• .

Βλαντίμιρ Πούτιν και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν: πού μοιάζουν, πού ταυτίζονται

ΔΥΟ ΗΓΕΤΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΑΣΙΑΣ

24.12.2016

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη Στις αρχές του 21ου αιώνα δύο σημαντικές πολιτικές προσωπικότητες, δύο ηγέτες, αναδύθηκαν στον ζωτικής σημασίας για τον πλανήτη χώρο της Ευρασίας: ο Βλαντίμιρ Πούτιν της Ρωσίας και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν της Τουρκίας. Αμφότεροι επέδρασαν τα μέγιστα στη σύγχρονη ιστορική πορεία των λαών και των χωρών τους, έτσι ώστε πολλοί να ομιλούν ήδη για «προ Πούτιν» και «μετά Πούτιν» εποχή, όπως και για «προ Ερντογάν» και «μετά Ερντογάν» εποχή, για τη Ρωσία και την Τουρκία αντίστοιχα! Μάλιστα, δεν είναι λίγοι και όσοι συνέκριναν τον μεν Πούτιν με τον Στάλιν, τον δε Ερντογάν με τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Κάτι που φανερώνει την αξία και τον ιστορικό ρόλο των δύο σύγχρονων ηγετών της Ρωσίας και της Τουρκίας… Ζούμε σε μία εποχή, στην οποία οι μεγάλοι ηγέτες σπανίζουν. Είναι μια εποχή «αποστεωμένη» από ύψιστα ιδανικά, επικρατεί παντού ο λεγόμενος «μαζάνθρωπος». Το έλλειμμα ηγετών σήμερα φαίνεται πεντακάθαρα στην ευρύτερη Δύση· χρειάστηκε να βγει μπροστά ένας Ντόναλντ Τραμπ, προερχόμενος από τον κόσμο των επιχειρήσεων, για να αποκτήσει ξανά νόημα η κεντρική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ. Όσο για την Ευρώπη, αυτή στερείται εδώ και καιρό πλήρως ηγετών, όπως υπήρξαν έστω ένας Χέλμουτ Κολ ή ένας Φρανσουά Μιτεράν στο πρόσφατο σχετικά παρελθόν. Για να μην πούμε ότι θα ήταν υπέρτατη ιεροσυλία να συγκριθεί και μόνο η επικίνδυνη Άνγκελα Μέρκελ, που ευθύνεται τα μέγιστα για την αποσύνθεση σήμερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη μεγάλη Μάργκαρετ Θάτσερ… Πούτιν και Ερντογάν λοιπόν ξεχωρίζουν στην κεντρική πολιτική σκηνή του πλανήτη, λόγω βασικά της προσωπικότητάς τους (είναι ισχυρές μορφές και οι δύο), αλλά και των πρωτότυπων θέσεων και ενεργειών τους, που στηρίζονται εν πολλοίς στον απρόβλεπτο παράγοντα, σε μια εποχή «μηχανοποιημένης» αντίληψης της πολιτικής και υπαγωγής της πολιτικής βούλησης στην «οικονομετρική» αντίληψη. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τόσο ο Ρώσος όσο και ο Τούρκος πρόεδρος τυγχάνουν της λατρείας τουλάχιστον του μισού πληθυσμού των χωρών τους. Αυτό αποτυπώνεται και στις εκλογές, π.χ. τις προεδρικές, όπου οι δύο άνδρες γνωρίζουν τον θρίαμβο και ψηφίζονται σχεδόν «μόνιμα» από το 50% και άνω των ψηφοφόρων της Ρωσίας και της Τουρκίας, αντίστοιχα. Ποιος στην Ελλάδα θα μπορούσε να περηφανεύεται για κάτι ανάλογο; Οι δύο αυτοί ηγέτες έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Πρώτα απ’ όλα ανήκουν στην ίδια γενιά. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν γεννήθηκε το 1952 στο τότε Λένινγκραντ της Σοβιετικής Ένωσης, τη σημερινή Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας. Αντίστοιχα, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν γεννήθηκε το 1954 στην Κωνσταντινούπολη. Μία σημαντική ομοιότητα ανάμεσα στους δύο άνδρες είναι η καταγωγή αμφότερων από «περιφερειακές» φυλές των χωρών τους: ο Πούτιν προέρχεται από το φύλο των Πουτγιανίν, το οποίο είναι από τα αρχαιότερα φύλα που συνθέτουν το ρωσικό έθνος, οι δε καταβολές του Ερντογάν είναι από τους Λαζούς της Ριζούντας του Πόντου. Πούτιν και Ερντογάν ανήκουν λοιπόν στην ίδια χρονολογικά γενιά, ενώ ανήλθαν στην εξουσία περίπου