• .

Από την ΚΥΠ στην ΕΥΠ

9.8.2017

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


Οι υπηρεσίες πληροφοριών μιας χώρας -οι λεγόμενες και «μυστικές υπηρεσίες»- είναι μετά βεβαιότητας οι πλέον παρεξηγημένοι όλων των κρατικών θεσμών: ενώ σπανίως μαθαίνει ο κόσμος τα ΚΑΛΑ και τις ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ τους, εν τούτοις με το παραμικρό λάθος τους που βγαίνει στο φως της δημοσιότητας εκτοξεύονται εναντίον τους ανείπωτες κατηγορίες… Έτσι όμως πρέπει να λειτουργεί μία σοβαρή μυστική υπηρεσία· να γνωστοποιούνται όσο γίνεται λιγότερο τα θετικά της, για να μην γίνεται γνωστή στον εχθρό η μεθοδολογία της και η ταυτότητα των συνεργατών της, έστω και αν κατ’ αυτόν τον τρόπο αδικείται, από τη στιγμή που αποσιωπούνται όλα όσα έχει προσφέρει στο έθνος το οποίο ορκίστηκε να υπηρετεί.

Στην Ελλάδα, η πρώτη σοβαρή προσπάθεια να ενοποιηθούν κάτω από έναν κοινό κρατικό φορέα οι υπηρεσίες ασφαλείας και πληροφοριών της χώρας έγινε το μακρινό 1953, κι αυτό… μέσω ΗΠΑ! Ήταν στην πρώτη φάση του περίφημου Ψυχρού πολέμου ανάμεσα σε Δύση κι Ανατολή, όταν οι Αμερικανοί αποφάσισαν να ενισχύσουν όσο γίνεται περισσότερο το φυσικό «τείχος» του δυτικού κόσμου έναντι των επιδιώξεων της Σοβιετικής Ένωσης να κατέλθει στη Μεσόγειο. Το «τείχος» αυτό περιελάμβανε δυο χώρες, την Ελλάδα και την Τουρκία. Έτσι, η Ουάσιγκτον ενίσχυσε την εθνική άμυνα και ασφάλεια αυτών των χωρών-«κλειδιά» για την έκβαση του Ψυχρού πολέμου, ιδρύοντας μια σειρά από νέες σύγχρονες υπηρεσίες, αναβαθμίζοντας τις ένοπλες δυνάμεις αυτών των χωρών, ενισχύοντας τον τεχνολογικό τους εξοπλισμό και την τεχνογνωσία τους κτλ.

Στην Ελλάδα κρίθηκε ότι έπρεπε να δημιουργηθεί μία νέα υπηρεσία πληροφοριών, που να ενοποιεί όλες τις εθνικές δυνάμεις στον αγώνα αντιμετώπισης του κομμουνιστικού κινδύνου. Έτσι, προέκυψε η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ) -ιδρύθηκε στις 9 Μαΐου 1953-, που δομήθηκε πάνω στο πρότυπο της αμερικανικής CIA, της οποίας το ακρωνύμιο σημαίνει το ίδιο ακριβώς πράγμα [Central Intelligence Service] και μεταφράστηκε κατά λέξη στα ελληνικά. Η ΚΥΠ εξ αρχής υπήρξε ένα «αμάλγαμα» ελληνικής και… ξένης (αμερικανικής) υπηρεσίας, αφού ΔΕΝ ήταν 100% υπό τον έλεγχο της ελληνικής πολιτείας, αλλά ανήκε στον κεντρικό σχεδιασμό της Ουάσιγκτον υπό τις ψυχροπολεμικές συνθήκες της εποχής. Αντίστοιχα στην Τουρκία δημιουργήθηκαν «ειδικές» υπηρεσίες σε διάφορα υπουργεία, υπό τον άμεσο έλεγχο των ΗΠΑ, ενώ οι Αμερικανοί έχτισαν δύο «δίδυμα» υπερ-κτίρια (ουρανοξύστες) σε Αθήνα και Άγκυρα αντίστοιχα: στην ελληνική πρωτεύουσα, το γνωστό κτίριο που συστεγάζει στην οδό Κατεχάκη (Παν. Κανελλοπούλου 4) το υπουργείο δημόσιας τάξης ή προστασίας του πολίτη και την ΕΥΠ, ενώ στην τουρκική πρωτεύουσα το υπουργείο εξωτερικών.

Τις δραματικές λοιπόν ώρες και στιγμές της πρώτης «καυτής» φάσης του Ψυχρού πολέμου, την ώρα που οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες αντιμετώπιζαν απευθείας τη φοβερή και τρομερή σοβιετική KGB (η οποία «οργίαζε» στη μεθόριο ΕΣΣΔ-Τουρκίας, και κυρίως σε Αρμενία-Αζερμπαϊτζάν), η ελληνική ΚΥΠ είχε να αντιμετωπίσει έναν εξίσου φοβερό εχθρό της εποχής: τη βουλγαρική «Κρατική Ασφάλεια» («Darzhavna Sigurnost»), «μακρύ χέρι» της Μόσχας, που εθεωρείτο μια από τις καλύτερες μυστικές υπηρεσίες του κόσμου, με αδίστακτες και προηγμένες για τα δεδομένα των καιρών μεθόδους! Πράγματι, απίστευτες καταστάσεις-θρίλερ παίχτηκαν στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, σε έναν «αόρατο» και «σιωπηρό» πόλεμο που δεν έμαθε ποτέ κανείς, όπου είχαμε ακόμη και νεκρούς, την ώρα που για την Ελλάδα ο «κίνδυνος εκ βορρά» σήμαινε κομμουνιστική κατοχή της χώρας και ακρωτηριασμό της εδαφικής της επικράτειας…

Μετά την αποκαθήλωση του απάνθρωπου σταλινισμού στην ΕΣΣΔ και την κρίση της Κούβας (1962), οι σχέσεις ΗΠΑ-ΕΣΣΔ βελτιώθηκαν σημαντικά. Το ενδεχόμενο ενός θερμοπυρηνικού πολέμου απομακρύνθηκε και ο ανταγωνισμός των δύο υπερδυνάμεων εστιάστηκε πλέον στο διάστημα. Απόρροια της ύφεσης στις διεθνείς σχέσεις της εποχής υπήρξε και η αντίστοιχη θεαματική βελτίωση των σχέσεων Ελλάδας-Βουλγαρίας, με την υπογραφή του σχετικού συμφώνου ειρήνης ανάμεσα στις δυο χώρες το 1964· έτσι, ο «κίνδυνος εκ βορρά» αντικαταστάθηκε από τον «κίνδυνο εξ ανατολής», αφού την ίδια ακριβώς περίοδο οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επιδεινώθηκαν εξαιτίας του Κυπριακού. Όμως η ΚΥΠ, προσαρμοσμένη πάντοτε στον αμερικανικό σχεδιασμό και έχοντας ως δόγμα της τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» (που πάντως από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ατόνησε, τουλάχιστον από πλευράς ΕΣΣΔ και Βουλγαρίας), εξακολουθούσε να θεωρεί στενή «φίλη» και «σύμμαχο» χώρα την Τουρκία, επικεντρώνοντας κατ’ εξακολούθηση τις δυνάμεις της σε ό,τι κατ’ αυτήν εξέφραζε την απόπειρα κομμουνιστικοποίησης της χώρας μας. Συνέπεια αυτής της στρατηγικής επιλογής ήταν η Ελλάδα να χάσει «έδαφος» τόσο στην Κύπρο και το Αιγαίο, όσο και στη Θράκη, όπου η Άγκυρα προωθούσε προσεκτικά τα σχέδια και τις διεκδικήσεις της.

Το καθεστώς της 21ης Απριλίου, που κατηγορήθηκε αργότερα ως «αμερικανοκίνητο», αντιλήφθηκε την αλλαγή στις διεθνείς εξελίξεις και τους πλανητικούς συσχετισμούς και πραγματοποίησε πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική, για να θωρακίσει όσο μπορεί τα ελληνικά συμφέροντα. Όχι μόνο συνέχισε τη βελτίωση των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων, αλλά δεν δίστασε να αποκαταστήσει τις διπλωματικές σχέσεις και με την Αλβανία του Εμβέρ Χότζα (1971), θυσιάζοντας πάντως τον βορειοηπειρωτικό ελληνισμό, αφού έως τότε η εμπόλεμη κατάσταση των δύο χωρών σχετιζόταν με την ελληνική διεκδίκηση των περιοχών της νότιας Αλβανίας βάσει της εκκρεμούς απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, από το 1946· μπορεί μεν να χάθηκε η Βόρεια Ήπειρος, εν τούτοις η Αλβανία μετεξελίχθηκε με τον καιρό σε εμπορικό, οικονομικό κτλ. σύμμαχο του ελληνισμού, μελλοντικά δε θα αποδειχθεί πιθανότατα ο στενότερος στρατηγικός σύμμαχος της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή μας. Την ίδια εποχή, οι Αμερικανοί που ήλεγχαν την ΚΥΠ ένιωσαν για πρώτη φορά να χάνουν το «έδαφος» κάτω απ’ τα πόδια τους, φοβούμενοι μήπως η ελληνική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπαδόπουλου ελληνοποιήσει την υπηρεσία· όμως ο Παπαδόπουλος δίστασε να το πράξει, κι έτσι οι ΗΠΑ είχαν τον πολύτιμο χρόνο να ανασυγκροτηθούν και να ανατρέψουν τον ηγέτη της 21ης Απριλίου μέσω της προβοκάτσιας του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβριο του 1973…

Μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 και την εθνική καταστροφή στην Κύπρο, η ΚΥΠ υπήρξε, μαζί με τις ένοπλες δυνάμεις, θύμα του καραμανλισμού. Σε συνεννόηση με τους Αμερικανούς, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πραγματοποίησε «κάθαρση» στο εσωτερικό της υπηρεσίας, διώκοντας ανελέητα πολλά σημαντικά στελέχη ως δήθεν χουντικούς. Το αποτέλεσμα ήταν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η ΚΥΠ να χάσει τον πατριωτικό της χαρακτήρα, αλλά και να υποβαθμιστεί σε στελεχιακό δυναμικό και επιχειρησιακό επίπεδο· ενώ μέχρι το 1974 κατατασσόταν ανάμεσα στις πολύ καλές υπηρεσίες πληροφοριών του κόσμου, από τη Μεταπολίτευση και έπειτα κατήντησε μία απλή δημόσια υπηρεσία, χωρίς πατριωτικά ιδανικά και χωρίς επάρκεια σε θεωρητικό και πρακτικό πεδίο.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ακριβώς από τη Μεταπολίτευση του 1974 και έπειτα άρχισαν οι παροιμιώδεις αποτυχίες των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών… Για παράδειγμα, οι υπηρεσίες αυτές είχαν ΜΑΥΡΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ όταν, το καλοκαίρι του 1976, οι Τούρκοι κινήθηκαν επιθετικά στο Αιγαίο, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να αναγκαστεί να υπογράψει τη μειοδοτική συμφωνία της Βέρνης… Άλλο παράδειγμα: η ΚΥΠ είχε και πάλι ΜΑΥΡΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ σχετικά με την πρόθεση του Ραούφ Ντενκτάς να ανακηρύξει το 1983 το περίφημο ψευδοκράτος της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου» («ΤΔΒΚ»)· αρνητικό επακόλουθο, η Ελλάδα να μην αντιδράσει καθόλου στην τουρκική αυτή πρόκληση, ενώ κανονικά έπρεπε ακόμη και για ΠΟΛΕΜΟ να είναι προετοιμασμένη! Ιδού κι άλλα παραδείγματα: ΜΑΥΡΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ είχαν (ξανά και ξανά!) οι ελληνικές υπηρεσίες πληροφοριών, τόσο το 1987 με τις ενέργειες του τουρκικού πλοίου «Σισμίκ» για τα πετρέλαια στο Αιγαίο όσο και το 1996 στα Ίμια, με συνέπεια την άτακτη υποχώρηση του ελληνισμού έναντι των Τούρκων. Για να μην μιλήσουμε εδώ για τις εθνικές ντροπές, το ΟΝΕΙΔΟΣ που έκανε την Ελλάδα ρεζίλι διεθνώς, με τους ρωσικούς πυραύλους S-300 (που δεν πήγαν τελικά ποτέ στην Κύπρο, λόγω των τουρκικών απειλών…) ή την προδοσία του Κούρδου ηγέτη Αμπντουλάχ Οτσαλάν.

Μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία (1981) οι εξελίξεις στην ΚΥΠ υπήρξαν καταιγιστικές. Με τον νόμο 1645/26.08.1986 η ΚΥΠ μετονομάστηκε σε ΕΥΠ [Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών], με δύο σημαντικότατες αλλαγές: α) η υπηρεσία ΕΛΛΗΝΟΠΟΙΗΘΗΚΕ και β) ΑΠΟΣΤΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΘΗΚΕ. Τι σημαίνουν αυτά; Ότι από το 1986 και μετά η ΕΥΠ ελέγχεται αποκλειστικά από την ελληνική κυβέρνηση -χωρίς άμεση παρέμβαση και έλεγχο των ΗΠΑ ή άλλης ξένης δύναμης-, ενώ έκτοτε ΔΕΝ θεωρείται πλέον «σώμα ασφαλείας», αλλά καθαρά ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ, γι’ αυτό και από το 1986 και μετά μειώθηκε δραστικά ο αριθμός του στρατιωτικού (αλλά και του αστυνομικού) προσωπικού της. Έτσι, ενώ έως το 1986 ΟΛΟΙ απολύτως οι διοικητές της ΚΥΠ προέρχονταν από τις ένοπλες δυνάμεις, από τη χρονιά αυτή και μετά οι περισσότεροι διοικητές της ΕΥΠ ήταν διπλωμάτες, δικαστικοί ή απλοί πολίτες. Πρώτος πολίτης και μη στρατιωτικός διοικητής της ΕΥΠ ήταν ο επιχειρηματίας (στέλεχος του ΠΑΚ επί 21ης Απριλίου, στενός συνεργάτης του Ανδρέα Παπανδρέου, ευρωβουλευτής και βουλευτής Καβάλας) Κώστας Τσίμας.

Η ΕΥΠ ήρθε ξανά στην επικαιρότητα, όταν το 1999 ο Κούρδος ηγέτης Αμπντουλάχ Οτσαλάν παραδόθηκε από την κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη στους Τούρκους, στο πλαίσιο μυστικής τριμερούς (Ελλάδα-Τουρκία-ΗΠΑ) συμφωνίας, για να «κλείσει» το Κουρδικό ζήτημα και να «βελτιωθούν» οι ελληνοτουρκικές σχέσεις. Όπως στην υπόθεση των Ιμίων του 1996 ο Σημίτης έριξε όλη την ευθύνη στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, έτσι και στην υπόθεση Οτσαλάν έριξε το βάρος της αποτυχίας στην ΕΥΠ, χρεώνοντας στα στελέχη της «λάθος χειρισμούς» στη μεταφορά του Οτσαλάν στην ελληνική πρεσβεία της Κένυας. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνουν θεαματικές αλλαγές στη δομή (οργάνωση και λειτουργία) της υπηρεσίας, ενώ νέος διοικητής της ανέλαβε ο πρέσβης Παύλος Αποστολίδης, ένας έμπειρος και χαμηλών τόνων διπλωμάτης που «ηρέμησε» τα οξυμένα πνεύματα στην υπηρεσία.

Στις αρχές του 2015, μετά τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές, νέος διοικητής της ΕΥΠ ανέλαβε ο γνωστός δημοσιογράφος και κυβερνητικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ (Μάρτιος 1987-Ιούνιος 1988) Γιάννης Ρουμπάτης, γεννηθείς το 1948 στα Ιωάννινα. Ο Ρουμπάτης υπήρξε γνώστης των διεθνών παρασκηνιακών σχεδιασμών και ένα βιβλίο του («Δούρειος Ίππος. Η αμερικανική διείσδυση στην Ελλάδα, 1947-1967»), βασισμένο στη διδακτορική διατριβή του, θεωρείται «κλασικό» στις διεθνείς σχέσεις. Ο διοικητής της ΕΥΠ δεν ήταν μια τυχαία επιλογή του Αλέξη Τσίπρα· ανήκει στα στελέχη εκείνα του «παλιού» ΠΑΣΟΚ, τα οποία δεν δέχθηκαν τη μετάλλαξη και άμβλυνση του χαρακτήρα του «κινήματος» που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου και μεταπήδησαν σε έναν όμορο πολιτικό σχηματισμό που έδειχνε -αρχικώς, τουλάχιστον- να εκφράζει μια «επαναστατικότητα» που το ΠΑΣΟΚ είχε από πολλά χρόνια απολέσει. Έτσι, η πορεία της ΕΥΠ επί Ρουμπάτη ακολουθεί τη συνολική πορεία του ελληνικού κράτους επί ΣΥΡΙΖΑ, στην απόπειρα της Αριστεράς να δημιουργήσει μια «πολυπολιτισμική» και «ανεκτική» κοινωνία στην Ελλάδα, σε συγχρονισμό με τις απόψεις της Νέας Παγκόσμιας Τάξης και του «συστήματος Σόρος».


67 προβολές

Θέλετε να γίνετε συνδρομητές μας;  

© 2020 by I.CON & Associates