view-source:https://www.facebook.com/emystras
 
  • .

Αποκάλυψη του Ιωάννη: το μέγα μυστήριο

13.5.2017

Του Ησαΐα Κωνσταντινίδη


«Αποκάλυψις Ιησού Χριστού, ήν έδωκεν αυτώ ο Θεός, δείξαι τοις δούλοις αυτού, ά δει γενέσθαι εν τάχει, και εσήμανεν αποστείλας δια του αγγέλου αυτού τω δούλω αυτού Ιωάννη, ός εμαρτύρησε τον λόγον του Θεού και την μαρτυρίαν Ιησού Χριστού, όσα είδε».

Με τον τρόπο αυτό ξεκινά το ιερό βιβλίο της Αποκαλύψεως του Αγίου Ιωάννη. Πρόκειται για το τελευταίο στη σειρά (και χρονολογικά) βιβλίο της Καινής Διαθήκης και, συνολικά, της Αγίας Γραφής. Συγγραφεύς του φέρεται να είναι ο ίδιος ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο «αγαπημένος μαθητής» του Ιησού, ο οποίος συνέγραψε το θεόπνευστο αυτό έργο την περίοδο που ζούσε εξόριστος στη νήσο της Πάτμου (95 μ.Χ.). Το βιβλίο το συνέγραψε σε αρκετά μεγάλη ηλικία, με τη βοήθεια του μαθητή του, του Πρόχορου, ο οποίος κατέγραφε στο χαρτί όσα ο Ιωάννης του υπαγόρευε.

Ο Ιωάννης ήταν από τους πλησιέστερους μαθητές του Χριστού. Κατά τη σταύρωση του Θεανθρώπου, βρέθηκε και ο Ιωάννης μαζί Του πάνω στον Γολγοθά, συνοδεία ορισμένων ευσεβών γυναικών, όταν όλοι Τον είχαν εγκαταλείψει. Τότε ο Κύριος, άνω απ’ τον σταυρό, στράφηκε στη μητέρα του, τη Θεομήτορα Παναγία, και της είπε, δείχνοντας τον Ιωάννη: «Γύναι, ιδού ο υιός σου». Στρεφόμενος δε, προς τον μαθητή του τον Ιωάννη, του έδειξε τη μητέρα του, λέγοντας: «Ιδού η μήτηρ σου». Έτσι, ο νεαρός Ιωάννης πήρε στο σπίτι του τη Θεοτόκο. Αργότερα, πήγε μαζί με τον Πέτρο πρώτος στον τάφο του Κυρίου, όταν εκείνος αναστήθηκε. Τέλος, ήταν παρών και στην ανάληψη του Χριστού, λαμβάνοντας την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.

Παρ’ όλα αυτά, ενστάσεις έχουν διατυπωθεί τόσο για την ιερότητα, όσο και για την πατρότητα του βιβλίου της Αποκαλύψεως του Ιωάννη! Οι πρώτοι Χριστιανοί, εκείνοι δηλ. που έζησαν τους πρώτους αιώνες μετά Χριστόν, αμφισβητούσαν ευθέως την ιερότητα του κειμένου της Αποκαλύψεως. Όταν έλαβε χώρα η Σύνοδος της Λαοδικείας (363 μ.Χ.), όπου και έγινε η πρώτη σοβαρή προσπάθεια να καταταχθούν σε ενιαίο σώμα τα θεόπνευστα βιβλία της Καινής Διαθήκης, βγήκε η απόφαση στο σώμα των ιερών βιβλίων να περιληφθούν τα 26 από τα σημερινά 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης· απουσίαζε η Αποκάλυψη του Ιωάννη! Γιατί; Διότι η όλη γλώσσα του βιβλίου αυτού, με τους σολοικισμούς της, αλλά και η περιγραφή αλλόκοτων όντων, μυστικών συμβόλων κτλ., δεν ταιριάζουν σε καμία περίπτωση με τα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης.

Ο συγγραφέας και διανοούμενος Ηλίας Πετρόπουλος είχε άλλοτε γράψει τα εξής χαρακτηριστικά: «Βλέπω την Αποκάλυψη σαν μετεωρίτη που ξέφυγε από την έλξη της Παλαιάς Διαθήκης και έπεσε στο περιβόλι των Ευαγγελίων». Θεολόγοι δε, κατά καιρούς, λένε πως ο Θεός της Αποκάλυψης, που περιγράφει ένα ζοφερό μέλλον γεμάτο με φυσικές καταστροφές, πολέμους και λοιμούς, μοιάζει πολύ περισσότερο με εκείνον της Παλαιάς Διαθήκης από ό,τι με τον Θεό της Καινής Διαθήκης. Υπάρχει δηλ. σαφής απόσταση από τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης, εξ’ ου και οι πρώτοι Χριστιανοί θεωρούσαν το κείμενο της Αποκάλυψης όχι θεόπνευστο, αλλά νόθο.

Τέσσερα χρόνια μετά τη Σύνοδο της Λαοδικείας, δηλ. το 367 μ.Χ., ο Άγιος Αθανάσιος εξέδωσε τον δικό του «Κανόνα», στον οποίο συμπεριέλαβε κανονικά την Αποκάλυψη ως βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Αντίθετα, δεν την συμπεριέλαβε στον δικό του «Κανόνα» ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ο δε Άγιος Αμφιλόχιος Ικονίου είχε σημειώσει στον «Κανόνα» του σχετικά με την Αποκάλυψη τα εξής: «Τη δε Αποκάλυψη του Ιωάννη μερικοί την εγκρίνουν, οι περισσότεροι όμως λένε ότι είναι νόθα». Τελικά, το ζήτημα διευθετήθηκε με την τρίτη Σύνοδο της Καρθαγένης (397 μ.Χ.), όταν και επίσημα αναγνωρίστηκε η Αποκάλυψη ως «κανονικό» βιβλίο, κι έτσι έχουμε τη σημερινή Καινή Διαθήκη με τα 27 της βιβλία.

Σε ό,τι αφορά την πατρότητα του βιβλίου της Αποκαλύψεως, και εδώ διατυπώθηκαν από τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού σοβαρότατες ενστάσεις. Μία ένσταση έχει να κάνει με το ότι μορφολογικά, αλλά και ουσιαστικά, καμία σχέση δεν έχει το κείμενο της Αποκάλυψης με εκείνο του Ευαγγελίου του Ιωάννη! Άλλο ύφος έχει το ένα, άλλο ύφος (διαμετρικά αντίθετο) το άλλο… Επίσης, ενώ η Αποκάλυψη έχει αρκετά συντακτικά και γραμματικά λάθη -είναι εμφανής η «παράξενη» ελληνική γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας της-, κάτι τέτοιο δεν συναντάται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Πώς λοιπόν θα μπορούσε το ίδιο πρόσωπο να έχει συγγράψει αμφότερα τα εν λόγω κείμενα; Τέλος, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε τη χρονική απόσταση ανάμεσα στην εποχή του Χριστού και τη συγγραφή της Αποκάλυψης· πώς είναι δυνατόν, αναρωτιούνται κάποιοι, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης να έζησε μέχρι τα τέλη του πρώτου μ.Χ. αιώνα, να εξορίστηκε στην Πάτμο και να συνέγραψε το «μυστηριώδες» αυτό κείμενο, το γεμάτο αλληγορίες και συμβολισμούς;

Κάποιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν ακόμα περισσότερο τα παραπάνω, ισχυριζόμενοι ότι η Αποκάλυψη δεν είναι παρά ένα νόθο κείμενο, καθόλου θεόπνευστο και ιερό, που γράφτηκε στην πραγματικότητα από τον Κήρινθο, ο οποίος είτε πλαστογράφησε το όνομα του Ευαγγελιστή Ιωάννη, είτε του αποδόθηκε από άλλους το όνομα «Ιωάννης»! Ποιος ήταν ο Κήρινθος; Επρόκειτο για έναν Ιουδαίο γνωστικό, ο οποίος έζησε περί τα τέλη του 1ου αιώνα μ.Χ. Η Εκκλησία μας τον χαρακτηρίζει αιρετικό, εφόσον ο Κήρινθος δίδασκε πως… ο Λόγος του Θεού δεν σαρκώθηκε, αλλά απλώς κατοίκησε στον άνθρωπο Ιησού από τη μέρα που βαπτίσθηκε έως την ημέρα της σταύρωσής Του! Επίσης, ο Κήρινθος ήταν εκείνος που έβαλε τις βάσεις του περίφημου «χιλιασμού», λέγοντας πως η βασιλεία μετά την ανάσταση του Ιησού είναι επίγεια και επρόκειτο να κρατήσει χίλια συνολικά έτη…

Ήταν άραγε ο Κήρινθος που συνέγραψε την Αποκάλυψη; Όσοι πιστεύουν κάτι τέτοιο, βασίζονται στην ταύτιση που υπάρχει ανάμεσα στις «εσχατολογικές» και «χιλιαστικές» αντιλήψεις του Κηρίνθου και τις αντίστοιχες που υπάρχουν στο βιβλίο της Αποκάλυψης. Στην πραγματικότητα, τόσο ο Κήρινθος όσο και ο συγγραφέας της Αποκάλυψης ανήκαν στους λεγόμενους «ιουδαιοχριστιανούς» των πρώιμων χριστιανικών χρόνων, οι οποίοι συνδύαζαν τα έντονα εβραϊκά (παλαιοδιαθηκικά) τους στοιχεία με εκείνα των πρώτων χριστιανικών ετών. Το «ιουδαιοχριστιανικό» κίνημα, στο οποίο ανήκε ο Κήρινθος, είχε στραφεί κατά των Αποστόλων, θεωρώντας τους «ξένο σώμα» ως προς την παράδοση του εβραϊσμού και τη «φυσική» -κατά τους «ιουδαιοχριστιανούς»- χριστιανική του εξέλιξη, πάντα μέσα σε ιουδαϊκό πλαίσιο.

Η αλήθεια είναι ότι την ίδια εκείνη περίοδο (1ος-2ος αι. μ.Χ.), εκτός από την Αποκάλυψη του Ιωάννη, συγγράφηκαν και διαδόθηκαν και μερικές ακόμη «Αποκαλύψεις»! Για παράδειγμα, η λεγόμενη «Αποκάλυψη του Βαρούχ», όπως και το περίφημο «Βιβλίο του Ενώχ». Αυτά θεωρούνται ως έργα ψευδώνυμα και, φυσικά, δεν έγιναν ποτέ αποδεκτά από την επίσημη χριστιανική Εκκλησία. Επίσης, ψευδεπίγραφες όσο και ψευδώνυμες θεωρούνται και μερικές ακόμη «Αποκαλύψεις»: η «Αποκάλυψη του Παύλου», η «Αποκάλυψη του Πέτρου» και η «Αποκάλυψη του Θωμά»…

Ο καθηγητής πανεπιστημίου Δημήτρης Κυρτάτας, στο σύγγραμμά του «Η Αποκάλυψη του Ιωάννη και οι επτά Εκκλησίες της Ασίας», σημειώνει τα εξής άκρως ενδιαφέροντα: «Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη δεν υπάρχει Αντίχριστος, ούτε άλλωστε μία και μοναδική κεντρική μορφή που να ενσαρκώνει το κακό. Μεταξύ άλλων υπάρχουν δύο θηρία, αλλά και πολλές άλλες σατανικές δυνάμεις. Ούτε άλλωστε γίνεται πουθενά σαφές ότι θα υπάρξουν ειδικές απολαβές και τιμωρίες για όλες τις κατηγορίες ανθρώπων. Τις ιδέες αυτές, που εξελίχτηκαν σε κοινά αποδεκτά δόγματα, τις διέδωσαν οι απόκρυφες αποκαλύψεις. Σε τέτοιο βαθμό όμως κατόρθωσαν οι απόκρυφες αποκαλύψεις να επιβάλουν τα νέα δόγματα, ώστε θεωρήθηκε, εκ των υστέρων, ότι περιλαμβάνονταν και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη».

Για να συμπληρώσει ο καθηγητής Δ. Κυρτάτας, στο ως άνω έργο του τα κάτωθι: «Οι απόκρυφες αποκαλύψεις διέπλασαν συνειδήσεις και διαμόρφωσαν τις αντιλήψεις των χριστιανών σχετικά με τα έσχατα. Με τα δεδομένα του νέου ορίζοντα προσδοκιών, οι αναγνώστες της Αποκάλυψης του Ιωάννη άρχισαν να βλέπουν σ’ αυτήν πράγματα που αρχικά δεν τα περιλάμβανε, δεν είχε πρόθεση να τα διαφωτίσει ή και τα αγνοούσε ολοσχερώς. Ο πιστός όμως που είχε συνηθίσει πια σε περιγραφές όπως αυτή του Αντίχριστου, ήταν πεισμένος ότι στο κείμενο του Ιωάννη υπόκεινταν οι τρομερές μορφές. Ο αριθμός ενός θηρίου, για παράδειγμα, με λίγη προσοχή, θα μπορούσε να αποκαλύψει όσα κατονόμαζαν οι άλλες αποκαλυπτικές γραφές. Το θηρίο αυτό είχε μετεξελιχθεί σε Αντίχριστο. Οι απόκρυφες αποκαλύψεις επέβαλαν έτσι με τη σειρά τους έναν συγκεκριμένο τρόπο ανάγνωσης της Αποκάλυψης του Ιωάννη».

Βλέπουμε λοιπόν ότι μεταγενέστερες «Αποκαλύψεις» δημιούργησαν σύγχυση σχετικά με το πραγματικό περιεχόμενο του τελευταίου βιβλίου της Καινής Διαθήκης, στο οποίο προσέδωσαν χαρακτηριστικά, αλλά και χαρακτηρισμούς, που στην πραγματικότητα δεν συναντώνται πουθενά μέσα στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Όπως, για παράδειγμα, ο περιβόητος «Αντίχριστος», ενώ πουθενά μέσα στο κείμενο της Αποκάλυψης του Ιωάννη δεν αναφέρεται καν αυτός ο ορισμός! Το ίδιο, σύγχυση έχει δημιουργηθεί και σχετικά με τον «σατανικό» αριθμό χξς΄, ο οποίος όμως σύμφωνα με ερμηνείες δεν δίνει το άθροισμα 666, αλλά 860 (χ = 600, ξ = 60, ς = 200)…

Τέλος, αξίζει εδώ να γίνει αναφορά σε έναν παράξενο θρύλο, που σχετίζεται με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη και την παραμονή του στην Πάτμο. Στα χρόνια που ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ήταν εξόριστος στην Πάτμο και άρχισε να διδάσκει τον Χριστιανισμό, στο νησί υπήρχε ένας μάγος, ο Κύνωψ, ο οποίος μαχόταν την αλήθεια του Χριστού. Με τις απάτες και με τη συνεργασία του με το κακό πνεύμα παρέσυρε στην απώλεια πολλές ψυχές. Τότε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης προσευχήθηκε και ο σκοτεινός και αμετανόητος μάγος, ενώ έκανε τα τεχνάσματά του και βουτούσε στη θάλασσα, χάθηκε στον βυθό! Εκεί δε που χάθηκε, έμεινε ένας βράχος σε βάθος επτά μέτρων κάτω από τη θάλασσα. Αυτός ο βράχος, όπως ομολόγησαν πολλοί απ’ αυτούς που τον είδαν, μοιάζει με την απαίσια σατανική μορφή του μάγου. Είναι ο μάγος που πέτρωσε από την θεία δίκη με τις προσευχές του επιστήθιου μαθητή του Κυρίου, του Ιωάννη. Εκεί έχουν προσδέσει μία κόκκινη σημαδούρα, για να την βλέπουν τα πλοία και να μην προσκρούουν πάνω του…


9 προβολές0 σχόλια