την ίδια περίοδο. Ο Πούτιν έγινε πρωθυπουργός της Ρωσικής Ομοσπονδίας το καλοκαίρι του 1999, ενώ στις 31 Δεκεμβρίου 1999 πήρε τη θέση του έως τότε προέδρου της χώρας Μπορίς Γέλτσιν, αναλαμβάνοντας την προεδρία της Ρωσίας. Ο Ερντογάν, από την άλλη, νίκησε στις εκλογές του 2002 (χωρίς ο ίδιος να συμμετέχει, λόγω προγενέστερης καταδίκης του, που του στερούσε τα πολιτικά δικαιώματα), για να αναλάβει εν τέλει πρωθυπουργός της Τουρκίας τον Μάρτιο του 2003. Τόσο ο Πούτιν, όσο και ο Ερντογάν ανέτρεψαν την καθεστηκυία τάξη των χωρών τους, το πολιτικό σύστημα των οποίων είχε πλέον σαπίσει. Ο Πούτιν ανέτρεψε, στην ουσία, τον Μπορίς Γέλτσιν και το πολιτικό κατεστημένο που είχε οδηγήσει την πατρίδα του στην «ασφυξία» και σε εξαιρετικά δεινή θέση στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Αντίστοιχα, ο Ερντογάν «σάρωσε» στις αρχές της δεκαετίας του 2000 το διεφθαρμένο τουρκικό πολιτικό σύστημα που ταλανιζόταν από τρομακτικά σκάνδαλα, και εξαφάνισε τις παλαιοκομματικές προσωπικότητες από τον πολιτικό χάρτη της Τουρκίας. Και οι δύο άνδρες προέβησαν σε σημαντικές συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Ο Πούτιν άλλαξε το ρωσικό Σύνταγμα, προκειμένου να μπορέσει να καταστεί ο αναμφισβήτητος κυβερνήτης της χώρας. Τροποποίησε τη διάταξη που απαγόρευε την επανεκλογή του Ρώσου προέδρου πέραν των δύο τετραετών θητειών· το 2008 ανέλαβε πρωθυπουργός, έως το 2012, έως ότου αλλάξει το Σύνταγμα, και το 2012 επανήλθε παντοδύναμος στην προεδρία της χώρας που δίνει στον ανώτατο άρχοντα υπερεξουσίες. Τα ίδια και ο Ερντογάν· άλλαξε άρδην το Σύνταγμα της χώρας του και έδωσε επιπρόσθετες αρμοδιότητες στον πρόεδρο της Τουρκίας, μετατρέποντας το πολίτευμα από προεδρευόμενη σε προεδρική Δημοκρατία. Το 2014 εξελέγη πανηγυρικά ως ο πρώτος πρόεδρος της Τουρκίας εκλεγμένος άμεσα από τον λαό της χώρας. Τόσο ο ένας ηγέτης, όσο και ο άλλος κατόρθωσαν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να σώσουν και να ανορθώσουν τις οικονομίες των χωρών τους, διώχνοντας από αυτές το ΔΝΤ και τα εξοντωτικά του «προγράμματα διάσωσης». Η Ρωσία έπεσε στις «δαγκάνες» του ΔΝΤ, τη δεκαετία του 1990, λόγω των σκληρών νεοφιλελεύθερων μέτρων της διακυβέρνησης Γέλτσιν, που οδήγησαν σε επιδείνωση της κατάστασης. Όμως ο Πούτιν δεν δίστασε να συγκρουστεί μετωπικά με το μαφιόζικο οικονομικό κατεστημένο της εποχής εκείνης, που κυριαρχούσε στην πατρίδα του απομυζώντας εις βάρος του λαού, και κατάφερε να το συντρίψει! Οι περίφημοι «ολιγάρχες» της ρωσικής οικονομίας κλείστηκαν στις φυλακές ή αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν από τη Ρωσία. Το ΔΝΤ διώχτηκε κακήν κακώς από τη χώρα και το ρωσικό ρούβλι αναβαθμίστηκε μέσα σε χρόνο-ρεκόρ. Αντίστοιχα ο Ερντογάν μπόρεσε κι εκείνος να οικοδομήσει το σύγχρονο «τουρκικό οικονομικό θαύμα». Όταν ανέλαβε η χώρα του ήταν σε αυστηρότατο «πρόγραμμα διάσωσης» του ΔΝΤ. Όμως σε ελάχιστο χρόνο ο Ερντογάν ανακατένειμε τον πλούτο της Τουρκίας προς όφελος των λαϊκών μαζών και το ΔΝΤ έφυγε απ’ τη χώρα. Η άνοδος της τουρκικής οικονομίας υπήρξε εντυπωσιακή και, ενώ η Τουρκία εθεωρείτο ως τριτοκοσμική χώρα έως τις αρχές του αιώνα μας, εν τούτοις σήμερα μετέχει στο G-20, δηλ. στις 20 πιο ισχυρές οικονομίες του κόσμου! Πούτιν και Ερντογάν εργάστηκαν, σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, από την πρώτη στιγμή για να διευρύνουν τον «ζωτικό χώρο» των πατρίδων τους. Ο Πούτιν, αφού πρώτα ανασυγκρότησε τη ρωσική κοινωνία που επί Γκορμπατσόφ και Γέλτσιν είχε υποπέσει σε χάος, άρχισε αμέσως μετά να εκτυλίσσει το σχέδιό του, που δεν ήταν παρά η επέκταση της ρωσικής ισχύος στις χώρες του λεγόμενου «εγγύς εξωτερικού»· στις χώρες δηλ. που ανήκαν άλλοτε στη Σοβιετική Ένωση και που βρίσκονται κοντά στη Ρωσία. Πράγματι, χρησιμοποιώντας μέσα άλλοτε ειρηνικά (π.χ. στη Λευκορωσία ή το Καζακστάν) και άλλοτε πολεμικά (στη Γεωργία το 2008 και την Ουκρανία το 2014) η Ρωσία του Πούτιν κατέφερε να δημιουργήσει μία «μικρή ΕΣΣΔ», μεγεθύνοντας έτσι την επιρροή της, αλλά και μεγαλώνοντας τα ρωσικά σύνορα, με την προσάρτηση της χερσονήσου της Κριμαίας. Περίπου τα ίδια κατάφερε και ο Ερντογάν, ο οποίος όχι απλώς μπόρεσε και κράτησε το κουρδικό μέτωπο (και έτσι το ανεξάρτητο Κουρδιστάν δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί), αλλά και συμμάχησε με όμορες και ομόφυλες χώρες (π.χ. Αζερμπαϊτζάν), ενώ τα τουρκικά στρατεύματα μπήκαν ουκ ολίγες φορές στη Συρία και το Ιράκ για να προασπιστούν τα συμφέροντα της χώρας. Τα ίδια και σε Ελλάδα-Κύπρο, ο Ερντογάν μπόρεσε και επέβαλλε την τουρκική «ατζέντα» σε Αιγαίο και Κυπριακό. Σε επίπεδο ευρύτερης πλανητικής πολιτικής, οι δύο άνδρες κράτησαν αποστάσεις από τη Δύση, αντίθετα από τους προκατόχους τους. Ο Πούτιν οριοθέτησε τις σχέσεις του με ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση, έτσι ώστε οι Δυτικοί σύντομα ξέχασαν την υποχωρητικότητα που είχαν δείξει αρχικά ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και έπειτα και ο Μπορίς Γέλτσιν έναντι των ΗΠΑ και ΕΕ. Η Ευρασιατική Ένωση δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της πουτινικής Ρωσίας, ως ένα είδος «αντίβαρου» στην ΕΕ, αλλά και τη βορειοαμερικανική NAFTA, δηλ. στους δύο μεγάλους οικονομικούς συνασπισμούς του δυτικού κόσμου. Ο δε Ερντογάν απομακρύνθηκε από την επιρροή των ΗΠΑ, χάλασε τις σχέσεις της χώρας του με το Ισραήλ, ενώ αδιαφόρησε εντελώς για την προοπτική μία μέρα η Τουρκία να προσχωρήσει στην ΕΕ. Σήμερα, για πρώτη φορά στην ιστορία του σύγχρονου τουρκικού κράτους, η Τουρκία είναι τόσο πολύ απομακρυσμένη από τη Δύση, ενώ αντίθετα έχει βελτιώσει σημαντικά τις σχέσεις της με τον ισλαμικό και αραβικό κόσμο. Ο Ερντογάν δήλωσε το 2016 ότι προτιμά η χώρα του να προσχωρήσει στο Σύμφωνο της Σαγκάης της Άπω Ανατολής, από ό,τι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βλέπουμε λοιπόν, από την παραπάνω συγκριτική ανάλυση-αντιπαράθεση των δύο προσωπικοτήτων, ότι τα κοινά στοιχεία και σημεία ανάμεσα στους Πούτιν και Ερντογάν είναι πάρα πολλά. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα τελευταία σχεδόν 15 χρόνια έχει δημιουργηθεί μία γερή ισορροπία δυνάμεων στον άξονα Μόσχας-Άγκυρας, η οποία δύσκολα μπορεί να ανατραπεί όσο οι δύο αυτί ηγέτες εξακολουθούν να παραμένουν στις θέσεις τους. Οι οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών αναπτύχθηκαν τόσο πολύ επί διακυβέρνησης Πούτιν στη Ρωσία και Ερντογάν στην Τουρκία, έτσι ώστε είναι περίπου αδιανόητο οι δύο ηγέτες να διακινδυνεύσουν, για οποιονδήποτε λόγο, αυτό το δυναμικό κλίμα που επικρατεί ανάμεσά τους, με έναν ενδεχόμενο πόλεμο. Να λοιπόν γιατί τόσο όταν οι Τούρκοι κατέρριψαν το ρωσικό μαχητικό αεροσκάφος με τον νεκρό Ρώσο πιλότο όσο και μετά τη δολοφονία του Ρώσου πρέσβη στην Άγκυρα δεν συνέβη κανένας πόλεμος, αλλά το αντίθετο: η επιβεβαίωση της σταθερής ειρήνης Ρωσίας-Τουρκίας, μέσω της δυνατής ισορροπίας Πούτιν-Ερντογάν.


86 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates