρβων κατοίκων, με αποτέλεσμα δεκάδες χιλιάδες από αυτούς να αναγκαστούν να μεταναστεύσουν στο Βελιγράδι, τις παραδουνάβειες πόλεις, μέχρι και την Ουγγαρία. Ο διωγμός των Σέρβων από το Κοσσυφοπέδιο κορυφώθηκε το 1690 και παράλληλα αυτοί αντικαθίσταντο από Αλβανούς, που έφερναν στην περιοχή οι Οθωμανοί. Έτσι εξηγείται η έκτοτε αριθμητική πλειοψηφία του αλβανικού στοιχείου στο Κοσσυφοπέδιο... Το περίφημο «ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου» γεννήθηκε τη σύγχρονη περίοδο, κατά το έτος 1913. Λίγους μήνες πριν, στις 28 Νοεμβρίου του 1912, είχε ιδρυθεί το αλβανικό κράτος. Οι Αλβανοί θεώρησαν ότι εδάφη κατοικημένα από ομοεθνείς τους (η βόρεια Αλβανία και το Κοσσυφοπέδιο) αποδόθηκαν άδικα στη Σερβία. Ως αντάλλαγμα αυτών των «άδικων» εδαφικών της απωλειών, η Αλβανία έλαβε τελικά από τις μεγάλες δυνάμεις την ελληνική επαρχία της Βορείου Ηπείρου. Έκτοτε η αλβανική εξωτερική πολιτική υποστήριζε τη θέση περί «καταπίεσης» των αδελφών Αλβανών Κοσοβάρων, στους οποίους οι Σέρβοι δεν αναγνώριζαν το δικαίωμα της αυτοτελούς γλώσσας, ενώ εποίκιζαν μαζικά την περιοχή με Σλάβους Χριστιανούς Ορθοδόξους. Μάλιστα, μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και την αποκοπή της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας από την επιρροή της σταλινικής ΕΣΣΔ, οι Αλβανοί κατήγγειλαν σχέδιο του Τίτο να ενσωματώσει στη Γιουγκοσλαβία όχι μόνο το Κοσσυφοπέδιο, αλλά και ολόκληρη την ανεξάρτητη Αλβανία! Εν τέλει, ο Τίτο στο πλαίσιο της «φιλελευθεροποίησης» της Γιουγκοσλαβίας κατόρθωσε να ομαλοποιήσει εντυπωσιακά την κατάσταση στο Κοσσυφοπέδιο και έδωσε περισσότερα εθνικά δικαιώματα στους εκεί Αλβανούς. Το 1974 πραγματοποίησε μία γενναία αλλαγή του Συντάγματος, με την οποία το Κοσσυφοπέδιο αναβαθμιζόταν από απλή σερβική επαρχία σε «ομοσπονδιακή μονάδα», ένα μόνο σκαλοπάτι πριν το καθεστώς της «ομοσπονδιακής σοσιαλιστικής Δημοκρατίας» που διέθεταν -εκτός από τη Σερβία- η Κροατία, η Σλοβενία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη και η «Μακεδονία» των Σκοπίων. Η αλήθεια είναι πως το νέο Σύνταγμα του 1974 οδήγησε σε σταδιακή άνοδο το αποσχιστικό κίνημα των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου και σε εθνική καταπίεση των Σέρβων μέσα στην ίδια τους την πατρίδα... Μετά τον θάνατο του Τίτο, το 1980, οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου άρχισαν πλέον ανοιχτά να θέτουν θέμα πλήρους αυτονομίας. Το 1981 ξέσπασαν ταραχές, με ένα μίνι «πογκρόμ» της σερβικής μειοψηφίας στην περιοχή. Τα αντισερβικά αισθήματα των Αλβανών Κοσοβάρων εκφράστηκαν χαρακτηριστικά μέσα από την εξέγερση των φοιτητών στην Πρίστινα, τον Μάρτιο του 1981, με αιματηρές συγκρούσεις τους με τη γιουγκοσλαβική αστυνομία. Το βασικό αίτημα της αλβανικής εξέγερσης στο Κοσσυφοπέδιο το 1981 ήταν η ανάδειξη της περιοχής σε αυτοτελή ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Μετά από μερικά χρόνια «νηνεμίας πριν την καταιγίδα», στη δεκαετία του 1980, όπου μόνο σποραδικά επεισόδια σημειώθηκαν, φθάσαμε στο μοιραίο έτος 1989. Το έτος, όπου -σύμφωνα με αναλυτές- ο σερβικός εθνικισμός απελευθερώθηκε απ’ τη «φιάλη»! Ο νέος Σέρβος ηγέτης, Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, ήταν αποφασισμένος να «εκκαθαρίσει» τα σερβικά εδάφη από κάθε ξένο στοιχείο. Πρώτος του, και πλέον επείγων, στόχος: οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου... ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1974 ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΑΛΒΑΝΩΝ ΤΟΥ ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟΥ Τα κυριότερα σημεία του γιουγκοσλαβικού Συντάγματος του 1974, που ενδυνάμωσαν τον ρόλο του αλβανικού στοιχείου του Κοσσυφοπεδίου, είναι τα εξής: α) η επικράτεια της επαρχίας και τα σύνορά της δεν δύνανται να αλλάξουν ή τροποποιηθούν με μονομερή ενέργεια της κεντρικής εξουσίας (του Βελιγραδίου) και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Κοσσυφοπεδίου, β) το καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου ως πλήρες μέλος της γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας του δίνει το δικαίωμα να έχει δικό του εσωτερικό Σύνταγμα, όπως και κοινοβούλιο, προεδρία και άλλα κρατικά όργανα, γ) οι εθνοτικά Αλβανοί καταλαμβάνουν πλέον βασικό ρόλο στη διακυβέρνηση του Κοσσυφοπεδίου, μη αποκλειόμενοι από κορυφαίες κρατικές θέσεις, ενώ -σύμφωνα με την «εθνική κλείδα» του Τίτο- καταλαμβάνουν επίσης αναλογικά με τον πληθυσμό τους και αξιώματα στην κεντρική διοίκηση της Γιουγκοσλαβίας. Η αλλαγή του Συντάγματος του 1974 ήταν φανερό πως είχε ως κεντρικό στόχο τη δραστική μείωση των υπερεξουσιών που είχαν έως τότε οι Σέρβοι στη δομή και τη λειτουργία της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Πρακτικά, είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή κυριαρχία του αλβανικού στοιχείου στο Κοσσυφοπέδιο και τον απότομο παραγκωνισμό του σερβικού. Η άνοδος των Αλβανών, πληθυσμιακά και ουσιαστικά, και η παράλληλη συρρίκνωση των Σέρβων οδήγησε νομοτελειακά σε αλβανοποίηση της περιοχής... ΤΑ «ΠΡΟΕΟΡΤΙΑ» ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΟ ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ (1988-1998) Από τότε που ανέλαβε τη σερβική ηγεσία, ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς έθεσε ως στόχο της πολιτικής του την ακύρωση των προνομίων των Αλβανών Κοσοβάρων, που τους έδινε το Σύνταγμα του 1974. Για τον σκοπό αυτό οργάνωσε το Κίνημα Δικαιωμάτων των Σέρβων και των Μαυροβουνίων της Πρίστινα, που πραγματοποίησε εντυπωσιακές διαδηλώσεις κατά της τοπικής εξουσίας στις αρχές του 1988. Ο ίδιος ο Μιλόσεβιτς επισκέφτηκε την περίοδο εκείνη την Πρίστινα, όπου σε μεγάλη συγκέντρωση Σέρβων υποσχέθηκε στους ομοεθνείς του την ανάκτηση των παλαιοτέρων δικαιωμάτων τους. Για όλους αυτούς ο Μιλόσεβιτς έγινε συνώνυμο της ελευθερίας (στα σερβικά: σλομπόντα). Στα τέλη του 1988, παραβιάζοντας το Σύνταγμα του 1974, το Βελιγράδι ανάγκασε σε παραίτηση τον Κοσοβάρο ηγέτη Αζέμ Βλάσι. Ουσιαστικά ακύρωσε την αυτονομία του Κοσσυφοπεδίου. Ακολούθησαν διαδηλώσεις αυτή τη φορά των Αλβανών και, από τις 20 Φεβρουαρίου 1989, η μεγάλη απεργία των ανθρακωρύχων σε ορυχεία στρατηγικής για τη Γιουγκοσλαβία σημασίας. Ο Βλάσι, μαζί με 1300 περίπου ανθρακωρύχους κλείστηκαν κάτω απ’ τη γη, απαιτώντας την επαναφορά των διατάξεων του Συντάγματος του 1974. Όμως το Βελιγράδι ακολούθησε την εντελώς αντίθετη τακτική: εξαπέλυσε ακόμη σκληρότερους διωγμούς κατά του αλβανικού στοιχείου στο Κοσσυφοπέδιο, με αποτέλεσμα στις 27 Φεβρουαρίου 1989 την κήρυξη ολόκληρης της περιοχής σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης... Στο μεταξύ, και επίσημα, στις 23 Μαρτίου 1989, η Σερβία με μία μονομερή κίνηση ήρε το αυτόνομο καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου. Την ίδια περίοδο ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς πραγματοποίησε την ιστορική του ομιλία στο σημείο της μάχης του Κοσσυφοπεδίου το 1389. Εκεί, μπροστά σε ένα πλήθος 1,5 εκατομμυρίων ανθρώπων που ήρθαν με πούλμαν και τρένα απ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της Σερβίας, ο Μιλόσεβιτς εξέθεσε το πρόγραμμα «ανάκτησης της ενότητας της Σερβίας». Κάτι που σήμαινε την εξαφάνιση του Κοσσυφοπεδίου ως αυτόνομης οντότητας και την «παλινόρθωση» της Σερβίας ως κύριας δύναμης της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Ο λόγος του Μιλόσεβιτς στην επέτειο των 500 ετών από τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου υπήρξε, μετά βεβαιότητας, η αρχή του τέλους της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας... Στις αρχές του 1990 η Σερβία αρχίζει να αναπτύσσει το δικό της πολυκομματικό σύστημα, ακολουθώντας τον δρόμο που χάραζαν την ίδια εποχή όλες οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Στο Κοσσυφοπέδιο μία ομάδα διανοουμένων, με επικεφαλής τον συγγραφέα Ιμπραήμ Ρουγκόβα, ίδρυσε το πρώτο αλβανικό πολιτικό κόμμα της Γιουγκοσλαβίας: τη Δημοκρατική Ένωση Κοσσυφοπεδίου (ΔΕΚ). Από την πρώτη ημέρα της ίδρυσής της η ΔΕΚ έθεσε στόχο τη «χωρίς βία αλλαγή», απαιτώντας την επαναφορά των διατάξεων του Συντάγματος του 1974, που είχαν αφαιρεθεί από το Βελιγράδι έναν χρόνο προηγουμένως. Τον Απρίλιο του 1990 το Κοσσυφοπέδιο βγήκε τελικά από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης του Φεβρουαρίου του 1989. Ακολούθησαν τα δραματικά περιστατικά, τα οποία οδήγησαν στη διάσπαση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Σλοβενίας, τον Ιούνιο του 1991, μέχρι το ξέσπασμα του πολέμου στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, στις αρχές του 1992, η κατάσταση στο Κοσσυφοπέδιο παρέμεινε παραδόξως εξαιρετικά ήρεμη. Το ίδιο και στο Μαυροβούνιο, που ήταν και η μοναδική σοσιαλιστική δημοκρατία που παρέμεινε -από κοινού με τη Σερβία- στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Μία προσπάθεια των Αλβανών Κοσοβάρων να επιβάλλουν ειρηνικά δική τους παράλληλη εξουσία προκάλεσε την επιβολή αυστηρού αστυνομικού ελέγχου στην περιοχή από το Βελιγράδι. Μία απόπειρα των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου να ανακηρύξουν την «ανεξαρτησία» τους έπεσε στο απόλυτο κενό τον Σεπτέμβριο του 1991. Επηρεασμένοι από την πολύ πρόσφατη ανακήρυξη ανεξαρτησίας της «Μακεδονίας» των Σκοπίων (8 Σεπτεμβρίου 1991), διοργάνωσαν από τις 26 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1991 δημοψήφισμα για ένα «ανεξάρτητο κράτος του Κοσσυφοπεδίου». Αργότερα ισχυρίστηκαν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των συμμετασχόντων στο δημοψήφισμα, άνω του 87%, ψήφισε «υπέρ» της ανεξαρτησίας. Όμως ούτε το Βελιγράδι ούτε η διεθνής κοινότητα πήραν καθόλου στα σοβαρά το δημοψήφισμα αυτό. Την ίδια τύχη είχαν και οι «βουλευτικές» εκλογές που διοργάνωσε η ΔΕΚ το 1992. Είναι χαρακτηριστικό ότι το κοινοβούλιο που «εκλέχτηκε» δεν συνεδρίασε ούτε μία φορά! Ύστερα έγιναν και «προεδρικές» εκλογές, στις οποίες πρόεδρος «εξελέγη» ο Ιμπραήμ Ρουγκόβα. Η μόνη χώρα που αναγνώρισε τη «Δημοκρατία του Κοσσυφοπεδίου» ήταν η μητέρα-πατρίδα Αλβανία... Η Αλβανία ήταν και η μόνη χώρα έκτοτε που υποστήριζε σθεναρά την «ανεξαρτησία» των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου και την απόσχιση της περιοχής από τη Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία. Οι σχέσεις της με τη Γιουγκοσλαβία άγγιξαν έτσι το «ναδίρ». Άλλωστε ήδη από το 1992 όλα τα παιδιά των Αλβανών Κοσοβάρων εγκατέλειψαν τα σερβικά σχολεία και άνοιξαν «κρυφά σχολειά», αλλά και πανεπιστημιακά ιδρύματα, σε ιδιωτικούς χώρους, ακόμα και μέσα σε σπίτια! Στα δημόσια σχολεία της επαρχίας του Κοσσυφοπεδίου εξακολούθησαν να πηγαίνουν μόνο τα παιδιά των Σέρβων. Σταδιακά σε κάθε δημόσια λειτουργία άρχισε η διαφοροποίηση των Αλβανών από τους επίσημους γιουγκοσλαβικούς θεσμούς. Οι προσπάθειες όμως του Ρουγκόβα για «ειρηνική επανάσταση» δεν έπιασαν τόπο. Η πλειοψηφία των Κοσοβάρων τον εγκατέλειψε και άρχισε να υποστηρίζει τον διαρκώς ανερχόμενο Αντέμ Ντεμάτσι, που υποσχόταν πιο δυναμικές μεθόδους για την επισημοποίηση της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου. Στα τέλη του 1997 πρωτοεμφανίστηκε και ο Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσσυφοπεδίου (στα αλβανικά: UCK), χτυπώντας αστυνομικά τμήματα και σερβικές δημόσιες περιουσίες. Όμως ο Μιλόσεβιτς ένιωθε πιο δυνατός από ποτέ, αφού την εποχή εκείνη είχε αποσπάσει πλήρως την εμπιστοσύνη της Δύσης, λόγω και των ειρηνευτικών συμφωνιών του Ντέιτον. Στις αρχές του 1998 η ΕΕ ήρε το εμπάργκο κατά της Γιουγκοσλαβίας. Έτσι, ο Σέρβος ηγέτης αποφάσισε να «τελειώνει» μια και καλή με το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου... Με πρόφαση την τρομοκρατία του UCK στα τέλη Φεβρουαρίου του 1998 ο Μιλόσεβιτς διέταξε τη διεξαγωγή δυναμικών αστυνομικών επιχειρήσεων σε ολόκληρη την επικράτεια του Κοσσυφοπεδίου, με στόχο να παταχθούν οι εστίες της ένοπλης δράσης των Αλβανών. Αρκετοί Αλβανοί αθώοι πολίτες έχασαν τη ζωή τους σ’ αυτή την επίδειξη δύναμης των γιουγκοσλαβικών Αρχών. Κάτι που είχε όμως ως αποτέλεσμα αφενός τη ριζοσπαστικοποίηση των απλών Αλβανών Κοσοβάρων και αφετέρου την ανάμειξη της διεθνούς κοινότητας, η οποία φοβόταν την επανάληψη στο Κοσσυφοπέδιο των όσων τραγικών είχαν συμβεί προηγουμένως στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η ΕΕ επέβαλλε εκ νέου «εμπάργκο» κατά της Σερβίας, αλλά ο Μιλόσεβιτς συνέχιζε την τακτική του να «εκκαθαρίσει» το Κοσσυφοπέδιο από τον αλβανικό πληθυσμό. Είχε εξάλλου τη στήριξη μιας μεγάλης μερίδας των Σέρβων πολιτών, που επιθυμούσαν να «κλείσει» το θέμα του Κοσσυφοπεδίου μια και για πάντα, προς όφελος ασφαλώς της πατρίδας τους. Την ίδια ώρα ο UCK συνέχιζε να ενδυναμώνεται, ενισχύοντας τις γραμμές του με νέα μέλη και κλιμακώνοντας τη δράση του. Σχεδόν 200.000 Κοσοβάροι Αλβανοί έφυγαν το 1998 από τη χώρα τους, καταφεύγοντας σε χώρες της Δύσης. Αυτό προκάλεσε μεγάλο κύμα συμπάθειας προς αυτούς και ο Μιλόσεβιτς άρχισε να πιέζεται αφόρητα από τις Δυτικές κυβερνήσεις για άμεση διακοπή της πολιτικής του στο Κοσσυφοπέδιο. Την περίοδο αυτή ο Αντέμ Ντεμάτσι άρχισε να εκπροσωπεί την πολιτική πτέρυγα του UCK, ο οποίος απέκτησε διεθνή νομιμοποίηση, ως μέρος των διαπραγματεύσεων, από τον ειδικό απεσταλμένο του ΟΗΕ Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ. Ήταν μια σοβαρή ήττα για τον Μιλόσεβιτς, ο οποίος έχανε τη μάχη της διεθνούς κοινότητας. Οι παραδοσιακές φίλες της Σερβίας, ορθόδοξες χριστιανικές χώρες, αυτή τη φορά δεν ήταν διατεθειμένες να του συνδράμουν: η Ρωσία του Γέλτσιν βρισκόταν εκείνη την περίοδο σε εξαιρετικά δυσάρεστη θέση, αποδυναμωμένη οικονομικά και κοινωνικά, ενώ η Ελλάδα δεν μπορούσε να λησμονήσει την «προδοσία» του Μιλόσεβιτς, ο οποίος το 1996 είχε αναγνωρίσει το κρατίδιο των Σκοπίων ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας»... Κάθε απόπειρα απευθείας διαλόγου ανάμεσα σε Μιλόσεβιτς και UCK έπεσε στο κενό. Η καταπίεση των Αλβανών Κοσοβάρων συνεχιζόταν και οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες ήδη από τον Οκτώβριο του 1998 να επέμβουν στην περιοχή. Τότε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ είχε εκδώσει το ψήφισμα 1199, το οποίο προέβλεπε: άμεση παύση κάθε μορφής βίας στο Κοσσυφοπέδιο, απομάκρυνση των σερβικών στρατιωτικών δυνάμεων από την περιοχή, επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους, εγκατάσταση διεθνών παρατηρητών και διεξαγωγή συνομιλιών ανάμεσα σε όλες τις πλευρές σχετικά με το μέλλον της περιοχής. Το Βελιγράδι αρνήθηκε να εκτελέσει τους όρους αυτού του ψηφίσματος και έτσι το ΝΑΤΟ έφτασε τότε ένα βήμα πριν από τη στρατιωτική του επέμβαση, μέσω αεροπορικών χτυπημάτων, στη Γιουγκοσλαβία. Όλα αυτά τα πολεμικά σχέδια, έτοιμα ήδη από τον Οκτώβριο του 1998, άρχισαν πρακτικά να εκτελούνται στις αρχές Μαρτίου του 1999. Η κατάσταση στο Κοσσυφοπέδιο παρέμενε κρίσιμη και ο διοικητής των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην περιοχή, στρατηγός Ουέσλι Κλαρκ, ανακοίνωσε την πλήρη ετοιμότητά του να επιδράμει επί της Γιουγκοσλαβίας. Είχαν προηγηθεί οι κατηγορίες εναντίον της Σερβίας για μαζικές δολοφονίες άμαχων Αλβανών στη διάρκεια του χειμώνα 1998-1999 και η στάση της παγκόσμιας κοινής γνώμης απέναντι στη Σερβία ήταν άκρως αρνητική. Η δαιμονοποίηση του σερβικού έθνους στα διεθνή Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, παρούσα σε ολόκληρη τη δεκαετία του 1990, συνεχιζόταν αμείωτη. Αλλά και οι προσπάθειες της Συμπαγούς Ομάδας (Compact Group) των Ηνωμένων Εθνών, μέσω της διεθνούς συνδιάσκεψης που έλαβε χώρα στη γαλλική πόλη Ραμπουγιέ, δεν οδήγησε πουθενά. Η συνδιάσκεψη αυτή προέβλεπε «ειδικό» προσωρινό καθεστώς για το Κοσσυφοπέδιο για τα επόμενα τρία χρόνια, με τελική λύση τη φόρμουλα «ή-ή»: η σερβική πλευρά θα περιόριζε στο ελάχιστο τη δράση του στρατού και της αστυνομίας στην περιοχή, ενώ η αλβανική θα αναιρούσε κάθε σκέψη για ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου. Πάντως, τις εντυπώσεις στη συνδιάσκεψη του Ραμπουγιέ τις κέρδισε ο νέος ηγέτης του UCK: ο Χασίμ Θάτσι, γνωστός και ως «Φίδι». Ο Θάτσι, που εκατηγορείτο από τους μεν Σέρβους ως «τρομοκράτης», από τους δε Δυτικούς ως «έμπορος ναρκωτικών», τελικά κατάφερε να αποκτήσει ένα είδος νομιμοποίησής του, διεθνούς μάλιστα, εκπροσωπώντας την αλβανική πλευρά στη συνδιάσκεψη εκείνη, που -ουσιαστικά- επέσπευσε τα γεγονότα και τη νατοϊκή επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία... Ο ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΤΟ (24 ΜΑΡΤΙΟΥ-11 ΙΟΥΝΙΟΥ 1999) Ώρα 12 το μεσημέρι, της 24ης Μαρτίου 1999. Οι σειρήνες σε ολόκληρη την επικράτεια της Γιουγκοσλαβίας ήχησαν. Ένας νέος πόλεμος άρχιζε. Κωδική ονομασία της πολεμικής επιχείρησης: «Συμμαχική δύναμη» (Operation Allied Force). Τα κράτη που συμμετείχαν σ’ αυτή ήταν συνολικά έντεκα, όλα μέλη του ΝΑΤΟ, με άτυπες επικεφαλείς τις ΗΠΑ. Οι επιχειρήσεις που προτιμήθηκαν, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, κατά της γιουγκοσλαβικής επικράτειας ήταν μέσω βομβαρδισμών από αέρος. Η επιχείρηση ξεκίνησε τυπικά, όσο και ουσιαστικά στις 8 μ.μ. της ίδιας εκείνης ημέρας... Η αιτιολόγηση του ΝΑΤΟ για την έναρξη της επιχείρησης αυτής ήταν η ανάσχεση και ακύρωση του αντιαλβανικού σχεδίου «Πέταλο» (Podkova), που είχε θέσει προ μηνών σε εφαρμογή το καθεστώς του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. Κατά τους νατοϊκούς ιθύνοντες, το «Πέταλο» δεν ήταν παρά ένα πρόγραμμα μαζικής εθνοκάθαρσης των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, το οποίο και είχε προκαλέσει στη διάρκεια της μέχρι τότε εφαρμογής του εκατοντάδες δολοφονίες αμάχων Αλβανών, με μεθόδους γενοκτονικής διαδικασίας. Για τη διεξαγωγή της επιχείρησης «Συμμαχική δύναμη» το ΝΑΤΟ δεν έλαβε ποτέ τη σχετική προβλεπόμενη εντολή από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Στις 24 Μαρτίου του 1999, λοιπόν, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Χαβιέρ Σολάνα, έδωσε εντολή στον διοικητή των ενόπλων δυνάμεων του Βορειοατλαντικού Συμφώνου στην Ευρώπη, στρατηγό Ουέσλι Κλαρκ, να ενεργοποιήσει το σχέδιο των από αέρος βομβαρδισμών πόλεων και στρατιωτικών εγκαταστάσεων της Γιουγκοσλαβίας. Οι αεροπορικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ είχαν στη διάθεσή τους αεροσκάφη τύπου F-16 και F-117 (Stealth), πλήρως εξοπλισμένα, καθώς και πυραύλους αντιμετώπισης συστημάτων ραντάρ AGM 88 HARM. Από την άλλη πλευρά, οι Γιουγκοσλαβικές Ένοπλες Δυνάμεις είχαν να αντιτάξουν 90 χιλιάδες προσωπικό, αξιωματικούς και οπλίτες, ενώ σε περίπτωση κήρυξης κινητοποίησης ο αριθμός αυτός θα μπορούσε να φτάσει τα 400.000 άτομα. Το βράδυ της 24ης Μαρτίου 1999 άρχισαν οι πρώτοι βομβαρδισμοί. Από το αμερικανικό αεροπλανοφόρο Enterprise, στην Αδριατική θάλασσα, και από τις νατοϊκές αεροπορικές βάσεις στην Ιταλία (αυτές του Αβιάνο, της Ιστράνα και της Πιατσέντσα) ξεκίνησαν αεροσκάφη τύπου F-16 και F-117 που έριξαν τους πρώτους 100 πυραύλους σε στόχους στο Μαυροβούνιο και το Κοσσυφοπέδιο. Η κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας κήρυξε, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, τη χώρα σε κατάσταση πολέμου. Στο μεταξύ, το ΝΑΤΟ επέκτεινε τους βομβαρδισμούς του κατά στόχων στη Βοϊβόντινα και, τα χαράματα της 25ης Μαρτίου, στο ίδιο το Βελιγράδι. Την ίδια μακρά εκείνη νύχτα ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, απευθύνθηκε με διάγγελμά του στον αμερικανικό λαό. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι: «Για τις ΗΠΑ είναι ζήτημα ηθικής προτεραιότητας η άμεση διακοπή της σερβικής εθνοκάθαρσης κατά των Αλβανών στο Κοσσυφοπέδιο. Αποτελεί εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ να τεθεί τέλος στην τραγωδία του Κοσσυφοπεδίου. Όλες οι δράσεις μας κινήθηκαν αποκλειστικά και μόνο στην κατεύθυνση του να προλάβουμε αυτός ο πόλεμος να λάβει ευρύτερες διαστάσεις. Η μοναδική αιτία για την οποία διεξάγεται η εν λόγω πολεμική επιχείρηση είναι η ανθρωπιστική»... Η αντίδραση του Ρώσου προέδρου Μπόρις Γέλτσιν ήταν έντονη, αν και πρακτικά η Ρωσία αντιμετώπισε το ζήτημα μάλλον χλιαρά: «Βρισκόμαστε σε βαθύτατο σοκ από την πολεμική επίθεση του ΝΑΤΟ εναντίον της ανεξάρτητης Γιουγκοσλαβίας, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά υπονόμευση της ασφάλειας της Ευρώπης. Το ΝΑΤΟ προσπαθεί να παίξει τον ρόλο του παγκοσμίου χωροφύλακα, κάτι που εμείς θεωρούμε τελείως απαράδεκτο»... Όμως ο Ρώσος πρόεδρος δήλωσε επίσης ότι η Ρωσία δεν θα αναμιχθεί επ’ ουδενί τρόπω στον πόλεμο αυτό. Κάτι που πολλοί στρατιωτικοί αναλυτές ερμήνευσαν ως ουσιαστική παραίτηση της Ρωσίας από τον ρόλο της υπερδύναμης. Τις πρώτες ημέρες του πολέμου το ΝΑΤΟ χτύπησε αποκλειστικά στρατιωτικές εγκαταστάσεις: αεροδρόμια, στρατόπεδα, κέντρα διοικήσεως, στρατιωτικά εργοστάσια, αποθήκες και ραδιοεπικοινωνιακά κέντρα. Για πρώτη φορά σε πολεμική επιχείρηση έγινε χρήση του βομβαρδιστικού προηγμένης τεχνολογίας Β-2, τύπου Stealth. Μαζί με τις δυνάμεις των ΗΠΑ, στις επιχειρήσεις συμμετείχαν επίσης δυνάμεις από τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ισπανία, τον Καναδά, τη Γερμανία, το Βέλγιο, τη Νορβηγία, την Τουρκία, τη Δανία και την Ολλανδία. Η Ιταλία έδωσε μόνο τις βάσεις της, ενώ η Ελλάδα δεν συμμετείχε καθόλου στον πόλεμο, αν και δεν έβαλε βέτο στα πλαίσια του ΝΑΤΟ. Η ελπίδα που έτρεφε το χρονικό εκείνο διάστημα ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, ότι η νατοϊκή επιχείρηση εναντίον της χώρας του θα έφερνε αναπόφευκτα διάσπαση στη συνοχή του Συμφώνου, εν τέλει δεν δικαιώθηκε. Παρά τις επί μέρους διαφωνίες, δεν τέθηκε κανένα βέτο κατά της απόφασης έναρξης των επιχειρήσεων, ενώ και οι όποιες αντιδράσεις στο εσωτερικό των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ δεν ξεπέρασαν τα όρια μερικών απλών αντιπολεμικών διαδηλώσεων. Καμία άλλη αντίδραση δεν υπήρξε, ούτε μέσα ούτε έξω από το ΝΑΤΟ, με τη Γιουγκοσλαβία του Μιλόσεβιτς να είναι κατ’ ουσία απομονωμένη από όλο τον υπόλοιπο πλανήτη σ’ αυτή την επικίνδυνη περιπέτεια... Ειδικοί στρατιωτικοί αναλυτές παρατήρησαν τις πρώτες εκείνες ημέρες διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων κάτι το παράδοξο: ότι τα χτυπήματα του ΝΑΤΟ κατά γιουγκοσλαβικών στόχων έμοιαζαν εκ πρώτης όψεως «παράλογα» όσον αφορά τη γενικότερη πολεμική στρατηγική. Για παράδειγμα, σημειώθηκε ότι ξοδεύτηκαν πύραυλοι αξίας εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων προκειμένου να καταστραφούν τελείως εκκενωμένα, από ανθρώπους και πολεμικό υλικό, κτίρια στρατοπέδων! Έγινε επίσης σαφής μνεία ότι καιρό πριν, εβδομάδες πριν την απαρχή του πολέμου, το έμψυχο δυναμικό και το τεχνικό υλικό των Γιουγκοσλαβικών Ενόπλων Δυνάμεων είχε μεταφερθεί σε κατοικημένες περιοχές, και μάλιστα γύρω από σημεία, όπως σχολεία, πάρκα και πρεσβείες... Το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε ότι η τακτική του είναι πρώτα απ’ όλα να καταστρέψει ολοκληρωτικά την αντιαεροπορική άμυνα της Γιουγκοσλαβίας εξ αποστάσεως, χωρίς «περιττό αίμα», έτσι ώστε αμέσως μετά τα αεροσκάφη της Συμμαχίας να μπορούν να εξαπολύσουν μαζική επίθεση. Κατά τον στρατηγό Ουέσλι Κλαρκ: «Η πρόθεσή μας είναι συστηματικά και προοδευτικά να αυξάνουμε τις επιθέσεις μας, έτσι που να αποδιοργανώσουμε, να αποδυναμώσουμε και, σε τελική ανάλυση, να καταστρέψουμε τις γιουγκοσλαβικές δυνάμεις και μέσα, έως ότου ο πρόεδρος Μιλόσεβιτς συμφωνήσει να εφαρμόσει τους όρους που του έχουν τεθεί από τη διεθνή κοινότητα». Τις ίδιες ώρες, στο πλαίσιο μιας καθαρά ψυχολογικής εκστρατείας, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, απευθύνθηκε με διάγγελμά του απευθείας προς τον σερβικό λαό, διαβεβαιώνοντάς τον πως τα χτυπήματα του ΝΑΤΟ δεν στρέφονται εναντίον των άμαχων Σέρβων πολιτών. Μεταξύ άλλων ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε: «Ο Μιλόσεβιτς θα μπορούσε να προστατεύσει τη Σερβία και να σας εξασφαλίσει την ειρήνη. Αλλά, αντ’ αυτού, προτίμησε να θέσει σε κίνδυνο το μέλλον του Κοσσυφοπεδίου και να ωθήσει τα πράγματα προς έναν καινούριο πόλεμο»... Στα πρώτα αυτά στάδια του πολέμου, και εν μέσω διαδηλώσεων υπέρ της Σερβίας και κατά του ΝΑΤΟ σε μια σειρά πόλεων ανά τον κόσμο, εμφανίστηκαν στον διεθνή τύπο αναλύσεις που έκαναν λόγο για κίνδυνο εξάπλωσης του πολέμου και πέραν των ορίων της γιουγκοσλαβικής επικράτειας. Ήταν η περίφημη θεωρία του «ντόμινο», κατά την οποία η νατοϊκή επέμβαση στο Κοσσυφοπέδιο πιθανώς θα επέκτεινε τον πόλεμο και σε χώρες όπως η Αλβανία και η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ), χωρίς μάλιστα να αποκλείεται η ανάμειξη και της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Βουλγαρίας. Το «ντόμινο» αυτό, που θα προκαλούσε έναν νέο βαλκανικό πόλεμο, θα είχε επίσης ως αρνητική παρενέργεια την κατάλυση της συμφωνίας του Ντέιτον (1995) για την ειρήνη στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και, συνεπώς, την ανάφλεξη του βοσνιακού μετώπου... Την πρώτη αυτή περίοδο του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία η παγκόσμια κοινή γνώμη εμφανίστηκε εξαιρετικά διχασμένη ως προς τις αιτίες και τα επακόλουθα αυτής της περιπέτειας. Όμως τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν, όταν οι εικόνες των διεθνών τηλεοπτικών καναλιών άρχισαν να δείχνουν τα καραβάνια με τους χιλιάδες πρόσφυγες από το Κοσσυφοπέδιο, που κατέκλυζαν την Αλβανία και την ΠΓΔΜ. Το γεγονός αυτό, αλλά και οι φήμες για μαζικές εκτελέσεις Αλβανών από το καθεστώς του Μιλόσεβιτς, έγειραν πλέον την πλάστιγγα των εντυπώσεων προς την πλευρά του ΝΑΤΟ. Από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν υπήρξε ουσιαστικά καμία σοβαρή αντίδραση ανά τον κόσμο στην πολεμική επιχείρηση που διεξήγε το Σύμφωνο στην περιοχή της Γιουγκοσλαβίας. Το θέμα των προσφύγων απασχόλησε τότε έντονα τη διεθνή κοινότητα. Στις 1 Απριλίου 1999 διοργανώθηκε σύνοδος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Πέτερσμπεργκ, όπου η Ένωση υποσχέθηκε στις γειτονικές με τη Γιουγκοσλαβία χώρες σεβαστή οικονομική αρωγή, σε περίπτωση που αυτές δεχθούν τα κύματα προσφύγων που εγκατέλειπαν το Κοσσυφοπέδιο. Ο αριθμός των προσφύγων αυτών υπολογιζόταν τότε πως έφτανε, από τις 24 Μαρτίου μέχρι τις 1 Απριλίου του 1999, τα 125.000 άτομα. Η λογική της ΕΕ ήταν οι χώρες υποδοχής να είναι όμορες της Γιουγκοσλαβίας, προκειμένου αργότερα -μετά τη λήξη του πολέμου- οι πρόσφυγες να επιστρέψουν στις εστίες τους. Γι’ αυτό και δεν έγινε έκτοτε συζήτηση για διασκορπισμό των προσφύγων σε διάφορες χώρες του κόσμου, μακράν των Βαλκανίων. Σε καθαρά στρατιωτικό επίπεδο, τις πρώτες εκείνες μέρες του πολέμου η κατάσταση παρέμενε κάπως συγκεχυμένη. Για παράδειγμα, ενώ το ΝΑΤΟ ανέμενε την αντίδραση των γιουγκοσλαβικών αντιαεροπορικών δυνάμεων, έτσι ώστε να τις αναγνωρίσει και να τις χτυπήσει, εκείνες περιέργως «σιωπούσαν»... Στις 28 Μαρτίου ολόκληρος ο κόσμος είδε με έκπληξη την κατάρριψη από τους Γιουγκοσλάβους ενός «αόρατου» αμερικανικού βομβαρδιστικού F-117 του τύπου υπερτεχνολογίας Stealth! Ήταν για το ΝΑΤΟ ένα πλήγμα όχι απλώς στρατιωτικό, αλλά και σε επίπεδο μαζικής προπαγάνδας, εφόσον η υφήλιος παρακολουθούσε στους τηλεοπτικούς της δέκτες Σέρβους να πανηγυρίζουν πάνω στα υπολείμματα του «αόρατου» αεροσκάφους. Ήταν μία κρίσιμη καμπή του πολέμου. Τότε αναγκάστηκε ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος, Μπιλ Κλίντον, να βγει με δηλώσεις του και να ανακοινώσει ότι ο πιλότος του αεροσκάφους σώθηκε όχι απλώς από τον θάνατο, αλλά και από την ξένη αιχμαλωσία, χάρη σε μια ηρωική επιχείρηση ειδικών Αμερικανών κομάντος. Το γεγονός της σωτηρίας του πιλότου υπερπροβλήθηκε από τα παγκόσμια ΜΜΕ, σαν να επρόκειτο περί ζωντανής ταινίας πολεμικής δράσης, και έτσι οι αρχικές αρνητικές εντυπώσεις από την κατάρριψη του F-117 μετριάστηκαν. Στον «πόλεμο» της επικοινωνίας παίχτηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου ένα δυναμικό παιχνίδι για το ποιος θα κερδίσει τις παγκόσμιες εντυπώσεις. Οι Σέρβοι δήλωναν περήφανα πως μόνο κατά τη διάρκεια των δέκα πρώτων ημερών του πολέμου κατέρριψαν επτά αεροσκάφη του ΝΑΤΟ. Από την άλλη, το ΝΑΤΟ ανταπάντησε πως οι δυνάμεις του κατέστρεψαν αρκετά σερβικά MIG, όπως και τα αεροδρόμια από τα οποία αυτά απογειώνονταν. Μάλιστα, στις 2 Απριλίου ένα ακόμα νατοϊκό αεροσκάφος, αυτή τη φορά F-16, καταρρίφθηκε από τους Σέρβους, αλλά και πάλι ο Αμερικανός πιλότος του γλίτωσε τα χειρότερα, έπειτα από ειδική επιχείρηση συμπατριωτών του κομάντος. Έγινε πλέον σαφές ότι κάθε πιλότος του Συμφώνου έφερε μαζί του ειδικό πομπό, με τον οποίο μπορούσε να καλέσει τα διασωστικά τμήματα προκειμένου εκείνα να τον περισυνελλέξουν. Ως απάντηση σε όλα αυτά, η σερβική τηλεόραση έδειξε την αιχμαλωσία τριών Αμερικανών στρατιωτικών, που είχαν συλληφθεί από τις γιουγκοσλαβικές δυνάμεις. Επρόκειτο για δύο λοχίες και έναν στρατιώτη, που ανήκαν στη δύναμη της 1ης μεραρχίας των ΗΠΑ, που εδρεύει στη Γερμανία. Οι Σέρβοι ισχυρίστηκαν ότι τους συνέλαβαν κοντά στα σύνορα με την ΠΓΔΜ, ενώ το ΝΑΤΟ ισχυριζόταν ότι αυτό συνέβη μέσα στην ΠΓΔΜ, μετά από παραβίαση των συνόρων. Ήταν ένα θέμα που προκάλεσε την οργή των ΗΠΑ και, κατ’ επέκταση, τη συμπάθεια της αμερικανικής κοινής γνώμης... Στις αρχές Απριλίου ο Χαβιέρ Σολάνα ανακοίνωσε το πέρασμα στη δεύτερη φάση του πολέμου. Η φάση-μηδέν ήταν εκείνη της προετοιμασίας της όλης επιχείρησης και ξεκίνησε με στρατιωτικές ασκήσεις, δοκιμαστικές πτήσεις και επεξεργασία πληροφοριών ήδη από τα μέσα του 1998, καθώς και με τη συγκέντρωση των αεροπορικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ στις βάσεις του που εδρεύουν στην Ιταλία και σε αεροπλανοφόρα που πλέουν στην Αδριατική. Η πρώτη φάση ήταν εκείνη, η οποία ξεκίνησε στις 24 Μαρτίου 1999 και προέβλεπε χτυπήματα αποκλειστικά κατά της αντιαεροπορικής άμυνας της Γιουγκοσλαβίας (ραντάρ, αεροπορικές βάσεις, επικοινωνιακά κέντρα κτλ.), όπως και κατά αποθηκών όπλων στο Κοσσυφοπέδιο. Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη φάση, αυτή επικέντρωνε τα χτυπήματα στις σερβικές αεροπορικές δυνάμεις που βρίσκονται κάτω από την 44η παράλληλο, δηλ. κάτω από το Νις και στην επικράτεια του Κοσσυφοπεδίου. Στα πλαίσια της δεύτερης αυτής φάσης το ΝΑΤΟ ξεκίνησε επιθέσεις εναντίον όλων των σημείων στα οποία ήταν συγκεντρωμένες δυνάμεις του σερβικού στρατού, αλλά και ειδικά τμήματα της σερβικής αστυνομίας. Ύστερα απ’ όλα αυτά κρίθηκε αναγκαία η μετάβαση στην τρίτη φάση των πολεμικών επιχειρήσεων. Είχε προηγηθεί η ξαφνική, και κατά πολλούς απρόσμενη, επίσκεψη του ιστορικού ηγέτη των Αλβανών Κοσοβάρων, του Ιμπραήμ Ρουγκόβα, στην κατοικία του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, γεγονός που προκάλεσε «ηλεκτροσόκ» στη διεθνή κοινή γνώμη. Οι εξελίξεις φάνηκε αρχικά να παίρνουν μια άλλη τροχιά. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστευαν ότι ο Ρουγκόβα δίνει «άφεση αμαρτιών» στον Μιλόσεβιτς και, στην ουσία, στηρίζει την πολιτική του. Όμως τότε η Δύση κέρδισε για άλλη μία φορά τη μάχη των εντυπώσεων: το ΝΑΤΟ δήλωσε επίσημα ότι ο Ρουγκόβα βρίσκεται υπό την ομηρεία των Σέρβων και εξαναγκάστηκε να συναντηθεί με τον Μιλόσεβιτς. Μία άλλη φήμη έλεγε ότι τα πλάνα που έδειξε η σερβική τηλεόραση από τη συνάντηση των δύο ανδρών ήταν παλιά -από το 1998- και ότι τελικά η επίσκεψη του Ρουγκόβα στον Μιλόσεβιτς δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ... Επρόκειτο για μια εικονική συνάντηση. Τελικά, αποδείχτηκε ότι δεν ήταν παρά μία απέλπιδα προσπάθεια του Ρουγκόβα να επιτύχει ειρηνική λύση στο πρόβλημα. Η τρίτη φάση των νατοϊκών επιχειρήσεων ήταν στραμμένη πια εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων, αλλά και γενικότερων υποδομών (δρόμοι, γέφυρες, εργοστάσια κτλ.), σε όλη τη γιουγκοσλαβική επικράτεια. Μάλιστα η φάση αυτή, που ήταν οφθαλμοφανώς η πιο σοβαρή όλων, προέβλεπε χτυπήματα ακόμα και στο κέντρο των πόλεων. Ήταν πια σαφές ότι το ΝΑΤΟ προέκρινε τη γρήγορη εξέλιξη των πραγμάτων. Οι έως τότε επιχειρήσεις φάνηκε να έχουν «κολλήσει» και ο στόχος να αναγκαστεί ο Μιλόσεβιτς σε συμβιβασμό είχε μάλλον οπισθοχωρήσει... Το ΝΑΤΟ επέλεξε να χτυπήσει πρώτα τη γέφυρα πάνω από τον ποταμό Δούναβη που συνέδεε την πρωτεύουσα της επαρχίας της Βοϊβόδινας, το Νόβι Σαντ, με τον οικισμό Πετροβάραντιν, γνωστό από το κάστρο του από την εποχή της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Δύο πύραυλοι χτύπησαν και γκρέμισαν τις δύο αντίθετες πλευρές της γέφυρας, η οποία βυθίστηκε μέσα στον ποταμό. Με τον τρόπο αυτό κατέστη πια αδύνατη η πλεύση σκαφών στον Δούναβη... Από θαύμα δεν υπήρξαν θύματα σ’ αυτή την ενέργεια, αφού μόλις λίγες εκατοντάδες μέτρα παραπέρα υπήρχαν λεωφορεία και αυτοκίνητα γεμάτα με κόσμο. Οι βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ συνεχίστηκαν με φρενήρη ρυθμό, σχεδόν ανελέητα. Ήδη στα μέσα του Μαΐου τα δύο τρίτα των γεφυρών της Γιουγκοσλαβίας είχαν καταστραφεί. Πύραυλοι του ΝΑΤΟ έστειλαν στον βυθό των υδάτων γέφυρες που συνέδεαν τη χώρα με την Κροατία και τη Ρουμανία. Τουλάχιστον τρεις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από χτυπήματα του ΝΑΤΟ που ήταν στραμμένα εναντίον των γεφυρών. Για να σώσουν τις εναπομείνασες γέφυρες της χώρας, οι κάτοικοι πολλών περιοχών της Σερβίας, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας Βελιγραδίου, άρχισαν να καταλαμβάνουν τα σημεία αυτά, διοργανώνοντας εκεί συναυλίες, αλλά και αντινατοϊκές διαδηλώσεις... Το μεγαλύτερο ίσως πλήγμα που δέχθηκε τότε η Σερβία και η οικονομία της υπήρξε η απόλυτη καταστροφή που προκάλεσαν τα νατοϊκά «χειρουργικά» χτυπήματα στα δύο μεγάλα διϋλιστήρια της χώρας: στο Πάντσεβο και το Νόβι Σαντ, αμφότερα πάνω στον Δούναβη. Ουσιαστικά, μετά από το γεγονός αυτό η Γιουγκοσλαβία ολόκληρη έμεινε χωρίς πετρέλαιο, αφού ήταν αδύνατη τόσο η εισαγωγή του όσο και η επεξεργασία του. Άλλωστε σοβαρότατες ζημιές προκλήθηκαν και σε αποθήκες καυσίμων. Λόγω έλλειψης καυσίμων τα αυτοκίνητα άρχισαν να ακινητοποιούνται, όμως πολλά υπηρεσιακά οχήματα εξακολουθούσαν να κυκλοφορούν στους δρόμους. Οι νατοϊκοί υπέθεσαν ότι η σερβική κυβέρνηση είχε κρυμμένα αποθέματα καυσίμων, που το ΝΑΤΟ ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εντοπίσει και καταστρέψει... Πλήρως καταστράφηκε και το μεγαλύτερο μέρος των εργοστασίων της χώρας. Εργοστάσια αυτοκινήτων της Zastava, αλλά και χημικά εργοστάσια, όπως και -κυρίως- εργοστάσια παραγωγής οπλικών συστημάτων. Πόλεις όπως η Νις απώλεσαν ολόκληρη σχεδόν τη βιομηχανική τους ζώνη! Δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι σ’ αυτά τα εργοστάσια έχασαν ξαφνικά τις δουλειές τους... Πέρα όμως από όλα αυτά, το ΝΑΤΟ είχε θέσει ως βασικό του στόχο σ’ αυτή την τρίτη φάση των χτυπημάτων του να καταστρέψει τους δρόμους της χώρας, ειδικά εκείνους που συνέδεαν την κεντρική Σερβία με την επαρχία του Κοσσυφοπεδίου. Ήθελε μ’ αυτό τον τρόπο το ΝΑΤΟ να αποκόψει τον Γιουγκοσλαβικό Στρατό που έδρευε στο Κοσσυφοπέδιο από το εσωτερικό της χώρας και, παράλληλα, να απομονώσει το καθεστώς του Μιλόσεβιτς από τον υπόλοιπο κόσμο. Ταυτόχρονα με τις κεντρικές οδικές αρτηρίες, βομβαρδίστηκε και το σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας, που ουσιαστικά έπαυσε την περίοδο εκείνη να λειτουργεί. Ο τελικός απολογισμός των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ εναντίον των υποδομών της Γιουγκοσλαβίας ήταν να «σφίξει» κατά πολύ ο κλοιός γύρω από τον Μιλόσεβιτς. Καταστράφηκαν εντελώς κεντρικοί δρόμοι, έκλεισε ο ποταμός Δούναβης και διακόπηκε η επικοινωνία της Σερβίας με το Μαυροβούνιο, συνεπώς και η έξοδος που είχε έως τότε στην Αδριατική θάλασσα. Παράλληλα, η χώρα άρχισε πια σοβαρά να διέρχεται μέσα από μια έντονη ανθρωπιστική κρίση, εφόσον ο λαός της ζούσε πλέον αποκλειστικά και μόνο από τα αποθέματα τροφίμων, κυρίως κονσέρβες. Ήδη από τις 23 Μαρτίου 1999 είχαν επιβληθεί σε ολόκληρη τη γιουγκοσλαβική επικράτεια «δρακόντεια» μέτρα κατά της «μαύρης αγοράς», εφόσον δια νόμου επιβλήθηκε το «πάγωμα» των τιμών όλων των προϊόντων. Ο πόλεμος αυτός προκάλεσε και τις λεγόμενες παράπλευρες απώλειες. Υπήρξαν περιστατικά, που είχαν δραματική κατάληξη, με τον θάνατο εντελώς αθώων και ανύποπτων ανθρώπων. Το πρώτο «λάθος» του ΝΑΤΟ συνέβη στις 6 Απριλίου, όταν στη μικρή σερβική πόλη Αλέξινατς έπεσαν νατοϊκές βόμβες, με επακόλουθο τον θάνατο 12 ανθρώπων, τον τραυματισμό δεκάδων και την καταστροφή σπιτιών, καταστημάτων και δημοσίων κτιρίων. Λίγες μόλις ημέρες μετά, στις 12 Απριλίου, το ΝΑΤΟ χτύπησε «κατά λάθος» διερχόμενο τρένο, στην επιχείρηση καταστροφής παρακείμενης γέφυρας. Αποτέλεσμα υπήρξε ο τραγικός θάνατος 10 ανθρώπων... Ακολούθησαν και άλλα παρόμοια «λάθη», με διάφορες δικαιολογίες από πλευράς ΝΑΤΟ, με αποκορύφωμα τον θάνατο 70 προσφύγων από το Κοσσυφοπέδιο, όταν -στις 14 Απριλίου- χτυπήθηκε το καραβάνι τους. Στις 23 Απριλίου 1999 το ΝΑΤΟ βομβάρδισε το κτίριο της δημόσιας Ραδιο-Τηλεόρασης της Σερβίας (RTS) στο Βελιγράδι. Εκεί βρίσκονταν λίγοι μόνο δημοσιογράφοι και υπάλληλοι, όσοι χρειάζονταν για τη ροή του προγράμματος. 15 από αυτούς έχασαν τη ζωή τους (οι 6 ήταν δημοσιογράφοι). Το περιστατικό αυτό ξεσήκωσε τον δημοσιογραφικό κόσμο σε ολόκληρο τον κόσμο και το ΝΑΤΟ αναγκάστηκε να δηλώσει ότι είχε προειδοποιήσει ήδη από τις 8 Απριλίου, κατά τον πλέον επίσημο τρόπο, ότι το κεντρικό κτίριο της RTS αποτελούσε στόχο βομβαρδισμού. Το ΝΑΤΟ ήθελε να «φιμώσει» το καθεστώς Μιλόσεβιτς, που μέσω της RTS εξαπέλυε αντινατοϊκή και αντιδυτική προπαγάνδα. Ένα διεθνές σκάνδαλο προέκυψε, όταν «κατά λάθος» και πάλι το ΝΑΤΟ χτύπησε την πρεσβεία της Κίνας στο Βελιγράδι, τη νύχτα της 8ης προς την 9η Μαΐου 1999. Τρεις Κινέζοι διπλωμάτες -ανάμεσά τους δύο γυναίκες- σκοτώθηκαν, κάτι που προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Πεκίνου, αλλά και αντιαμερικανικές διαδηλώσεις σε ολόκληρη την Κίνα. Το ζήτημα ήταν πολύ σοβαρό, διότι η κινεζική πρεσβεία εθεωρείτο -σύμφωνα με όλους τους διεθνείς κανονισμούς- κινεζικό έδαφος. Αντίθετα από άλλες ξένες αντιπροσωπείες, οι Κινέζοι εξακολούθησαν να λειτουργούν κανονικά την πρεσβεία τους στο Βελιγράδι και δεν την εκκένωσαν. Το ΝΑΤΟ δικαιολογήθηκε ότι χτύπησε το κτίριο όπου στεγαζόταν η πρεσβεία, διότι οι πιλότοι του χρησιμοποίησαν παλαιότερους και όχι ανανεωμένους χάρτες... Στις 10 Ιουνίου του 1999 το ΝΑΤΟ πέρασε στην τέταρτη, και τελευταία, φάση του πολέμου: αυτή που προέβλεπε την οριστική του λήξη. Είχαν προηγηθεί συνομιλίες ανάμεσα σε Nατοϊκούς και Σέρβους στην πόλη Κουμάνοβο της ΠΓΔΜ, όπου τελικά οι δύο πλευρές υπέγραψαν σύμφωνο, που όριζε την εκκένωση του Κοσσυφοπεδίου από όλες τις μονάδες του γιουγκοσλαβικού στρατού. Στη θέση τους πήγε η ειρηνευτική δύναμη (KFOR), με βασικό σκοπό την εξασφάλιση της ειρήνης στο Κοσσυφοπέδιο και την επιστροφή εκεί των προσφύγων. Η 11η Ιουνίου του 1999 ήταν και η τελευταία ημέρα των νατοϊκών βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία. Το καθεστώς Μιλόσεβιτς αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να αναδιπλωθεί και να υποχωρήσει, στην ουσία να παραδόσει τα όπλα. Απομονωμένο από όλο τον κόσμο, με μια χώρα σχεδόν πλήρως κατεστραμμένη, δεν είχε ίσως άλλο περιθώριο «ελιγμών». Άλλωστε, εάν δεν βρισκόταν τότε κάποια λύση, τους βομβαρδισμούς θα ακολουθούσε επέμβαση από ξηράς των νατοϊκών δυνάμεων και τότε, μετά βεβαιότητας, τα πράγματα θα γίνονταν για τον Μιλόσεβιτς και για ολόκληρη τη Σερβία πολύ πιο δραματικά... Τα αποτελέσματα του επί 78 ημέρες βομβαρδισμού του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας ήταν δραματικά. Σύμφωνα με τις γιουγκοσλαβικές αρχές σκοτώθηκαν περίπου 2.000 αθώοι πολίτες, ενώ άλλοι 6.000 τραυματίστηκαν. Μία ανεξάρτητη έρευνα της οργάνωσης Human Rights Watch κάνει λόγο για αριθμό νεκρών ανάμεσα στα 488 και τα 527 άτομα. Επίσης, ουκ ολίγοι ανά τον κόσμο, και όχι μόνο οικολογικές οργανώσεις, καταδίκασαν το ΝΑΤΟ για τη μόλυνση που επέφερε με τους βομβαρδισμούς του στα νερά της περιοχής. Επιστήμονες έκαναν λόγο για μεγάλη οικολογική καταστροφή, με δηλητηρίαση των υδάτων των ποταμών Δούναβη και Σάβα, κάτι που θα έχει πολύ αρνητικές συνέπειες για την υγεία των κατοίκων, ειδικά δε των μελλοντικών γενεών: απότομη αύξηση των καρκινογενέσεων και άλλων ανίατων ασθενειών... ΕΠΙΛΟΓΟΣ Οι εξελίξεις που ακολούθησαν τη νατοϊκή επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας, την άνοιξη του 1999, ήταν ραγδαίες. Ουσιαστικά, το γιουγκοσλαβικό ζήτημα πέρασε στη δεύτερη φάση του. Εάν η πρώτη είχε χαρακτηριστεί από την απόσχιση των περισσότερων ομοσπονδιακών της Δημοκρατιών και την ανεξαρτητοποίησή τους, αλλά και από τον αιματηρό πόλεμο της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, η δεύτερη φάση είχε μερικά άλλα χαρακτηριστικά. Τον Σεπτέμβριο του 2000 ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς αναγκάστηκε σε παραίτηση. Ο σερβικός λαός βγήκε στους δρόμους εναντίον του και τελικά η δημοκρατική αντιπολίτευση, συνεπικουρούμενη από τη Δύση και μερικά ιδρύματα (όπως π.χ. αυτό του Ουγγροεβραίου μεγαλοκαπιταλιστή Τζορτζ Σόρος), κατέλαβε την εξουσία. Ο Μιλόσεβιτς οδηγήθηκε σταδιακά στην απομόνωση, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και τη φυλάκισή του για «εγκλήματα πολέμου κατά της ανθρωπότητας». Πέθανε στο κελί του, υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, τον Μάρτιο του 2006, σε ηλικία 65 ετών. Ένας εκ των ηγετών της σερβικής αντιπολίτευσης, ο πρωθυπουργός της χώρας Ζόραν Τζίντζιτς, δολοφονήθηκε τον Μάρτιο του 2003 σε μια χώρα, στην οποία δρούσε ανεξέλεγκτη η μαφία. Είχε προηγηθεί μερικά χρόνια νωρίτερα η δολοφονία του περιβόητου Αρκάν (Ζέλικο Ραζνάτοβιτς), του αρχηγού των σερβικών παραστρατιωτικών ομάδων. Σε όλη τη διάρκεια αυτών των ετών διάφορες εγκληματικές ομάδες δρούσαν κατά τρόπο ασύδοτο σε ολόκληρη τη σερβική επικράτεια, και βασικά στο Βελιγράδι. Το γιουγκοσλαβικό «ντόμινο» συνεχίστηκε και μετά τα δραματικά γεγονότα του 1999. Ήδη από το 2002 ο όρος «Γιουγκοσλαβία» έπαυσε πια να υπάρχει. Αντικαταστάθηκε από τη σύνθετη ονομασία «Σερβία-Μαυροβούνιο», ώσπου το 2006 το Μαυροβούνιο αποσπάστηκε κι αυτό από την ένωση. Το Μαυροβούνιο έγινε ανεξάρτητη χώρα και η Σερβία απέμεινε μόνη της, ανεξάρτητη κι αυτή... Αλλά το πρόβλημα του Κοσσυφοπεδίου παρέμενε πάντοτε εκεί, να «σιγοβράζει», όντας το σημαντικότερο εσωτερικό πρόβλημα της «νέας Σερβίας» που προέκυψε από τις δραματικές αλλαγές της μετακομμουνιστικής περιόδου. Τελικά, το Κοσσυφοπέδιο ανακήρυξε την ανεξαρτησία του τον Φεβρουάριο του 2008. Η αντίδραση της Σερβίας ήταν μάλλον «χλιαρή», παρέμεινε μόνο στις λεκτικές καταδίκες. Πολλές χώρες αναγνώρισαν το νέο κράτος και η Σερβία αποδέχτηκε ουσιαστικά τη νέα κατάσταση, αν και “de jure” ηρνείτο ακόμα και να συζητήσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Για τη Σερβία το Κοσσυφοπέδιο παραμένει πάντοτε «σερβικό έδαφος», έστω και αν δεν ελέγχεται πλέον από το Βελιγράδι. Άλλωστε το 2008 στην «ατζέντα» των Σέρβων υπήρχαν πια άλλα θέματα, με σπουδαιότερο την ένταξη της χώρας τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Βελιγράδι έκανε κινήσεις καλής θέλησης προς τη Δύση, όπως για παράδειγμα με τις συλλήψεις του Ράντοβαν Κάρατζιτς και του Ράντκο Μλάντιτς, δύο ανθρώπων που υπήρξαν «κόκκινα πανιά» στη δεκαετία του 1990 για τις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη... Όχι πολλά χρόνια μετά τους βομβαρδισμούς του 1999, όλα όσα συνέβησαν τότε έμοιαζαν με ένα μακρινό εφιαλτικό παρελθόν. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (1) William Buckley: KOSOVO- CONTENDING VOICES ON BALKAN INTERVENTIONS, B. Eerdmans Publishing, Michigan, 2000 (2) Richard Holbrooke: TO END A WAR, The Modern Library, New York, 1998 (3) Tim Judah: KOSOVO- WAR AND REVENGE, Yale University Press, New Haven, 2000 (4) Heike Krieger: THE KOSOVO CONFLICT AND INTERNATIONAL LAW, Cambridge University Press, Cambridge, 2001 (5) Benjamin S. Lambeth: THE TRANSFORMATION OF AMERICAN AIR POWER, New York, Cornell University Press, 2000 (6) Julie Mertus: KOSOVO- HOW MYTHS AND TRUTHS STARTED A WAR, University of California Press, Berkeley, 1999 (7) Michael Russell Rip, James M. Hasik: THE PRECISION REVOLUTION, Naval Institute Press, Annapolis, 2002 (8) Miranda Vickers: BETWEEN SERB AND ALBANIAN – A HISTORY OF KOSOVO, Columbia University Press, New York, 1998

214 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates